Δεν υπάρχει καλό ή κακό χρήμα. Υπάρχει απλά χρήμα.

Ο Σαλβατόρε Λουκάνια γεννήθηκε στις 24 Νοεμβρίου του 1896 σε μία φτωχή γειτονιά της σικελικής επαρχίας. Όταν το 1906 η οικογένεια του αναγκάστηκε να μεταναστεύσει στη Νέα Υόρκη, κανείς δεν θα μπορούσε να προβλέψει πως ο 10χρόνος τότε, Σαλβατόρε θα γινόταν ένας από τους πιο καταδιωκόμενους, αδίστακτους και τρανούς γκάνγκστερ των Ηνωμένων Πολιτειών.

«Πρώτες δουλειές»

Ο Σαλβατόρε αναγκάστηκε από μικρός να μάθει να επιβιώνει στους δρόμους μιας υποβαθμισμένης συνοικίας του Μανχάταν.
Στο σχολείο είχε μαθησιακά προβλήματα καθώς δεν γνώριζε καλά αγγλικά. Δεν είχε έφεση στα γράμματα και το περιβάλλον δεν τον ευχαριστούσε. Έτσι ξεκίνησε από μικρός τις παρανομίες.
Συνόδευε για μερικές δεκάρες τους Εβραίους συμμαθητές του, οι οποίοι έπεφταν θύματα ρατσιστικής βίας.
Αρχισε τις μικροκλοπές και πουλούσε τσαμπουκά σε όποιον τολμούσε να τα βάλει μαζί του.
Σε έναν καυγά, ο Μέγερ Λάνσκι, ένα δεκάχρονο εβραιόπουλο, βοήθησε τον Σαλβατόρε να ξεφύγει από τους τραμπούκους που τον απειλούσαν.
Οι δύο πιτσιρικάδες ένωσαν την ισχύ τους και έγιναν αδελφικοί φίλοι ή όπως λένε στην αμερική: «partners in crime».

Σαλβατόρε Λουκάνια και Μέγιερ Λάνσκι Youtube

Το 1914, ο Σαλβατόρε άρχισε να εργάζεται τα πρωινά, ως πωλητής σε πιλοποιείο, ενώ τα βράδια έκανε θελήματα για τον νονό Τζουζέπε Μασερία. Κάπως έτσι, γνώρισε τον Μπέντζαμιν «Μπάγκσι» Σίγκελ, έναν Εβραίο μικροκακοποιό που έμελλε να γίνει ένας από τους πιο διαβόητους γκάνγκστερ της εποχής του.

Σε ηλικία 19 χρονών, έπειτα από 6 μήνες αναμορφωτηρίου για διακίνηση ναρκωτικών, ο Σαλβατόρε δολοφόνησε εν ψυχρώ τον αρχηγό της διάσημης συμμορίας «Five Points» και κέρδισε με την αξία του μια περίοπτη θέση στη Νεοϋρκέζικη μαφία.

«Τυχερή χρονιά»

Με την ποτοαπαγόρευση του 1919, ο Σαλβατόρε και η παρέα του, Μέγιερ Λάνσκι, Μπάγκσι Σίγκελ, Φράνκ Κοστέλο και Βίτο Τζενοβέζε, πήραν τα ηνία της πόλης αναλαμβάνοντας αποκλειστικά, την παράνομη προμήθεια αλκοόλ στην Ανατολική Ακτή.
Πρώτο όνομα της πιάτσας, κυρίαρχος στο λαθρεμπόριο και την εγκληματικότητα ανέβηκε στην κορυφή της ισχυρότερης «φαμίλιας» της Νέας Υόρκης, με νονό τον Μασερία.

Λάκι Λουτσιάνο (Σαλβατόρε Λουκάνια) Youtube

Δέκα μαχαιριές στο πρόσωπο, ανελέητο ξύλο και ένα χαμένο μάτι. Άπειρες ένοπλες συμπλοκές και καυγάδες. Απόπειρες να τον σκοτώσουν και σχέδια εξόντωσης που έμειναν ανεκπλήρωτα. Τόσα χρειάστηκαν για να αποκτήσει το 1929 το παρατσούκλι «Λάκι» δηλαδή Τυχερός.
Είχε γίνει όμως φιλόδοξος και κατά συνέπεια επικίνδυνος για την καθεστηκυία τάξη της μαφίας και ειδικά για το αφεντικό του.
Ο Μασερία θέλοντας να βγάλει από την μέση τον Σαλβατόρε έστειλε ανθρώπους του να τον “καθαρίσουν”. Ο Σαλβατόρε,  όχι μόνο επέζησε της επίθεσης, αλλά έγινε ο θρύλος με τις ουλές και το «κρεμασμένο» μάτι. Λίγο καιρό αργότερα, συμμάχησε με τον δεύτερο σε ιεραρχία νονό της πόλης, Μαρατζάνο, και σε μια ενέδρα σκότωσαν τον Μασερία. Τον Σεπτέμβριο του 1931, ο Λάκι εκτέλεσε τον Μαρατζάνο και τον συνεργάτη του μπουκάροντας στο γραφείο του ως πράκτορας του FBI.

«Αρχιτέκτονας του οργανωμένου εγκλήματος»

Ο Λάκι Λουτσιάνο βασίλευε πλέον στην αμερικανική Μαφία, ασκούσε πολιτική επιρροή, διείσδυσε στα εργατικά συνδικάτα και μοίρασε την πόλη στις «Πέντε Οικογένειες», Γκαμπίνο, Μπονάννο, Γκενοβέσε, Λουτσέζε και Κολόμπο, οι οποίοι με τη σειρά τους ήλεγχαν την εμπορική και βιομηχανική δραστηριότητα της Νέας Υόρκης.
Ο μεγαλοεπιχειρηματίας Τσαρλς Ρος που διέμενε στο υπερπολυτελές συγκρότημα «Waldolf Towers» της Νέας Υόρκης με τα ακριβά ρούχα και τη μαύρη λιμουζίνα δεν ήταν άλλος από τον Λάκι Λουτσιάνο, που είχε διανύσει όλη την αιματηρή διαδρομή, από την υποβαθμισμένη γειτονιά του Μανχάταν ως την κορυφή του εγκλήματος. Κάπου εκεί προσγειώθηκε απότομα στη φυλακή.

Οι «5 Οικογένειες» Youtube

«Επιχείρηση Υπόκοσμος»

Τον Ιούνιο του 1936, ο άτυχος πια Λάκι Λουτσιάνο καταδικάστηκε σε 30 χρόνια κάθειρξης ως προαγωγός κυκλώματος πορνείας. Τα σίδερα της φυλακής βέβαια, δεν σταμάτησαν τον Λουτσιάνο, ο οποίος στις αρχές του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου είχε τον απόλυτο έλεγχο του λιμανιού της Νέας Υόρκης. Το 1942 όταν το πολεμικό πλοίο «Νορμανδία» τυλίχτηκε μυστηριωδώς στις φλόγες μέσα στο λιμάνι της Νέας Υόρκης, η κυβέρνηση πανικοβλήθηκε. Αν τη φωτιά είχαν βάλει οι Ναζί ποιος μπορούσε να σταματήσει τα σαμποτάζ; Ποιος θα μπορούσε να ελέγξει αποτελεσματικά το αχανές λιμάνι της πόλης;
Σε μία από τις συσκέψεις έπεσε η πρόταση να αναθέσουν αυτό το ρόλο στη Μαφία, που ούτως ή άλλως έλεγχε το λιμάνι και θα χρησιμοποιούσε ακόμη και παράνομες μεθόδους αλλά αποτελεσματικές. Όταν οι αξιωματικοί του FBI συνήλθαν από το σοκ, θεώρησαν ότι η πρόταση ήταν αδόκιμη αλλά ορθολογική. Σχεδόν ταπεινωτική για τις αρχές αλλά κατέληξαν ότι στον πόλεμο όλα επιτρέπονται. Ειδικά μετά τον βομβαρδισμό του Περλ Χάρμπορ.
Χρησιμοποίησαν λοιπόν τον Λάνσκι ως μεσολαβητή και έπεισαν τον φυλακισμένο Λουτσιάνο να δώσει τη συγκατάθεσή του και να αναλάβει η οργάνωσή του τη φύλαξη του λιμανιού. Φυσικά χωρίς γραπτά ντοκουμέντα και δελτία τύπου. Κρυφά και αν ήταν δυνατόν χωρίς ποτέ να γίνει γνωστό στην κοινή γνώμη.
Το αντάλλαγμα να απελευθερωθεί ήταν εκτός συζήτησης. Συμφώνησαν όμως να μεταφερθεί από τις αυστηρές φυλακές «Κλίντον» στην κατά πολύ αναβαθμισμένη φυλακή του «Γκρέιτ Μέντοου», στο Κόμστοκ.
Ο Λουτσιάνο ενθουσιάστηκε με τα νέα του καθήκοντα. Ήταν μαφιόζος αλλά και πατριώτης. Ήθελε να βοηθήσει τις ΗΠΑ και φυσικά τον κολάκευε η αναγνώριση της ισχύος του. Επίσης όλοι οι Ιταλοί μαφιόζοι μισούσαν τον Μουσολίνι, το σύμμαχο του Χίτλερ. Ο λόγος ήταν ότι το φασιστικό καθεστώς του κυνήγησε ανελέητα από τον Ιταλικό Νότο, χρησιμοποιώντας κάθε μέσο, νόμιμο ή όχι.
Η άλλη θεωρία είναι ότι ο Λουτσιάνο είχε βάλει μόνος του τη φωτιά στο πλοίο για να ζητήσουν τη βοήθειά του και να βγει από τη φυλακή.

Κάπως έτσι, ξεκίνησε η «Επιχείρηση Υπόκοσμος», η συνεργασία μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Μαφίας, που επέφερε θριαμβευτική νίκη στην αγγλοαμερικανική εισβολή του 1943 στη Σικελία. Ο Λουτσιάνο παρείχε πολύτιμες απόκρυφες πληροφορίες στις αρχές για φασιστικές οργανώσεις, με τη βοήθεια των ανδρών του σε ΗΠΑ και Ιταλία, ξεσκέπασε αρκετούς κατασκόπους και φυσικά, κράτησε ασφαλές το λιμάνι.
Κατά την απόβαση στην Σικελία, έδωσε ονόματα Ιταλών που βοήθησαν το αποβατικό σώμα, με χάρτες, πληροφορίες και επιτόπια καθοδήγηση
Το 1946, μετά το τέλος του πολέμου, η αίτηση του για αποφυλάκιση έγινε δεκτή. Οι όροι προέβλεπαν την απόκρυψη συνεργασίας με την κυβέρνηση Ρούζβελτ και την απαγόρευση εμπλοκής σε εγκληματικές πράξεις.
Ήταν όμως αδιανόητο να μείνει στις ΗΠΑ. Η συμφωνία ήταν ότι θα απελαθεί και θα ζήσει στην Ιταλία. Μετά από όσα προσέφερε περίμενε ακόμη και παράσημο, αλλά η εναλλακτική ήταν να μείνει άλλα είκοσι χρόνια στη φυλακή. Προτίμησε την Ιταλία.
Βαθιά πληγωμένος καθώς πια πατρίδα του ήταν η Αμερική δεν ρίσκαρε την επιστροφή του που θα σήμαινε την φυλακισή του.

Επέλεξε την Κούβα όπου η μαφία είχε στήσει μια αποικία του εγκλήματος. Μια ντισνειλάντο του τζόγου, της πορνείας και κάθε είδους παρανομίας, αρκεί να έφερνε κέρδη.

«Ανεκπλήρωτο όνειρο»

Η διαμονή του Λουτσιάνο στην Κούβα ήταν σύντομη. Ο «ήρωας» πια μαφιόζος προσπάθησε να στήσει ξανά τις “μεγαλοδουλειές” του, χωρίς μεγάλη επιτυχία. Αφού εκδιώχθηκε κι από εκεί, επέστρεψε μια για πάντα στην Νάπολη, όπου παρακολουθούνταν συνεχώς.

Μέγιερ Λάνσκι Youtube

Προς το τέλος της ζωής του, ο Λουτσιάνο ήρθε σε ρήξη με τον καρδιακό φίλο και συνεργάτη του, Λάνσκι. Ο Λουτσιάνο είχε γίνει αρκετά δύσπιστος και κατηγορούσε τον παιδικό του φίλο ότι τον έκλεβε.

Η ματαιοδοξία του τον οδήγησε στις 26 Ιανουαρίου του 1962 στο αεροδρόμιο της Νάπολης για μία συνάντηση με μεγάλο παραγωγό του Χόλυγουντ για την μεταφορά της ζωής του στη μεγάλη οθόνη. Ο Λουτσιάνο υπέστη καρδιακό επεισόδιο και πέθανε. Φυσικά ακολούθησαν τα συνηθισμένα σενάρια συνομωσίας.
Το μεγάλο του όνειρο να επιστρέψει στη Νέα Υόρκη, πραγματοποιήθηκε, αλλά δεν έζησε για να το απολαύσει.
Ο Σαλβατόρε Λουκάνια, Τσαρλς Ρος ή Λάκι Λουτσιάνο, το «αφεντικό των αφεντικών» θάφτηκε στον μεγαλοπρεπή οικογενειακό του τάφο στην Νέα Υόρκη. Η ταινία για τη ζωή του προβλήθηκε το 1973 από τον σκηνοθέτη Φρανσίσκο Ρόσι.

Πηγή αρχικής εικόνας: Youtube

Διαβάστε στη «ΜτΧ»: Η σφαγή του Αγίου Βαλεντίνου που σόκαρε ακόμα και τους γκάνγκστερς. Οι ερωτευμένοι γιόρταζαν και οι άνδρες του Αλ Καπόνε γάζωναν με σφαίρες τους ανταγωνιστές του…

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here