Ο Μάκρος Μπότσαρης μετά την καταστροφική για τους Έλληνες μάχη στο Πέτα τον Ιούλιο του 1822 και την πτώση του Σουλίου, ακολούθησε τον Μαυροκορδάτο στο Μεσολόγγι. Παρά το πεσμένο ηθικό και την απογοήτευση ο Σουλιώτης οπλαρχηγός αναδιοργάνωσε το στράτευμα και ξεκίνησε πάλι να πολεμά.

Υπερασπίστηκε αποτελεσματικά την πόλη στην πρώτη πολιορκία του 1822 και παραπλάνησε τους Τούρκους με πλαστές συνομιλίες. Έτσι έδωσε χρόνο στους πολιορκημένους να ενισχύσουν τις οχυρώσεις και να αμυνθούν. Τα Χριστούγεννα υπερασπίστηκε με λίγους πολεμιστές το τείχος της πόλης και σταμάτησε το στρατό του Ομέρ Βρυώνη.

Ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, που είχε έρθει σε σύγκρουση με τον Κολοκοτρώνη και τον Ανδρούτσο, του έδωσε τον τίτλο του αρχιστράτηγου της Δυτικής Στερεάς Ελλάδας. Μάλιστα το γεγονός αυτό προκάλεσε την αντίδραση άλλων οπλαρχηγών που βρίσκονταν σε διαμάχη με τους Σουλιώτες.
Τότε, ο Μάρκος Μπότσαρης έκανε κάτι που πέρασε στην ιστορία. Έσκισε μπροστά σε όλους το χαρτί του διορισμού του λέγοντας: «Όποιος είναι άξιος παίρνει το δίπλωμα με το σπαθί του από τον πασά».

Στη συνέχεια τους κάλεσε να πολεμήσουν μαζί κόντρα Μουσταή Πασά που εκστράτευσε εναντίον της Επανάστασης με μεγάλη δύναμη επίλεκτων ανδρών. Στο πλευρό του είχε τον Ομέρ πασά και τον Σούλτζη Κόρτσα με πολυάριθμα στρατεύματα που κινήθηκαν μέσω της κοιλάδας του Αχελώου και έφτασαν στο Καρπενήσι, στην καρδιά της ορεινής Ρούμελης.

Η Σουλιώτικη νυχτομαχία

Στο κάλεσμα του Μπότσαρη δεν ανταποκρίθηκαν οι άλλοι οπλαρχηγοί παρά μόνο ο Κίτσος Τζαβέλας. 450 Σουλιώτες τη νύχτα της 8-9 Αυγούστου,  επιτέθηκαν κατά της εμπροσθοφυλακής του Μουσταή, που υπό τον Τζελαλεδίν μπέη είχε στρατοπεδεύσει χαμηλότερα από το Καρπενήσι, στο Κεφαλόβρυσο.

Μόλις νύχτωσε οι Έλληνες όρμησαν προς το στρατόπεδο. Παρά την αριθμητική υπεροχή των Τούρκων, κατάφεραν να σκοτώσουν αρκετούς. Ο Μπότσαρης παρ’ ότι τραυματίστηκε στην κοιλιά, προσπάθησε να αναρριχηθεί σε ένα μαντρότοιχο, για να δει πού βρισκόταν η σκηνή του Τζελαλεδίν.

Τότε δέχθηκε ένα βόλι στο μέτωπο, πάνω από το δεξί μάτι και έχασε τη ζωή του. Ιστορικοί αναφέρουν πως πριν ξεψυχήσει είπε: «Αδέλφια, με βάρεσαν». Το μοιραίο βόλι που κόστισε τη ζωή στον Σουλιώτη αγωνιστή, μαζί με αιματοβαμμένο κομμάτι από τον κεφαλόδεσμό του, βρίσκεται σήμερα στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο στο κτίριο της παλαιάς Βουλής.

Το βόλι που σκότωσε τον Μπότσαρη στη μάχη του Κεφαλόβρυσου. Αιματοβαμμένο κομμάτι από τον κεφαλόδεσμο και το ρολόι του. Εκτίθεται στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Η πορεία προς το Μεσολόγγι

Αμέσως μετά τον θανάσιμο τραυματισμό του Μπότσαρη, οι Σουλιώτες αν και νικούσαν, σταμάτησαν τη μάχη για να περισυλλέξουν τον νεκρό αρχηγό τους. Μεταφέροντας το σώμα του προς το Μεσολόγγι, σταμάτησαν για λίγο στην Μονή Προυσσού, όπου βρισκόταν ο άρρωστος Γεώργιος Καραϊσκάκης. Η ιστορία αναφέρει ότι τον ασπάστηκε και είπε : «Άμποτε ήρωα Μάρκο, κι’ εγώ από τέτοιο θάνατο να πάω«.

Η πομπή που τον μετέφερε στο Μεσολόγγι ήταν εντυπωσιακή, σύμφωνα με τον Γάλλο Φιλέλληνα Φρανσουά Πουκεβίλ. Ο νεκρός ήταν καλυμμένος με κυανή χλαμύδα. Μπροστά περπατούσαν οι Τούρκοι αιχμάλωτοι, ακολουθούσαν τα αιχμαλωτισμένα άλογα των αξιωματικών και 54 σημαίες των εχθρών. Ακολουθούσαν τα λάφυρα της μάχης: όπλα, σκηνές, πολεμοφόδια και το ταμείο των τουρκαλβανών.

Ο Καραϊσκάκης τον εκτιμούσε ιδιαίτερα και τον είχε περιγράψει ως εξής:

«Ο Μάρκος ήταν τρανός. Είχε νου που δεν είχε άλλος. Είχε καρδιά λιονταριού και γνώμη δίκαιη σαν του Χριστού. Εμείς όλοι, ούτε στο δάχτυλό του δεν φθάνουμε».

Ο  Διονύσιος Σολωμός είχε παρομοιάσει την κηδεία του με την ταφή του Έκτορα στην Τροία. Ο Αμερικανός φιλέλληνας Fitz-Greene Halleck του αφιέρωσε το ποίημα «Μάρκος Μπότσαρης» που δημοσιεύτηκε τον Ιούνιο του 1825. Απόσπασμα του ποιήματος:

Προσωπογραφία του Μπότσαρη στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο
«Μεσάνυχτα, μες στου δάσους τις σκιές
Ο Μπότσαρης παράταξε τους Σουλιώτες του,
Αφοσιωμένους, χαλύβδινους σαν τις δοκιμασμένες τους λεπίδες,
Ήρωες στην ψυχή και στο σώμα.
Εκεί είχαν σταθεί των Περσών οι χιλιάδες,
Εκεί η ευτυχής γη είχε πιει το αίμα τους
Στις Πλαταιές μιαν αρχαία μέρα.
Και τώρα εκεί έπνεε ο ίδιος στοιχειωμένος αέρας,
Οι γιοι των προγόνων, εκείνων που νίκησαν εκεί,
Με το χέρι έτοιμο να χτυπήσει και την ψυχή να τολμήσει,
Τόσο γρήγορα, τόσο μακριά… Όπως εκείνοι.
Πάλεψαν – σαν γενναίοι άνδρες, πολλήν ώρα και καλά.
Σώριασαν σ’ εκείνο το χώμα σφαγμένους μουσουλμάνους,
Νίκησαν – αλλά ο Μπότσαρης έπεσε
Αιμόφυρτος.
Οι λιγοστοί του σύντροφοι που σώθηκαν
Είδαν το χαμόγελό του
όταν αντήχησαν δυνατές οι ζητωκραυγές τους,
Και το κόκκινο πεδίο κερδήθηκε.
Έπειτα είδαν στο θάνατο τα βλέφαρά του να κλείνουν,
Ήρεμα, σαν για ανάπαυση μιας νύχτας,
Όπως τα λουλούδια στο λιόγερμα».

 

Η θυσία του Μπότσαρη για την ελευθερία συγκίνησε το έθνος και τους φιλέλληνες. Εκτός από τον Ιταλό Ludovico Lipparini που απαθανάτισε τον θάνατό του και ο ζωγράφος Ντελακρουά ζωγράφισε δύο φορές τον πίνακα: «Ο Μπότσαρης αιφνιδιάζει τους Τούρκους».

«Ο Μπότσαρης αιφνιδιάζει τους Τούρκους στο στρατόπεδο τους» (προσχέδιο του 1860), Ευγένιος Ντελακρουά/ Wikimedia Commons

Ο λόρδος Βύρωνας που επισκέφτηκε το Μεσολόγγι την επόμενη χρονιά του θανάτου του, πλησίασε το μνήμα του και ορκίστηκε να δώσει και τη ζωή του για την ελευθερία της Ελλάδας.

Ο Μπότσαρης πέθανε σε ηλικία μόλις 33 ετών και ήταν ένας ανιδιοτελής ήρωας, που πολέμησε με θάρρος για την ανεξαρτησία. Δεν τον ενδιέφεραν τα αξιώματα και το απέδειξε όταν τον έχρισαν στρατηγό και έσκισε το δίπλωμα λέγοντας  «Όποιος είναι άξιος, παίρνει το δίπλωμα αύριο μπροστά στον εχθρό». Αυτοί που τον κατηγόρησαν δεν πολέμησαν στο πλευρό του, αλλά τον έκλαψαν μετά το χαμό του.

Μετά την ηρωική Έξοδο και την κατάληψη του Μεσολογγίου από τους Οθωμανούς, οι Τουρκαλβανοί άνοιξαν τον τάφο του Μπότσαρη αναζητώντας τα όπλα του και πολύτιμα λάφυρα από την τελευταία μάχη της ζωής του.

Το Εθνικό Ιστορικό Μουσείο βρίσκεται Σταδίου 13, στο Μέγαρο της Παλαιάς Βουλής, Πλατεία Κολοκοτρώνη.

Αρχική φωτογραφία: Ο Θάνατος του Μάρκου Μπότσαρη στο μουσείο της Τεργέστης. Έργο του Ιταλού Ludovico Lipparini (Πηγή Wikipedia)

Διαβάστε στη «ΜτΧ»:  Ντοκουμέντο: η αυθεντική πιστόλα του Αθανάσιου Διάκου από τη φονική μάχη της Αλαμάνας. Δείτε το σπίτι που φυλακίστηκε στη Λαμία. Βρήκε μαρτυρικό θάνατο λέγοντας «εγώ Γραικός γεννήθηκα, Γραικός και θ’ αποθάνω!»

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here