Για έναν μουσουλμάνο αξιωματούχο, το χαρέμι ήταν επίδειξη δύναμης, ανδρισμού και οικονομικής ευμάρειας. Όμως, για έναν σουλτάνο ήταν κάτι παραπάνω. Η ύπαρξη ενός αυτοκρατορικού χαρεμιού εξυπηρετούσε και πολιτικούς σκοπούς, καθώς έτσι εξασφάλιζε ότι θα αποκτούσε διαδόχους στον θρόνο.

Οι γυναίκες που ανήκαν στο χαρέμι του σουλτάνου, του βεζίρη, του πασά ή των υπόλοιπων υπηκόων της οθωμανικής αυτοκρατορίας ήταν σκλάβες του κατόχου τους και αποκομμένες από την υπόλοιπη κοινωνία. Ανήκαν στον εκάστοτε αξιωματούχο και θεωρούνταν σκεύος ηδονής.

Η γυναικεία δουλεία ξεκίνησε στο Οθωμανικό Χαρέμι του σουλτάνου Ορχάν Μπέη κατά τον 14ο αιώνα.
Πώς έφθανε μια κοπέλα στο χαρέμι; Υπήρχαν διάφοροι τρόποι.
Ο πιο κλασικό τρόπος ήταν να τις αρπάξουν μετά από μια νικηφόρα μάχη. Φυσικά υπήρχαν και τα σκλαβοπάζαρα.
Τα κορίτσια τα αγόραζαν σε μικρή ηλικία ακόμη και πριν γίνουν δέκα ετών.

Πηγή εικόνας: Wikimedia Commons

Όμως, δεν αρπάζονταν όλες με τη βία. Πολλές οικογένειες έδιναν τα κορίτσια τους σ ένα χαρέμι για να έχουν μια ζωή με ανέσεις. Υπήρχαν περιπτώσεις που ο πατέρας συμφωνούσε να δώσει την κόρη του έναντι χρηματικού αντιτίμου.
Ουσιαστικά την πουλούσε. Αν η κοπέλα ήταν απείθαρχη ή σωματικές ατέλειες ο δουλέμπορος έδινε λιγότερα χρήματα από την αρχική συμφωνία. Στα σκλαβοπάζαρα κόστιζαν λιγότερο από ένα άλογο. Η τιμή μιας οδελίσκης, δηλαδή της παρθένας παλλακίδας ανερχόταν από 1000 έως 2000 κουρούς, ενώ ένα άλογο κόστιζε περισσότερους από 5.000 κουρούς.

Οι πιο ακριβές γυναίκες του χαρεμιού ήταν οι Κιρκάσιες, οι Γεωργιανές, οι Καυκασιανές και οι Αμπχάζιες, καθώς θεωρούνταν ότι είναι οι πιο όμορφες και ότι προέρχονταν από τις αμαζόνες.
Όσες επιλέγονταν από τους «πράκτορες» του σουλτάνου, εξετάζονταν πρώτα από γιατρούς και μαίες για να επιβεβαιώσουν ότι ήταν υγιείς. Όταν έμπαιναν στο χαρέμι ξεκινούσε η «εκπαίδευσή» τους για να ικανοποιήσουν τον αφέντη τους.
Από μικρές εκπαιδεύονταν στο πώς να συμπεριφερθούν στον αφέντη τους.

Τα ανδρικά χαρέμια

Εκτός από γυναικεία χαρέμια, υπήρχαν και τα ανδρικά. Τα αγόρια του χαρεμιού ονομάζονταν γιουσουφάκια, ενώ η επίσημη ορολογία ήταν γανύμηδες. Τα γιοσουφάκια ικανοποιούσαν σεξουαλικά τον αφέντη τους αλλά ήταν και ένα κομμάτι της καθημερινής ψυχαγωγίας.  Χόρευαν οντάδες, τραγουδούσαν, σέρβιραν καφέ ή έκαναν αέρα με φτερό στον αφέντη τους. Όταν τα γιουσουφάκια ενηλικιώνονταν διορίζονταν σε διάφορες υπηρεσίες, ενώ σε όσους δεν είχαν ιδιαίτερες ικανότητες προσέφερε κατάλυμα και τροφή.
Τα περισσότερα γιουσουφάκια παντρεύονταν με κοπέλες του χαρεμιού, που είχαν ολοκληρώσει την υπηρεσία τους.

Η ζωή στο χαρέμι του σουλτάνου

Το μεγαλύτερο χαρέμι ήταν στο παλάτι Τοπ Καπί στην Κωνσταντινούπολη. Με περισσότερα από 300 δωμάτια, 40 αυλές, λουτρά, τζαμί, σιντριβάνια, πτηνοτροφεία, 10 κουζίνες, η ζωή των γυναικών στο χαρέμι ήταν πολυτελής, αν και απομονωμένη. Είχαν όλες τις ανέσεις και έτρωγαν πλουσιοπάροχα εκλεκτά φαγητά. Παρά την καλή ζωή οι γυναίκες ήταν ουσιαστικά φυλακισμένες και φρουρούνταν επί 24ωρου βάσεως.  Οι άνδρες που τις επιτηρούσαν ή τις εκπαίδευαν, για προφανείς λόγους ήταν ευνούχοι. Αν κάποια επιχειρούσε να δραπετεύσει, την εκτελούσαν.

Στο χαρέμι υπήρχε ιεραρχία. Η κάθε γυναίκα είχε ξεχωριστά καθήκοντα, τα οποία ακολουθούσε με αυστηρότητα και πειθαρχία.
Στην κορυφή της ιεραρχίας βρισκόταν η Βαλιντέ σουλτάνα, που ήταν η μητέρα του σουλτάνου.
Η Βαλιντέ σουλτάνα ήταν υπεύθυνη για τη σωστή λειτουργία του χαρεμιού, ενώ κατά περιόδους της χρέωναν ότι επηρέαζε έμμεσα όλη την αυτοκρατορία. Ο σουλτάνος υπολόγιζε τον λόγο της μάνας του και όλοι έδειχναν σεβασμό προς το πρόσωπό της.

Σύμφωνα με τη συγγραφέα Λέσλι Πιρς και το βιβλίο της «Το αυτοκρατορικό χαρέμι» η Βαλιντέ σουλτάνα έπαιρνε τον υψηλότερο μισθό όλης της οθωμανικής αυτοκρατορίας, ο οποίος προερχόταν από τον κρατικό προϋπολογισμό.
Οι Βαλιντέ συνήθως ασκούσαν φιλανθρωπινό έργο ως απόδειξη της αγάπης τους για το λαό αλλά και επειδή ήταν κομμάτι του ρόλου τους.
Για παράδειγμα, η Χασεκί Αφιφέ Νουρμπανού Βαλιντέ Σουλτάν, μητέρα του σουλτάνου Μουράτ Γ, είχε χτίσει με δική της πρωτοβουλία ένα τζαμί.
Η Σουλτάνα Τουρχάν Χατιτζέ μητέρα του σουλτάνου Μωάμεθ Δ΄, μοίραζε λάδι, ρύζι και ξύλα στους φτωχούς. Η Σουλτάνα Κιοσέμ, μητέρα δύο Σουλτάνων, του Μουράτ Δ΄ και του Ιμπραήμ Α΄ που θεωρείται η ισχυρότερη  γυναίκα στην ιστορία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, μοίραζε κάθε χρόνο ρούχα και παπούτσια στους φτωχούς.
Η Βαλιντέ έμενε σε ξεχωριστά δωμάτια, φυσικά κοντά στον γιο της.

Πηγή εικόνας: Wikimedia Commons

Στην επόμενη βαθμίδα της ιεραρχίας στο χαρέμι, ήταν οι σύζυγοι του σουλτάνου, που ονομάζονταν καντίν εφέντη. Ήταν γυναίκες οι οποίες επιλέχθηκαν είτε από την Βαλιντέ είτε από τον σουλτάνο. Οι σύζυγοί του σουλτάνου καθοδηγούνταν και εκπαιδεύονταν από τη μητέρα του.
Το κύριο μέλημά τους ήταν να μεγαλώσουν και να προστατέψουν τα παιδιά τους.

Σύμφωνα με τον Βρετανό ιστορικό Φίλιπ Μάνσελ, συχνό φαινόμενο ήταν να σφάζονται οι γιοι μεταξύ τους για να εξασφαλίσουν τον θρόνο. Κατά τη διάρκεια της οθωμανικής Αυτοκρατορίας είχαν εκτελεστεί περισσότεροι από 80 πρίγκιπες. Σε αυτόν τον αγώνα για την εξασφάλιση του θρόνου συμμετείχε και η μητέρα του κάθε εν δυνάμει διαδόχου, καθώς επιδίωκε ο γιος της να γίνει σουλτάνος για να αναδειχθεί σε «βαλιντέ» σουλτάνα, που ήταν η ισχυρότερη γυναίκα της αυτοκρατορίας.
Έτσι, η καθημερινή ζωή της συζύγου του σουλτάνου ήταν ένας αγώνας επιβίωσης. Οι σύζυγοι του σουλτάνου είχαν σημαντικά προνόμια και οικονομικά οφέλη.

Τον μικρότερο ρόλο στο χαρέμι είχαν οι αδερφές ή οι κόρες του σουλτάνου. Ο σουλτάνος φρόντιζε να πάρουν τις απαραίτητες γνώσεις, αλλά σε καμία περίπτωση ακαδημαϊκή παιδεία, που ούτως ή άλλως δεν ήταν διαδεδομένη στου Οθωμανούς. Τους παρείχαν ακόμη σημαντική προίκα και ένα παλάτι, ώστε να ζήσουν με τον σύζυγό τους, όταν θα έφταναν την ηλικία των 15 ετών.

Κάτω από τις συζύγους ήταν οι χανούμ, που ήταν επίσης ερωμένες του σουλτάνου και πολλές φορές γεννούσαν και εκείνες τα παιδιά του, αλλά χωρίς νόμιμα δικαιώματα διαδοχής.
Τα παιδιά λειτουργούσαν ως ο καλύτερος τρόπος για να ανέβουν στην ιεραρχία του χαρεμιού.
Σε περίπτωση που ο σουλτάνος αποκτούσε διάδοχο από μια παλλακίδα, σταματούσε τη σεξουαλική συνεύρεση μαζί της. Η γυναίκα αφοσιωνόταν στην ανατροφή του παιδιού της. Γενικά το σεξ δεν ήταν αυτονόητο. Υπήρχαν κοπέλες στο χαρέμι που περίμεναν πολλά χρόνια για να συνευρεθούν με τον σουλτάνο και κάποιες που είχαν μόνο μία συνεύρεση σε όλη τους τη θητεία στο χαρέμι.

Στην επόμενη κατάταξη ήταν οι «ευνοούμενες» του σουλτάνου, που ονομάζονταν ικμπάλ.  Ήταν κορίτσια που είχαν καταφέρει να τραβήξουν το βλέμμα του σουλτάνου και έτσι να κάνουν το πρώτο βήμα για να ξεχωρίσουν μέσα στο χαρέμι. Έμεναν σε ξεχωριστά δωμάτια και είχαν δικούς τους ευνούχους για να τις φροντίζουν.

Χορός στο χαρέμι, ελαιογραφία του Αλεξάντερ Σβόνσβα, 1848

Στη συνέχεια ήταν οι γκιεζτέ. Ήταν οδαλίσκες που δεν κατάφεραν να κερδίσουν τον σουλτάνο και τις υποβάθμιζε. Οι συγκεκριμένες έφευγαν από το χαρέμι, συνήθως με μια μικρή προίκα.
Στην τελευταία θέση της ιεραρχίας ήταν οι οδαλίσκες, που δεν είχαν καμία σχέση με τον σουλτάνο.
Λέγεται ότι η ζωή στο χαρέμι ήταν βαρετή. Γι’ αυτό, κάπνιζαν όπιο και ανέπτυσσαν ομοφυλοφιλικές σχέσεις μεταξύ τους.
Απολάμβαναν τα προνόμια του χαρεμιού και περίμεναν τη στιγμή που ο σουλτάνος θα τις κοιτούσε έντονα ή θα τους έκανε κάποιο κομπλιμέντο.
Ήταν το σήμα ότι ο σουλτάνος ήθελε να συνευρεθεί μαζί τους. Τότε ξεκινούσε η προετοιμασία.
Πήγαιναν στο χαμάμ και υπό την επίβλεψη των ευνούχων έκαναν μασάζ με έλαια, λούζονταν, αποτριχώνονταν σε όλο το σώμα και ντύνονταν με μεταξωτά φορέματα και κοσμήματα, βάφονταν και αρωματίζονταν. Όταν ήταν έτοιμες οδηγούνταν στην κρεβατοκάμαρα του σουλτάνου, όπου γονάτιζαν στην άκρη του κρεβατιού.
Μέσα στο χαρέμι οι κοπέλες έπρεπε να γεμίζουν το χρόνο τους και να αποκτούν μια σχετική παιδεία.
Το καθημερινό πρόγραμμα είχε μαθήματα γραφής, ανάγνωσης, κέντημα, άρπα και τραγούδι.
Μάθαιναν επίσης, λογοτεχνία και ποίηση.

Σύμφωνα με τις ιστορικές καταγραφές ο Σουλτάνος Σουλεϊμάν ο Μεγαλοπρεπής ερωτεύτηκε τη Χουρέμ Σουλτάνα από τα ποιήματα που του έγραφε. «Άσε την Χουρέμ να θυσιαστεί για μια τρίχα του μουστακιού σου», του είχε γράψει.

Μετά από εννιά χρόνια υπηρεσίας, μπορούσαν να «απελευθερωθούν». Ο σουλτάνος τους έδινε επίσημο έγγραφο στο οποίο επιβεβαίωνε την αποδέσμευσή τους από το χαρέμι, τις προίκιζε και φρόντιζε να παντρευτούν με κάποιον μουσουλμάνο.
Γι αυτό και υπήρχαν οικογένειες που τις έστελναν οικειοθελώς. Δεν είναι σαφές πόσο διαδεδομένη ήταν η πρακτική αλλά σίγουρα το μέλλον της κοπέλας ήταν εξασφαλισμένο και η συνεύρεση με τον σουλτάνο δεν ήταν καταδικαστέα από την κοινωνία. Αρκεί να μη δημιουργούσαν προβλήματα γιατί η εκτέλεσή τους ήταν ακαριαία και ατιμώρητη.

Ο Αλή πασάς και η κυρά Βασιλική, Έργο του Σητήρη Χρηστίδη, 1930, από την συλλογή του Ζήκου Παπαζώτου,

Σε κάθε μεγάλο χαρέμι υπήρχε μια επικεφαλής που φρόντιζε για την εκπαίδευση και την προετοιμασία τους.
Δεν είχε ερωτικές σχέσεις με τους πασάδες, κυκλοφορούσε ελεύθερα, είχε υψηλή αμοιβή και άλλα προνόμια.
Υπήρχαν επίσης και άλλες γυναίκες με σημαντικές θέσεις στο χαρέμι, όπως η επικεφαλής Χαζινεντάρ, που ήταν η ταμίας του σουλτάνου που κρατούσε το κλειδί του θησαυροφυλακίου και είχε κρεμασμένη στο λαιμό της τη σφραγίδα του σουλτάνου.
Ο σουλτάνος είχε γυναίκες υπεύθυνες για κάθε δουλειά μέσα στο χαρέμι, όπως για να δοκιμάζουν το φαγητό του, ώστε να είναι σίγουρος ότι δεν ήταν δηλητηριασμένο, για να του πλένουν τα χέρια και το σώμα, να του καθαρίζουν τα ρούχα του, ακόμη και για να του στρώνουν το κρεβάτι.

Πηγή αρχικής εικόνας: Wikimedia Commons

Διαβάστε επίσης στη ΜτΧ: Η συγκλονιστική ιστορία της Ελληνίδας χορεύτριας, που την πούλησαν σε χαρέμι Άραβα και εξαφανίσθηκε, τη δεκαετία του ’50

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here