Madness. Η μπάντα που διαλύθηκε στο απόγειό της. Οι άγριοι τσακωμοί μεταξύ τους και γιατί τους άκουγαν φανατικά οι νεοναζί

Madness. Η μπάντα που διαλύθηκε στο απόγειό της. Οι άγριοι τσακωμοί μεταξύ τους και γιατί τους άκουγαν φανατικά οι νεοναζί
Φαινόμενο των ’80s και “μεταλαμπαδευτές” ενός μουσικού είδους στην Ευρώπη. Οι Madness, μετά από 45 χρόνια, παραμένουν οι θρυλικότεροι εκπρόσωποι του σκα στη δύση.

Hey you, don’t watch that, watch this

This is the heavy heavy monster sound

The nuttiest sound around

Έτσι αρχίζει το One Step Beyond, ένα από τα πρώτα κομμάτια του συγκροτήματος. Κυκλοφόρησε το 1979, εκτόξευσε τη φήμη τους και μέχρι σήμερα αποτελεί ίσως το διασημότερο μουσικό τους δημιούργημα.

Ωστόσο οι στίχοι κρύβουν μία παρεξηγημένη ιστορία. Όποιος ακούει το κομμάτι δίχως ταυτόχρονα να διαβάζει τα λόγια, πιθανότατα δεν θα ακούσει “the nuttiest sound around”, αλλά “the naziest sound around” (ο πιο ναζιστικός ήχος που υπάρχει).

Το γεγονός αυτό θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως μία ατυχής παρήχηση, αν οι Madness, άθελά τους, δεν είχαν συνδεθεί από την αρχή της πορείας τους με τον ακροδεξιό χώρο.

Στα τέλη της δεκαετίας του ’70, εποχή κατά την οποία το νεοναζιστικό κίνημα στη Βρετανία βρισκόταν σε έξαρση, οι λεγόμενοι skinheads (άτομα με ξυρισμένα κεφάλια) “υιοθέτησαν” την μουσική σκα ως κομμάτι της κουλτούρας τους.

Έτσι, όταν οι Madness άρχισαν να γίνονται γνωστοί και αγαπητοί στο ευρύ κοινό, κορυφώθηκε και η απήχηση που είχαν σε νεοναζιστικά μορφώματα και ακροδεξιές ομάδες.

Δίχως οι ίδιοι οι καλλιτέχνες να έχουν κάνει ρατσιστικές δηλώσεις, η στάση τους απέναντι σε αυτούς τους θαυμαστές προκάλεσε την δυσαρέσκεια της “αντίπαλης” μερίδας.

Τουλάχιστον τα πρώτα χρόνια, οι Madness δήλωναν ότι δεν τους ενδιέφεραν οι πολιτικές απόψεις των φαν τους. Αυτό ενθάρρυνε τους πιο ακραίους να εκφράζουν ανοιχτά τις πεποιθήσεις τους ακόμη και στα σόου. Σε πολλές εμφανίσεις, μέρος του κοινού φώναζε “Seig Heil” προτάσσοντας χαρακτηριστικά το δεξί χέρι.

“Ήταν πολύ σκληρό για εμάς. Κανείς δεν μπορεί να ξέρει τι περάσαμε, βλέποντας χιλιάδες ανθρώπους να χαιρετούν ναζιστικά. Πηδούσαμε στο κοινό για να τους αποσπάσουμε την προσοχή, αλλά φτάσαμε σε ένα σημείο που η κατάσταση ήταν αφόρητη. Βλέπαμε μέλη του Εθνικού Μετώπου (National Front – βρετανικό φασιστικό κόμμα) στις πίσω θέσεις να οργανώνουν τους φασίστες. Βλέπαμε άτομα με σβάστικες στο μέτωπο. Για μια περίοδο γινόταν χαμός”, δήλωσαν σε συνέντευξη το 2016.

Μέχρι τα μέσα του ’80 η κατάσταση είχε ηρεμήσει. Άλλωστε και οι ίδιοι πλέον καταδίκαζαν απερίφραστα τη συγκεκριμένη ιδεολογία.

Πίσω από τις γνωστές επιτυχίες

Τα κομμάτια τους τα έγραφαν οι ίδιοι. Άρα στην πλειονότητά τους ήταν βιωματικά.

Πίσω από το “My Girl”, μία από τις μεγάλες τους επιτυχίες, υπάρχει μία απρόσμενη ιστορία. Όπως εξηγεί σε συνέντευξή του ο πιανίστας του συγκροτήματος, Μάικ Μπάρσον, τη δεκαετία του ’70 δούλευε για μία περίοδο σε ένα μανάβικο και διένειμε τις μπανάνες. Ο συνοδηγός του στο βαν με το οποίο μοιράζανε τα φρούτα συνήθιζε να μιλάει όλη μέρα για το κορίτσι του, λέγοντας πάντα στην αρχή: “…my girl”

«Δεν έμεινα πολύ καιρό σε αυτή τη δουλειά. Αλλά λίγο καιρό αργότερα, όταν έγραφα το τραγούδι, τον θυμήθηκα που έλεγε συνέχεια:

“το κορίτσι μου αυτό, και το κορίτσι μου το άλλο…” γιατί είναι κάτι που εγώ δε θα έλεγα ποτέ: “το κορίτσι μου”… Αλλά ναι, το τραγούδι είναι λόγω εκείνου. Επειδή το έλεγε όλη την ώρα».

Η πρώην κοπέλα του Μπάρσον επιβεβαίωσε τα λεγόμενά του στη συνέντευξη. Ο νεαρός μουσικός ήταν ιδιαίτερος χαρακτήρας και λιγομίλητος. Υπήρχαν μάλιστα φορές που της τηλεφωνούσε και κανείς τους δεν έλεγε κουβέντα για πάνω από μισή ώρα.

Μία μεγάλη επιτυχία της μπάντας είναι το “Our House”. Πρόκειται για το τραγούδι που απογείωσε την καριέρα τους και στην αντίπερα όχθη του Ατλαντικού, τις ΗΠΑ.

Οι στίχοι αναφέρονται στην καθημερινότητα μίας μέσης εργατικής οικογένειας του Λονδίνου.

«Η αρχική ιδέα ήταν το κάθε μέλος να γράψει για την οικογένειά του. Κανείς δεν μπήκε στον κόπο, οπότε το έκανα εγώ», έχει εξηγήσει σε συνέντευξή του ο Τσας Σμας (Cathal Smyth) που εν τέλει έγραψε το κομμάτι. Στην μελοποίηση βοήθησε ο κιθαρίστας του συγκροτήματος, Κρις Φόρμαν.

Το ξεκίνημα

Για την ιστορία, η μπάντα σχηματίστηκε επίσημα το 1976 με την ονομασία North London Invaders (“Εισβολείς του βόρειου Λονδίνου”). Μέχρι το 1979 που μετονομάστηκε σε Madness, έγιναν αρκετές εσωτερικές ανακατατάξεις. Ο βασικός κορμός, που παρέμεινε σταθερός στο πέρασμα των χρόνων, αποτελούταν από τον Μάικ Μπάρσον στα πλήκτρα και στα φωνητικά, τον Κρις Φόρμαν στην κιθάρα και τον Λι Θόμπσον στο σαξόφωνο και στο τραγούδι. Αργότερα προστέθηκαν ο Γκράχαμ Μακφίρσον -γνωστότερος ως Suggs-, ο Νταν Γουντγκέιτ, ο Μαρκ Μπέντφορντ και ο Τσας Σμας.

Όλοι ήταν έντονες προσωπικότητες, διέθεταν το λεγόμενο “star quality” και τους ένωνε ένα κοινό σημείο: αγαπούσαν τη σκα μουσική.

Επέλεξαν το Madness ως όνομα της μπάντας καθώς ήταν ο τίτλος του αγαπημένου τους τραγουδιού από τον καλλιτέχνη της σκα και ίνδαλμά τους, Prince Buster. Παρομοίως, το πρώτο τους σινγκλ λεγόταν “The Prince”.

Ο ήχος τους ήταν πρωτότυπος, κεφάτος, χορευτικός και το στυλ τους ιδιαίτερο.

Το “The Prince” σκαρφάλωσε στην 16η θέση των βρετανικών τσαρτ. Το πρώτο ολοκληρωμένο τους άλμπουμ με τίτλο “One Step Beyond” έφτασε μέχρι το νούμερο 2.

Ο δεύτερός τους δίσκος κυκλοφόρησε το 1980 και περιείχε μερικά από τα κομμάτια της μπάντας που άφησαν ιστορία. “Baggy Trousers”, “The Return of the Los Palmas 7” “Embarassment”.

Μαζί με τους The Jam θεωρούνταν για μια περίοδο, οι πιο δημοφιλείς μπάντες της Αγγλίας. Η βασική διαφορά ήταν ότι το κοινό των Madness ήταν πολύ πιο ευρύ. Είχαν απήχηση σε μικρά παιδιά κι εφήβους, μέχρι σαραντάρηδες και ηλικιωμένους.

Αυτός ήταν και ένας από τους λόγους που οι περισσότερες συναυλίες τους γίνονταν νωρίς το απόγευμα και όχι βράδυ.

Διαβάστε ακόμα: Ποια είναι η κοπέλα που έγινε μουσικό είδωλο μετά από έναν τραυματικό χωρισμό με τον μπασίστα. Είχε πάθος με την κοπτοραπτική και έραβε μόνη τα ρούχα της 

Παρά την τεράστια επιτυχία στην Αγγλία, οι ΗΠΑ δεν αγκάλιασαν το συγκρότημα με την ίδια θέρμη. Για πολλά χρόνια, οι Madness δεν είχαν υπογράψει συμβόλαιο με αμερικανική δισκογραφική, τα πρώτα άλμπουμ δεν κυκλοφόρησαν καν στις ΗΠΑ, ενώ άργησαν αρκετά να κάνουν περιοδεία στη χώρα. Άρχισαν να γίνονται ευρέως γνωστοί μετά την κυκλοφορία του σινγκλ “Our House” που συμπεριλαμβανόταν στο τέταρτο άλμπουμ.

Το 1983 έβγαλαν τον δίσκο “Keep Moving”, ο οποίος γνώρισε ανάλογη επιτυχία. Σήμανε όμως και το τέλος μιας εποχής.

Διάλυση και ανασυγκρότηση

Τον Οκτώβριο του 1983, ένας από τους “πυλώνες” της μπάντας, ο Μάικ Μπάρσον αποφάσισε να αποχωρήσει. Ήθελε να ζήσει μια πιο ήρεμη ζωή με την οικογένειά του στο Άμστερνταμ.

Έτσι μετά την κυκλοφορία του “One Better Day”, λίγους μήνες αργότερα, οι Madness ήταν πλέον έξι.

Η απουσία του Μπάρσον τους στοίχισε. Ο έκτος τους δίσκος, “Mad Not Mad”, δεν κατάφερε να ξεπεράσει την 16η θέση στα τσαρτ -η χαμηλότερη στην μέχρι τότε ιστορία της μπάντας.

Παράλληλα, υπήρχαν εσωτερικές διενέξεις και τσακωμοί. Τον Σεπτέμβριο του 1986, επιβεβαιώθηκαν οι φήμες: οι Madness διαλύονταν “λόγω μουσικών διαφορών”. Σε πρόσφατη συνέντευξή του ο Suggs έδωσε μία πιο πειστική εξήγηση.

“Δεν αντέχαμε ο ένας τον άλλον. Εκνευριζόμασταν ο ένας με τον άλλο όλη την ώρα. Ο Κρις και ο Kix (Λι Θόμπσον) παραλίγο να αλληλοσκοτωθούν. Ο Κρις του είχε επιτεθεί με μαχαίρι και πιρούνι. Άλλη φορά, του επιτέθηκε με δύο μπουκάλια Perrier. Βέβαια, μερικές ώρες μετά αγκαλιαζόμασταν. Έτσι πήγαινε…”

Άντεξαν χωριστά για 6 χρόνια. Το 1992 επανενώθηκαν. Επανακυκλοφόρησαν την επιτυχία “It Must Be Love” που σκαρφάλωσε κατευθείαν στο νούμερο 6 στην Μεγάλη Βρετανία. Η μουσική τους απουσία είχε γίνει αισθητή και το κοινό υποδέχθηκε με θέρμη την επιστροφή τους.

Στην πρώτη τους ζωντανή εμφάνιση -μετά από 8 χρόνια-, παρευρέθηκαν πάνω από 75 χιλιάδες θαυμαστές που χόρεψαν τόσο πολύ που έκαναν το έδαφος να τρέμει. Τα σεισμόμετρα κατέγραψαν μία δόνηση 4 ρίχτερ που προκλήθηκε αποκλειστικά από τα χοροπηδητά του κοινού!

Η υποδοχή αυτή ενθάρρυνε τα μέλη της μπάντας να συνεχίσουν τα ετήσια “reunion”. Η απόφαση να κυκλοφορήσουν νέο δίσκο ωστόσο, άργησε κάπως. Το άλμπουμ Wonderful βγήκε στην αγορά το 1999 και περιείχε κομμάτια όπως το Lovestruck, το Johnny the Horse και το Drip Fed Fred.

Για την επόμενη δεκαετία συνέχισαν να βγάζουν μουσική και να κάνουν περιστασιακές συναυλίες. Ωστόσο, κυριαρχούσε μία εσωτερική δυσαρέσκεια στην μπάντα. Δημιουργικά διένυαν μία “στείρα περίοδο”. Όπως εξηγεί ο Suggs:

«Υποκύψαμε στον πειρασμό της μαύρης τρύπας της νοσταλγίας των 80s. Κάναμε το ίδιο ξανά και ξανά». Μπορεί καλλιτεχνικά να μην μεγαλούργησαν, οικονομικά όμως η επανένωση τους ευνόησε.

Μόλις την τελευταία δεκαετία ο ήχος τους έχει εν μέρει ανανεωθεί. Με τα χρόνια άρχισαν να απομακρύνονται από τον σκα χαρακτήρα και να πλησιάζουν περισσότερο τα ποπ ακούσματα.

Το 2016 κυκλοφόρησαν αισίως το 12ο άλμπουμ της 45ετούς πορείας τους, με τίτλο “Can’t Touch Us Now”.

Τον Μάρτιο του 2021, το θρυλικό βρετανικό συγκρότημα ανακοίνωσε την κυκλοφορία ενός ντοκιμαντέρ τριών επεισοδίων που θα εξιστορεί την πορεία τους.

Διαβάστε στη “ΜτΧ”: Το μουσικό κίνημα που ταυτίστηκε με τους teddy boys, αλλά και τους skinheads. Οι οπαδοί του περιφρονούσαν τη Θάτσερ, τα σχέδια για το μέλλον και τη «νέα αριστερά». Το περίφημο ΣΚΑ που είχε ως έμβλημα τη σκακιέρα

αρχική εικόνα: YouTube

Ακολουθήστε τη mixanitouxronou.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Διαβάστε τις σημαντικότερες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στη mixanitouxronou.gr

ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ

Παρακαλούμε σχολιάζετε κόσμια. Υβριστικά σχόλια δεν θα γίνονται αποδεκτά

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

close menu