Από τις πρώτες μέρες του εθνικού ξεσηκωμού, ο Κολοκοτρώνης είχε συλλάβει την ιδέα της πολιορκίας και της άλωσης της Τριπολιτσάς (σημερινής Τρίπολης), επειδή κατείχε στρατηγική θέση και ήταν το διοικητικό κέντρο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στον Μοριά.

Στην Τριπολιτσά είχε την έδρα του ο Μόρα-Βαλεσί, ο στρατιωτικός διοικητής της Πελοποννήσου, με όλο το χαρέμι και τα πλούτη του, εκεί ζούσε ο μισός τουρκικός πληθυσμός της Πελοποννήσου και την υπερασπιζόταν σημαντικός αριθμός ενόπλων σωμάτων. Με λίγα λόγια ήταν μια επικίνδυνη εχθρική εστία, η οποία εάν δεν εξουδετερωνόταν θα ήταν μια διαρκής απειλή για τις επαναστατημένες επαρχίες της Πελοποννήσου.

Η στρατηγική σύλληψη του Κολοκοτρώνη δεν έγινε αμέσως αποδεκτή, επειδή προϋπέθετε οργανωμένο στρατό, που δεν υπήρχε. Ο Κολοκοτρώνης με επιμονή και πειστικότητα αντέστρεψε το αρνητικό για την άποψή του κλίμα μεταξύ των οπλαρχηγών που ήθελαν τοπικές μάχες στα επιμέρους κάστρα των περιοχών τους κι έτσι στα μέσα Απριλίου αποφασίστηκε ο αποκλεισμός της Τριπολιτσάς σε πρώτη φάση, ώστε να διακοπεί κάθε δυνατότητα επικοινωνίας και εφοδιασμού της πόλης. Αρχιστράτηγος της επιχείρησης ορίσθηκε ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, αλλά ιθύνων νους της ήταν ο Κολοκοτρώνης, το σχέδιο του οποίου τηρήθηκε κατά γράμμα.

Σχέδιο της πόλης και του κάστρου της Τριπολιτσάς. Ήταν το σημαντικότερο διοικητικό, στρατιωτικό και οικονομικό κέντρο της Πελοποννήσου με ιδιαίτερη στρατηγική σημασία, καθώς ήλεγχε τις οδούς προς τις άλλες μεγάλες πόλεις της Πελοποννήσου

Μέχρι τις αρχές Μαΐου του 1821 οι επαναστάτες είχαν περικυκλώσει την Τριπολιτσά σ’ ένα κύκλο που περιλάμβανε τις περιοχές Πάπαρι, Βλαχοκερασιά, Διάσελο, Αλωνίσταινα και Βέρβενα. Τότε έφθασε η πληροφορία ότι ο Μουσταφάμπεης με 3.500 άνδρες προερχόμενος από τα Γιάννενα είχε διασπάσει την πολιορκία από τα ανατολικά και είχε εισέλθει στην πόλη. Η επιχείρηση Τριπολιτσά βρέθηκε σε κίνδυνο και οι Έλληνες για να αντιμετωπίσουν την απειλή ξεκίνησαν να καταδιώκουν τους Τούρκους. Οι δύο σημαντικές ήττες που υπέστησαν οι Οθωμανοί στο Βαλτέτσι (12 Μαΐου) και στα Δολιανά (18 Μαΐου), αναπτέρωσαν το ηθικό στο ελληνικό στρατόπεδο και συνέβαλαν καταλυτικά στην Άλωση της Τριπολιτσάς.

Η δύναμη των πολιορκητών συνεχώς ενισχυόταν και τις παραμονές της Άλωσης είχε φθάσει τους 10.000 άνδρες. Ο κλοιός έσφιγγε διαρκώς και η πόλη υπέφερε. Οι αποθήκες των τροφίμων είχαν σχεδόν αδειάσει, τα χρήματα είχαν εξαντληθεί και οι αρρώστιες θέριζαν. Στην πόλη υπήρχαν 35.000 άνθρωποι.  Τούρκοι, Χριστιανοί, Αλβανοί και Εβραίοι.

Τριπολιτσά Κολοκοτρώνης
Το τελευταίο μήνυμα του Κολοκοτρώνη στον πασά της Τριπολιτσάς, που του έστειλε τελεσίγραφο για να υποχωρήσει.

 Η τάφρος του Κολοκοτρώνη

Τότε ο Κολοκοτρώνης συνέλαβε την ιδέα να κατασκευαστεί περιφερειακή τάφρος γύρω από την πόλη για να δυσκολέψει περισσότερο τη ζωή των πολιορκημένων.  Η τάφρος κατασκευάστηκε ταχύτατα από τους χωρικούς και η όλη τοποθεσία ονομάστηκε Γράνα. Γύρω και πίσω από αυτή τοποθετήθηκαν τα τέσσερα ελληνικά σώματα, με επικεφαλής τους Κολοκοτρώνη, Μαυρομιχάλη, Γιατράκο και Αναγνωσταρά. Οι επαναστάτες είχαν στη διάθεσή τους ένα παμπάλαιο κανόνι και οι πολιορκούμενοι 30.

Απόντος του Μόρα-Βαλεσί, Χουρσίτ Πασά, ο Μουσταφάμπεης, που είχε το γενικό πρόσταγμα στην πόλη, αντιλήφθηκε γρήγορα την κίνηση του Κολοκοτρώνη και στις 18 Αυγούστου ενήργησε επίθεση με ιππικό για να διασπάσει τον κλοιό των Ελλήνων. Απέτυχε και οι δυνάμεις του επέστρεψαν στην πόλη έχοντας υποστεί μεγάλες απώλειες. Μπέηδες και αγάδες άρχισαν τότε να συσκέπτονται για τους όρους της παράδοσης, καθώς δεν υπήρχε ελπίδα σωτηρίας.

Όμως τους πρόλαβε ένας απλός στρατιώτης, ο Μανώλης Δούνιας από τον Πραστό Κυνουρίας. Στις 23 Σεπτεμβρίου 1821, ημέρα Παρασκευή, μαζί με δύο συντρόφους του αναρριχήθηκε στα τείχη της πόλης που έφθαναν τα πεντέμισι μέτρα ύψος και εισήλθε στην Τριπολιτσά, εκμεταλλευόμενος τη γνωριμία του με τον φύλακα του προμαχώνα. Αφού τον εξουδετέρωσε, άνοιξε την Πύλη του Μυστρά και οι επαναστάτες μπήκαν στην πόλη. Οι κάτοικοί της αντιστάθηκαν, χωρίς επιτυχία, επί δίωρο. Επακολούθησε άγρια σφαγή του πληθυσμού και πρωτοφανές πλιάτσικο.

Τριπολιτσά
Ο Κεφαλας βάζει την σημαία των Ελλήνων στο τείχος της Τριπολιτσάς
Η σφαγή

Μάταια οι οπλαρχηγοί προσπαθούσαν να συγκρατήσουν τους μαινόμενους επαναστάτες. «Το ασκέρι, όπου ήτον μέσα, το Ελληνικόν, έκοβε και εσκότωνε, από Παρασκευή έως Κυριακή, γυναίκες, παιδιά και άνδρες, τριάντα δύο χιλιάδες, μία ώρα ολόγυρα της Τριπολιτσάς. Ένας Υδραίος έσφαξε ενενήντα. Έλληνες εσκοτώθηκαν εκατόν», γράφει στα Απομνημονεύματά του ο Κολοκοτρώνης.

Η εκδικητική μανία των επαναστατών εκδηλώθηκε όχι μόνο σε βάρος των Τούρκων, αλλά και των Εβραίων που είχαν δείξει εχθρική στάση απέναντι στην Επανάσταση, και των Ελλήνων που είχαν χαρακτηριστεί τουρκολάτρες, όπως ο πρόκριτος Σωτήρης Κουγιάς. Αντίθετα, οι Αλβανοί της Τριπολιτσάς αποχώρησαν συντεταγμένα με τη συνοδεία Ελλήνων μαχητών, καθώς είχαν έλθει σε συμφωνία με τον ίδιο τον Κολοκοτρώνη. Ο Πλαπούτας τους συνόδευσε μέχρι το Αίγιο και από εκεί πέρασαν απέναντι.

Η Άλωση της Τριπολιτσάς αποτέλεσε σταθμό για την εδραίωση και την εξέλιξη της Επανάστασης.
Ολόκληρη η Πελοπόννησος βρισκόταν στα χέρια των Ελλήνων, εκτός των φρουρίων, Πατρών, Μεθώνης, Κορώνης και Ναυπλίου, τα οποία πολιορκούνταν στενά.

Οι Τουρκαλβανοί που έφυγαν με την μπέσα του Γέρου του Μωρηά την τίμησαν τον επόμενο χρόνο. Ενώ είχαν ενταχθεί στην δύναμη του Δράμαλη κατά την εκστρατεία του, μόλις έφτασαν στην περιοχή του Ισθμού σταμάτησαν. Επικαλέστηκαν την μπέσα που είχαν δώσει στον Κολοκοτρώνη να μην ξανά πολεμήσουν στο Μωρια και αποχώρησαν.

Μια γλαφυρή περιγραφή της μάχης και της σφαγής στην Τρίπολη από τον Διονύσιο  Κόκκινο. Πηγή : Η Ελληνική Επανάστασις, εκδόσεις Μέλισσα, 1974.

«Οπωσδήποτε ο Δούνιας αποφάσισε να πραγματοποιήσει εισβολή από την πύλη του Ναυπλίου την ώρα που οι Τούρκοι, όχι μόνο οι κάτοικοι, αλλά και οι περισσότεροι σταρτιωτικοί θα ήταν συγκεντρωμένοι στο σεράι. Την επομένη το πρωί, αφού σενεννοήθηκε με πολλούς συναδέλφους του, χωρίς να ανακοινώσει τίποτα στους αρχηγούς, πήγε με δυο συντρόφους του μπροστά στην πύλη και ζήτησε από τον γνωστό του Τούρκο να τον ανεβάσει στα τείχη για να δει το τηλεβολοστάσιο. Πενήντα Έλληνες σταρτιώτες, τους οποίους είχε συγκεντρώσει ο Δούνιας από τα κυνουριακά σώατα του Ανγνωστη Κονδάκη, του Γιώργου Μιχαλάκη, του Σαράντη, του Π. Ζαφειρόπουλου, του αρχιμαδρίτη Ιερόθεου Αθανασόπουλου και από το σώμα του Π. Κεφάλα, ενέδρευαν κοντά στην πύλη.

Ο Τούρκος πυροβολητής ανύποπτος, και αφού από μέρες εισέρχονταν στην πόλη Έλληνες, χωρίς να αποδίδεται σε αυτό εξαιρετική σημασία, δέχτηκε να ευχαριστήσει τον Δούνια και τους δυο συντρόφους του, τον Αυραντίνη και τον Ρουμάνη.
Τους κρέμασε σχοινιά, με τα οποία αναρριχήθηκαν.
Αλλά εκείνοι μόλις ανέβηκαν επάνω και βεβαιώθηκαν ότι δεν υπήρχαν εκεί άλλοι πυροβολητές, ούτε φρουροί, συνέλαβαν αμέσως τον Τούρκο, τον έδεσαν και έκαναν σινιάλο στους συντρόφους τους που παραμόνευαν έξω από την πύλη να ανεβούν.

Αμέσως έσπευσαν όλοι, ο ένας μετά τον άλλο, να αναρριχηθούν από τα κρεμασμένα εκτός των τειχών σχοινιά που ήταν δεμένα από τα κανόνια.
Από το γεγανός αυτό πρέπει να συμπεράνουμε ότι ο Δούνιας είχε επιλέξει ναυτικούς που βρίσκονταν στα κυνουριακά σώματα και οι οποίοι ήξεραν την τέχνη της αναρρίχησης. Στη συνέχεια κατέβηκαν στην πύλη, έσπασαν τα σίδερά της και την άνοιξαν ενώ πάνω στο σπίτι του Μουσταφάμπεη υψωνώταν η ελληνική σημαία και ταυτόχρονα ο Αυραντίνης έστρεφε προς την πόλη ένα κανόνι.
Αμέσως μετά την εκλπηκτική αυτή επιτυχία τα σώματα που βρίσκονταν στη Βολιμή, όρμησαν ταχύτατα προς την ανοιχτή πύλη του Ναυπλίου. Ήταν εννιά το πρωί.
Αμέσως ανοίχτηκε η πύλη του Μυστρά και μπήκαν από εκεί τα σώματα με επικεφαλείς τον επίσκοπο Βρεσθένης, τον Κεφαλά, τον Παπατσώνη, τον Κρεββατά και τον Γιατράκο, ενώ οι Γορτύνιοι υπό τον Δημήτριο Δηληγιάννη όρμησαν από το οχύρωμα του Μαντζαγρά και ανέβηκαν στον προμαχώνα του σεραγιού.
Μετά από αυτό άνοιξε η πύλη του Αγίου Αθανασίου από την οποία μπήκαν στην πόλη άλλοι Γορτύνιοι, Μανιάτες, Ολύμπιοι, Τριπολιτσιώτες και Μεγαλοπολίτες. Μετά από λίγη ώρα όλες οι πύλες είχαν ανοιχτεί και η εισόρμηση των ελληνικών σωμάτων γινόταν από όλα τα σημεία.

Τριπολιτσά σφαγή
Παρά την οχύρωσή της η Τριπολιτσά ήταν περισσότερο ευάλωτη από τα υπόλοιπα κάστρα της Πελοποννήσου, γιατί βρισκόταν καταμεσής μιας πεδιάδας και δεν μπορούσε να ελπίζει σε οποιαδήποτε υποστήριξη από θάλασσα. Η απελευθέρωση έγινε στις 23 Σεπτεμβρίου 1821, έξι μήνες μετά από την έναρξη της επανάστασης του 1821.

Οι Τούρκοι που ήταν συγκεντρωμένοι στο σεράι έμειναν εμβρόντητοι όταν άκουσαν τους πρώτους πυροβολισμούς των κυνουριακών σωμάτων και είδαν ότι το παλάτι βαλλόταν από τα κανόνια της πύλης του Ναυπλίου που τα είχε γυρίσει ήδη όλα προς τα εκεί ο Αυραντίνης.
Μετά τη πρώτη σύγχυση έτρεξαν αμέσως στα σπίτια τους για να σώσουν τις οικογένειές τους αντί να σπεύσουν στους προμαχώνες για να αναχαιτίσουν την προέλαση των εισβολέων.
Οι Έλληνες κατόρθωσαν ταχύτατα να γίνουν κύριοι των περισσότερων προμαχώνων.
Οι λίγοι Τούρκοι στρατιώτες που βρέθηκαν εκεί αναγκάστηκαν να φύγουν μπροστά στην ορμή των ελληνικών σωμάτων ενώ άλλοι σκοτώθηκαν επί τόπου.
[…] Άρχισε κατόπιν μάχη μεταξύ επιτιθεμένων και αμυνομένων από την περιοχή της πύλης μέχρι το σπίτι της Καστριτάκαινας.
Αλλά οι Τούρκοι στρατιώτες, περισσότεροι πια από τους πρώτους, ενώ εξέρχονταν από την πύλη οι Αλβανοί, έσπευσαν προς την πύλη του Αγίου Αθανασίου στο οποίο εφορμούσαν τα περισσότερα ελληνικά σώματα.
Μετά από λίγο η σύγκρουση μαινόταν σφοδρή μεταξύ των αντιμαχομένων ενώ από την Μεγάλη τάπια όπου είχαν κλειστεί πολλοί Τούρκοι πυροβολητές μαζί με τον Τσεκούρα, ρίχνονταν κανονιοβολισμοί προς το μέρος που κινούνταν τα ελληνικά σώματα. Επίσης είχαν κλειστεί σε δυο μεγάλα σπίτια αρκετοί Τούρκοι και από εκεί πυροβολούσαν τους εισβολείς.
Παρόλο τον αρχικό αιφνιδιασμό, αντιτάχθηκε ένοπλη άμυνα κατά την οποία σκοτώθηκαν αρκετοί Έλληνες στρατιώτες.
Αλλά οι Τούρκοι που μάχονταν στους δρόμους δεν κατόρθωσαν να κρατηθούν παρά μόνο δυο ώρες και κατόπιν οι εφορμήσαντες Έλληνες πλημμύρισαν την πόλη μαινόμενοι, μετά από τη μικρή εκείνη αντίσταση που στοίχισε ελληνικό αίμα.

Άρχισε η επίθεση κατά των τουρκικών σπιτιών.
Σε πολλά είχαν καταφύγει Τούρκοι στρατιώτες που φρόντισαν να κλείσουν έγκαιρα τις πόρτες τους ενώ σε άλλα, αντιθέτως, οι ένοικοι έσπευδαν έντρομοι να υποδεχτούν με πλαστή προθυμία τους εισβολείς, ελπίζοντας ότι με αυτό τον τρόπο θα έσωζαν τη ζωή τους. Μάταιη προσπάθεια.
Οι νικητές δεν είχαν έλεος για κανένα. Άρχισαν τότε να ανμιγνύονται οι κραυγές των σφαζομένων με τους κρότους των πυροβολισμών, την κλαγγή των σπαθιών και τα χτυπήματα των τσεκουριών στις κλεισμένες πόρτες. Οι σφαίρες διασταυρώνονταν από παντού, αφ’ ενός από τους πυροβολισμούς των Ελλήνων κατά των σπιτιών και εναντίον αυτών που έφευγαν στους δρόμους και αφετέρου από τους Τούρκους στρατιώτες που άδειαζαν τα τουφέκια τους μέσα από τα παράθυρα κατά των επιτιθεμένων. Θρήνοι και σπαρακτικές κραυγές ακούγονταν από τα σπίτια όπου συντελούνταν η άγρια σφαγή.

Δε γινόταν διάκριση φύλλου και ηλικίας.
Πολλοί έσπευδαν να προσφέρουν στους νικητές χρήματα και πολύτιμα είδη για να εξαγοράσουν τη ζωή τους αλλά ούτε κι αυτό ωφέλησε.
Οι εξαγριωμένοι εισβολείς αναζητούσαν αίμα.

Η Μεγάλη τάπια που κατεχόταν ακόμα από τους Τούρκους εξακολουθούσε να αδειάζει τα κανόνια της και στρατιώτες πυροβολούσαν από τις επάλξεις της.
Αλλά εναντίων ποιών; Παντού οι Τούρκοι και οι Έλληνες είχαν αναμιχθεί.
Από τα ίδια μέρη ακούγονταν σπαρακτικές κραυγές των θυμάτων και οι θηριώδεις ανακραυγές των νικητών.

Σκηνή από την Ελληνική Επανάσταση του 1821 Πίνακας του Παναγιώτη Ζωγράφου με την καθοδήγηση του Μακρυγιάννη.
Η Τριπολιτσά προστατευόταν από τείχος μήκους 3,5 χλμ., ύψους περίπου 4 μ. και πάχους 2 μ. στη βάση και ενός περίπου πιο πάνω. Είχε πύργους με διπλές πολεμίστρες, και τριάντα κανόνια, λίγα από τα οποία ήταν σε καλή κατάσταση. Το τείχος είχε επτά πύλες.

Οι κανονιοβολισμοί της Μεγάλης τάπιας χειροτέρευαν το κακό. Έδιναν ένα τελευταίο θάρρος στους κλεισμένους ακόμη εντός των σπιτιών τους Τούρκους και αύξαναν τη μανία των εισβολέων.
Τα σπίτα που αντιστέκονταν, κυριεύονταν το ένα μετά το άλλο.
Και εκεί ακολουθούσε μεγαλύτερη αγριότητα.
Γυναίκες, κορίτσια, παιδιά ρίχνονταν από τα παράθυρα στο δρόμο ή από τους Έλληνες ή από την αλλοφροσύνη της απελπισίας τους και έβρισκαν έτσι ταχύτερο θάνατο από την κατακρίμνηση.
Το αίμα έτρεχε από παντού.
Οι δρόμοι άρχισαν να καλύπτονται από πτώματα και από τραυματισμένους.
Νεαρές οθωμανές παρθένες που δεν είχε δει ποτέ το πρόσωπό τους ανδρικό μάτι, ρίχνονταν γυμνές στους δρόμους.
Άλλα σπίτια, καλά αμπαρωμένα εσωτερικά, πυρπολούνταν και οι ένοικοι έπεφταν από τα παράθυρα στους δρόμους για να γίνουν στόχος βολής αυτών που περίμεναν έξω και να κατακρεουργηθούν από τα σπαθιά τους.
Εκκλήσεις τρυφερών όντων ακούγονταν, μητέρων για τα παιδιά τους, κοριτσιών για τις μητέρες τους, αλλά δεν εύρισκαν απέναντί τους τίποτε άλλο παρά τον πικρό σαρκασμό των νικητών, την οργή της εκδίκησης, την απάνθρωπη χαρά του αίματος, που όταν αρχίσει γίνεται άγρια, ακόρεστη δίψα».

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here