1982. Η χρήση ναρκωτικών στην Αμερική είχε λάβει διαστάσεις επιδημίας. Το FBI εκτιμούσε ότι οι εθισμένοι στα ναρκωτικά μόνο στην Νέα Υόρκη ξεπερνούσαν τους 400 χιλιάδες και οι θάνατοι από υπερβολική δόση ηρωίνης είχαν αυξηθεί αισθητά.

Μεγάλο μέρος των ναρκωτικών προερχόταν από την Ιταλία. Τη διακίνηση είχε αναλάβει η σικελική μαφία και ήταν μια από τις πιο επικερδείς επιχειρήσεις της. Οι κακοποιοί έβρισκαν διάφορους τρόπους για να ξεγελάνε τις αρχές και να μεταφέρουν ναρκωτικές ουσίες ανενόχλητοι.

Χαρακτηριστικό ήταν το κόλπο με τα πορτοκάλια, που αποκαλύφθηκε στο τελωνείο των ΗΠΑ. Ανάμεσα σε ένα φορτίο από το Παλέρμο εντοπίστηκε ένα κιβώτιο που περιείχε 90 κερωμένα πορτοκάλια γεμάτα με ηρωίνη. Ναρκωτικές ουσίες κρύβονταν επίσης μέσα σε φορτία με τυρί, αντζούγιες, ελαιόλαδο και σε άλλα τοπικά προϊόντα της Σικελίας που εξάγονταν στο εξωτερικό.

Χρησιμοποίησαν ακόμη και το πιο διάσημο φαγητό τους, τις πίτσες. Η Μαφία είχε δημιουργήσει ένα κύκλωμα από πιτσαρίες- βιτρίνες υπό την ιδιοκτησία της εγκληματικής οικογενείας Μπονάνο, μέσω των οποίων διακινούσε ναρκωτικά. Πούλησε περισσότερο από ενάμιση τόνο ηρωίνης και απέσπασε περίπου 1,65 δισεκατομμύρια δολάρια από το 1975 μέχρι το 1984.

Όπως αποκάλυψαν οι ομοσπονδιακοί εισαγγελείς, οι μαφιόζοι είχαν συνεργάτες σε διάφορες χώρες. Από την Τουρκία και το Πακιστάν προμηθεύονταν πρώτες ύλες, όπως μορφίνη. Τα ναρκωτικά παράγονταν σε απομονωμένες περιοχές της Σικελίας και στη συνέχεια διακινούνταν σε όλες τις Ηνωμένες Πολιτείες. Για τη σύλληψη των ενόχων της «υπόθεσης της πίτσας» όπως ονομάστηκε, συνεργάστηκαν οι ιταλικές και αμερικανικές αρχές. Μετά από πολύχρονες προσπάθειες κατάφεραν να ενώσουν τα χιλιάδες κομμάτια του παζλ και να ξεσκεπάσουν ένα από τα μεγαλύτερα κυκλώματα διακίνησης ναρκωτικών.

Πως πήραν τα ηνία οι μαφιόζοι της οικογένειας Μπονάνο

Ο Σαλβατόρε Καταλάνο. Η επίσημη ιδιότητά του ήταν φούρναρης…

Στις 14 Ιουλίου του 1972 ο αρχηγός της μαφιόζικης οικογένειας Μπονάνο, ο Κάρμιν Γκαλάντε πήγε στο εστιατόριο «Joe and Mary» στο Μπρούκλιν για να φάει μεσημεριανό. Ξαφνικά, τρεις οπλισμένοι άνδρες με μάσκες του σκι εισέβαλλαν στο εστιατόριο και άνοιξαν πυρ.
Οι αστυνομικοί βρήκαν τον Γκαλάντε νεκρό στο πάτωμα με το τσιγάρο στο στόμα. Δεν είχε προλάβει να αντιδράσει. Οι σωματοφύλακές του δεν τον προστάτεψαν. Βγήκαν από το εστιατόριο χωρίς ούτε μία γρατζουνιά. Αυτό προκάλεσε υποψίες στην αστυνομία και τους έκρινε υπόπτους για τη δολοφονία του αφεντικού τους.
Οι δυο σωματοφύλακες κλήθηκαν να καταθέσουν στον εισαγγελέα. Είπαν ότι κατά τη διάρκεια της επίθεσης, έπεσαν από τις καρέκλες τους, με αποτέλεσμα να μην τραυματιστούν από τα πυρά. «Γλιτώσαμε από θαύμα» κατέθεσαν.
Ο ένας από τους σωματοφύλακες ισχυρίστηκε ότι φοβήθηκαν και δεν μπόρεσαν να καταλάβουν ποιοι ήταν οι δράστες.
Οι σωματοφύλακες αφέθηκαν ελεύθεροι λόγω έλλειψης στοιχείων. Όμως, οι πράκτορες του FBI συνέχισαν να τους παρακολουθούν για να βρουν περισσότερα στοιχεία.
Όπως αποκαλύφθηκε οι δυο σωματοφύλακες συναντούσαν καθημερινά έναν ιδιοκτήτη πιτσαρίας και έναν φούρναρη που έμενε στο Κουίνς, τον Σαλβατόρε Καταλάνο. Ο Καταλάνο ήταν μετανάστης από τη Σικελία και ο επόμενος αρχηγός της μαφιόζικης οικογένειας Μπονάνο.

Οι πράκτορες του FBI άρχισαν να υποψιάζονται ότι είναι μπλεγμένοι με διακίνηση ναρκωτικών. Πίστευαν ότι ο Καταλάνο είχε σκοτώσει τον Γκαλάντε για να πάρει τη θέση του και να κυριαρχήσει στο εμπόριο ναρκωτικών.

Όμως, η αστυνομία δεν είχε ακόμη αρκετές αποδείξεις για να προχωρήσει σε συλλήψεις. Τον Οκτώβριο του 1980 ανακάλυψαν ότι ένα μέλος της μαφιόζικης ομάδας του Καταλάνο διοχέτευε χρήματα σε διάφορους λογαριασμούς μέσω ελβετικής τράπεζας. Από την ελβετική τράπεζα μεταφέρονταν στους λογαριασμούς Σικελών μαφιόζων σε ιταλική τράπεζα.

Οι υποψίες του FBI ότι η σικελική μαφία διακινούσε ναρκωτικά στην Αμερική έγιναν ισχυρότερες. Άρχισαν να παρακολουθούν τα τηλέφωνά τους. Έβαλαν κοριούς ακόμη και σε καρτοτηλέφωνα που είχαν παρατηρήσει ότι χρησιμοποιούσε τακτικά ο Καταλάνο και οι συνεργοί του. Όλα τα τηλεφωνήματα γίνονταν στα ιταλικά. Ένας πράκτορας που γνώριζε τη σικελική διάλεκτο, κατάλαβε ότι οι μαφιόζοι μιλούσαν κωδικοποιημένα.
Όπως αποκαλύφθηκε αργότερα, συνήθιζαν να αποκαλούν τα ναρκωτικά «πολύτιμους λίθους», «μπλουζάκια» και «πολυτελές βαμβάκι».

Ο «θείος» 

Ο Μπανταλαμέντι, ο αποκαλούμενος «θείος» του κυκλώματος. Πηγή εικόνας: Wikimedia Commons

Οι μαφιόζοι συχνά ανέφεραν στις συνομιλίες τους έναν άνδρα. Όλοι τον αποκαλούσαν «θείο». Όπως αποκαλύφθηκε ο επονομαζόμενος θείος ήταν ο Γκαετάνο Μπανταλαμέντι, ένας από τους πιο ισχυρούς νονούς τις ιταλικής μαφίας. Ο Μπανταλαμέντι συνεργαζόταν με τον Σλαβατόρε Καταλάνο. Του έστελνε τα ναρκωτικά και ο Καταλάνο τα πουλούσε.

Ο Μπανταλαμέντι είχε φύγει από την Ιταλία για να γλιτώσει τη σύλληψη, αλλά και για να ξεφύγει από την οργή της Κόζα Νόστρα, της σικελικής μαφίας. Κανένας δεν γνώριζε που ήταν. Κατά τη δεκαετία του 1960 ο Μπανταλαμέντι ήταν αρχηγός της μαφίας στην πόλη Τσινίσι, λίγο έξω από το Παλέρμο. Είχε τον πλήρη έλεγχο της περιοχής. Όλα περνούσαν από τα χέρια του. Ακόμη και οι καραμπινιέροι έδειχναν να τον συμπαθούν, αφού στην πόλη φαινομενικά επικρατούσε ηρεμία.
Πίσω από τα μάτια των αρχών ο Μπανταλαμέντι έκανε εισαγωγή και εξαγωγή αφορολόγητων τσιγάρων. Όμως, σύντομα ενεπλάκη και με το εμπόριο ηρωίνης. Ήταν περισσότερο επικερδές.

Ο έλεγχος του εμπορίου ναρκωτικών, τον είχε κάνει πολύ ισχυρό, κάτι που προκάλεσε το μίσος των υπόλοιπων μαφιόζικων ομάδων της Σικελίας. Ο Μπανταλαμέντι και οι συνεργοί του έπρεπε να βγουν από τη μέση. Το 1981 κήρυξαν πόλεμο εναντίον του. Περισσότερα από 450 άτομα πέθαναν.
Κάθε μέρα έβρισκαν νεκρούς στους δρόμους του Παλέρμο. Ο Μπανταλαμέντι έπρεπε να φύγει πριν τον δολοφονήσουν. Δεν θα επιβίωνε αν έμενε στην Ιταλία. Κρυβόταν στη Βραζιλία, όπου συνέχισε την εγκληματική, παράνομη δράση και το λαθρεμπόριο ναρκωτικών.

Οι συλλήψεις και η δίκη

Όπως έδειξαν οι έρευνες μπλεγμένος στην υπόθεση ήταν και ο ανιψιός του Μπανταλαμέντι, Πιέτρο Αλφάνο, ο οποίος παρουσιαζόταν ως ιδιοκτήτης πιτσαρίας στο Όρεγκον. Στις 5 Απριλίου 1984 οι κάμερες ασφαλείας κατέγραψαν τον Μπαταλαμέντι να καλεί τον ανιψιό του από καρτοτηλέφωνο. Οι δυο τους κανόνισαν να βρεθούν στη Μαδρίτη. Δυο ομοσπονδιακοί πράκτορες ακολούθησαν τον Αλφάνο και ταξίδεψαν μαζί του στο ίδιο αεροπλάνο.
Ο Αλφάνο συναντήθηκε με τον θείο του. Οι πράκτορες του FBI τους συνέλαβαν και τους οδήγησαν πίσω στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Λίγες μέρες αργότερα, οι αμερικανικές και ιταλικές αρχές έκαναν επιδρομή στα σπίτια και τις πιτσαρίες δεκάδων υπόπτων στις Ηνωμένες Πολιτείες, στην Ιταλία, στην Ελβετία και στην Ισπανία. Ο Καταλάνο πιάστηκε στον ύπνο. Οι αστυνομία εισέβαλε στο σπίτι του στις 6 η ώρα το πρωί. Είχε μόλις σηκωθεί από το κρεβάτι.

Στο ειδώλιο οδηγήθηκαν 22 άνδρες που κατηγορούνταν ότι είχαν κάποια ανάμειξη στην «υπόθεση της πίτσας». Οι εισαγγελείς ήθελαν να δικαστούν όλοι οι ύποπτοι μαζί. Στις 24 Οκτωβρίου 1985, μετά από περισσότερα από πέντε χρόνια εντατικής έρευνας, άρχισε η δίκη των μαφιόζων. Ήταν η μεγαλύτερη σε διάρκεια δίκη της αμερικανικής ιστορίας, καθώς κράτησε 17 μήνες. Κόστισε περισσότερα από 50 εκατομμύρια δολάρια.
Δεν ήταν μια εύκολη υπόθεση. Δικαστές δέχονταν απειλές για τη ζωή τους για να σταματήσουν. Φοβόντουσαν να πάρουν τα μέσα μεταφοράς για να μην τους δολοφονήσουν στον δρόμο. Πολλοί παραιτήθηκαν. Όμως, κάποιοι αποφάσισαν να συνεχίσουν τον αγώνα ενάντια στο έγκλημα.

Ο Τομάσο Μπουσέτα Πηγή εικόνας: Youtube

Ο πρώτος μάρτυρας ήταν ο Τομάσο Μπουσέτα, ένας πρώην νονός της Σικελικής Μαφίας.
Ο Μπουσέτα είχε συλληφθεί για φόνο και εμπόριο ναρκωτικών και είχε καταδικαστεί σε ισόβια.
Η σικελική μαφία Κόζα Νόστρα τον είχε αποκηρύξει. Μεταξύ 1981 και 1983 14 μέλη της οικογενείας του είχαν δολοφονηθεί στον αγώνα για την επικράτηση στο εμπόριο ηρωίνης. Ο Μπουσέτα δεν είχε τίποτα να χάσει. Αρχικά, προσπάθησε να αυτοκτονήσει. Όμως, λίγο αργότερα αποφάσισε να να σπάσει τον κώδικα «ομερτά» τον νόμο της σιωπής των μαφιόζων που τιμωρούσε τους «προδότες» με θάνατο. Έγινε πληροφοριοδότης της αμερικανικής αστυνομίας.
Αυτή ήταν η πρώτη φορά που ένας μαφιόζος κατέθεσε ενώπιον της δικαιοσύνης τα μυστικά, τη δομή και τους κανόνες της σικελικής μαφίας.
«Τα ναρκωτικά έφεραν περισσότερα χρήματα, αλλά και περισσότεροι απληστία και βία και λιγότερη τιμή. Δεν υπάρχουν πια έντιμοι άνδρες που πίστευες στον λόγο τους» είπε.

Ο δικαστής του ζήτησε να υποδείξει ποιους από τους κατηγορούμενους αναγνωρίζει. Ο Μπουσέτα κατονόμασε τον Σαλβατόρε Καταλάνο και τον Γκαετάνο Μπανταλαμέντι. Σε αντάλλαγμα με τα στοιχεία που αποκάλυψε, επέτρεψαν στον Μπουσέτα να ζήσει στις ΗΠΑ με νέα ταυτότητα.

Πριν και κατά τη διάρκεια της δίκης πολλοί από τους κατηγορούμενους εξαφανίστηκαν, τραυματίστηκαν ή δολοφονήθηκαν.
Ο Μπένι Ζίτο απέδρασε πριν αποδοθούν οι κατηγορίες. Ο ανιψιός του Μπανταλαμέντι Πιέτρο Αλφάνο που είχε συλληφθεί στην Μαδρίτη το 1984 έμεινε ανάπηρος μετά από πυροβολισμό που δέχτηκε, ενώ ψώνιζε στο Γκρίνουιτς Βίλατζ. Η απόπειρα δολοφονίας του έγινε στις 11 Φεβρουαρίου 1987, ένα μήνα πριν ανακοινωθεί η ετυμηγορία του δικαστηρίου. Καταδικάστηκε σε 15 χρόνια φυλάκισης. Εξέτισε τα επτά χρόνια.
Ένας άλλος κατηγορούμενος βρέθηκε νεκρός σε έναν κάδο σκουπιδιών στο Μπρούκλιν. Είχε πυροβοληθεί και ακρωτηριαστεί. Με αυτόν τον τρόπο η σικελική μαφία προειδοποιούσε τους υπόλοιπους κατηγορουμένους να κρατήσουν το στόμα τους κλειστό και να μην παραβιάσουν το κώδικα «ομερτά».

Ο Μπανταλαμέντι ισχυριζόταν ότι χρησιμοποιούσε τη δύναμη που είχε κατακτήσει στον κόσμο της μαφίας για να κρατήσει τα ναρκωτικά μακριά από την περιοχή του. Αρνήθηκε ότι έκανε εμπόριο ναρκωτικών στην Ιταλία και στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής. Ισχυρίστηκε ότι οι συζητήσεις από τα καρτοτηλέφωνα που είχαν καταγραφεί δεν είχαν σχέση με διακίνηση ναρκωτικών. Αρνούνταν να απαντήσει ερωτήσεις σχετικές με το παρελθόν του. Ο εισαγγελέας του υπενθύμισε ότι έδινε όρκο ενώπιον της δικαιοσύνης. Ο Μπανταλαμέντι έκατσε πίσω στην καρέκλα του και είπε ότι είχε δώσει όρκο σε μία ανώτερη αρχή, εννοώντας τη μαφία.

Τελικά, ο Μπανταλαμέντι και ο Καταλάνο καταδικάστηκαν σε 45 χρόνια φυλάκισης. Ο πρώτος πέθανε στη φυλακή το 2004, ο Καταλάνο αποφυλακίστηκε το 2009 μετά από 29 χρόνια πίσω από τα σίδερα.

Μετά τη δίκη το FBI παρέδωσε τα στοιχεία που είχε συγκεντρώσει στην Ιταλική δικαιοσύνη, η οποία καταδίκασε ακόμη 300 εμπλεκόμενους. Ήταν ένα από τα μεγαλύτερα χτυπήματα που δέχτηκε η σικελική μαφία. Παρόλο που οι εγκέφαλοι της «υπόθεσης της πίτσας» είχαν καταδικαστεί, η διακίνηση ηρωίνης και κοκαΐνης στις Ηνωμένες Πολιτείες δεν περιορίστηκε. Σύντομα ήρθε η εκδίκηση από το οργανωμένο έγκλημα. Το 1992 ο Ιταλός δικαστής Τζιοβάνι Φαλκόνε και η σύζυγός του, δολοφονήθηκαν από τη μαφία στο Παλέρμο. Δυο μήνες αργότερα, ο δικαστής ο Πάολο Μπορσελίνι δολοφονήθηκε μέσα στο αυτοκίνητό του.

Διαβάστε επίσης στην ΜτΧ: Η Μαφία σχεδίαζε να σκοτώσει τον Μάικλ Τζάκσον. Ποιος απέτρεψε τη δολοφονία

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here