Θεσσαλονίκη 22 Φεβρουαρίου 1908. Η ώρα ήταν 7 ακριβώς, όταν δύο εκπυρσοκροτήσεις τάραξαν το ήσυχο δειλινό. Στη συμβολή των οδών Μητροπόλεως και Αγίας Σοφίας,  ο 36χρονος Έλληνας διπλωμάτης, Θεόδωρος Ασκητής, ήταν πεσμένος στο πεζοδρόμιο βαριά τραυματισμένος  μέσα σε μια λίμνη αίματος.  

Ο Ασκητής  ήταν ο Α’ διερμηνέας του ελληνικού προξενείου της Θεσσαλονίκης που υπήρξε το επιτελικό κέντρο των αγώνων για την απελευθέρωση της Μακεδονίας. Ο ίδιος ήταν ένας από τους σημαντικότερους συντονιστές του Μακεδονικού Αγώνα και η δράση του τον έβαλε στο στόχαστρο των Βουλγάρων, οι οποίοι πιστεύεται ότι ήταν πίσω από την εκτέλεσή του.

Ποιος ήταν ο Θεόδωρος Ασκητής

Ο Θεόδωρος Ασκητής  ίδρυσε έναν «Φιλολογικό Σύλλογο» και νυκτερινά σχολεία για τους απόρους

Ο Θεόδωρος Ασκητής γεννήθηκε στη Μαγνησία και προερχόταν από εύπορη οικογένεια ευεργετών. Ο ίδιος θέλησε να ακολουθήσει τα βήματα του πατέρα του, ο οποίος με τις δωρεές του είχε βοηθήσει να χτιστούν πολλά σχολεία κι εκκλησίες της ευρύτερης περιοχής. Έτσι, όταν ο Θεόδωρος πήρε το πτυχίο της Νομικής, ολοκληρώνοντας τις σπουδές του σε Αθήνα και Παρίσι, εγκαταστάθηκε στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί έγινε ιδιαίτερα αγαπητός. Πέρα από τη δικηγορική του δεινότητα, διακρίθηκε για τη φιλανθρωπία του, καθώς μέσα στο σύντομο διάστημα παραμονής του στην Πόλη, ίδρυσε, μεταξύ άλλων, έναν «Φιλολογικό Σύλλογο», αλλά και νυκτερινά σχολεία για τους απόρους. Γρήγορα όμως, η καριέρα του άλλαξε πορεία. Διορίστηκε ως πρώτος διερμηνέας στο Ελληνικό Προξενείο της Σμύρνης και λίγο αργότερα, το 1900, πήρε μετάθεση για το Προξενείο της Θεσσαλονίκης.

Η Θεσσαλονίκη, την περίοδο εκείνη, αποτελούσε ακόμη κομμάτι της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Άλλωστε, τα σύνορα της νεοσύστατης τότε Ελλάδας έφταναν μόλις μέχρι τη Θεσσαλία. Έτσι, στους κόλπους της Μακεδονικής πρωτεύουσας βρίσκονταν συγκεντρωμένοι τόσο Έλληνες κι Οθωμανοί, όσο και Βούλγαροι. Οι τελευταίοι είχαν σοβαρές βλέψεις να ιδρύσουν επιτέλους το δικό τους αυτόνομο κράτος με έξοδο στη θάλασσα. Μάλιστα, οραματίζονταν μία Μεγάλη Βουλγαρία, η οποία θα εκτεινόταν σε όλη τη Μακεδονία και τη Θράκη, έως το βόρειο Αιγαίο πέλαγος. Οι επεκτατικές αυτές τάσεις είχαν γίνει αντιληπτές στην καθημερινότητα των κατοίκων της Θεσσαλονίκης. Υπήρχε μία εμφανής ένταση ανάμεσα σε μεγάλο μέρος Βουλγάρων, Ελλήνων και Τούρκων, η οποία εκφραζόταν με αντιπαραθέσεις, άλλοτε μικρότερες κι άλλοτε μεγαλύτερες.
Ο Ασκητής, ως διπλωμάτης του ελληνικού προξενείου ήταν ιδιαίτερα δραστήριος. Όπως ανέφερε ο τύπος της εποχής βρισκόταν «πανταχού όπου η παρουσία του ήτο αναγκαία» και υπερασπιζόταν σθεναρά όσους Έλληνες τύχαινε να αδικούνται ή να πλήττονται από Βούλγαρους. Γνώριζε ότι για το λόγο αυτό, είχε γίνει αντιπαθής στη βουλγαρική κοινότητα, αλλά «απτόητος έμενεν εις το καθήκον του προσηλωμένος, απέχων πάσης προφυλάξεως, διότι η προφύλαξις ισοδυναμεί προς αδράνειαν».

Αναπαράσταση της δολοφονίας του Ασκητή έξω από το ελληνικό Προξενείο (Μουσείο Μακεδονικού Αγώνα)

Η δολοφονία

Το απόγευμα της 22ας Φεβρουαρίου του 1908, ο Ασκητής είχε πάει να επισκεφθεί ένα φίλο του γιατρό, ονόματι Σβορώνο. Η συνάντησή τους ήταν στην ουσία αποχαιρετιστήρια, αφού το επόμενο πρωί  θα έφευγε για την Αθήνα. Στις 7 μ.μ., ο Ασκητής αποχαιρέτησε για τελευταία φορά το φίλο του και άρχισε να κατευθύνεται προς το ελληνικό προξενείο. Είχε φτάσει στη συμβολή των οδών Μητροπόλεως και Αγίας Σοφίας, μόλις 100 μέτρα μακριά από τον προορισμό του, όταν αιφνιδιάστηκε από έναν κρότο. Λίγα δευτερόλεπτα αργότερα, ακολούθησε και δεύτερος. Ήταν τα πυρά ενός όπλου, τα οποία διαπέρασαν την πλάτη του και τον σώριασαν αιμόφυρτο στο έδαφος.

Στο άκουσμα του θορύβου, εργαζόμενοι του Προξενείου βγήκαν από το κτίριο και μαζί με περαστικούς έσπευσαν στο σημείο. Ανάμεσα σε αυτούς, ένας γιατρός του παρείχε τις πρώτες βοήθειες και διαπίστωσε τη σοβαρότητα των τραυμάτων του. Έτσι, μεταφέρθηκε γρήγορα στο «Γαλλικό Νοσοκομείο», όπου επί δώδεκα ώρες οι χειρουργοί προσπαθούσαν μάταια να τον σώσουν. Νωρίς το πρωί της επόμενης μέρας, στις 7:45, άφησε την τελευταία του πνοή, νικημένος από τα τραύματά του. Στο νοσοκομείο, εν τω μεταξύ, από τη νύχτα κιόλας, βρίσκονταν συγκεντρωμένοι πρόξενοι άλλων χωρών, κληρικοί, πολιτικοί, αλλά και απλός κόσμος που είχε πληροφορηθεί το τραγικό συμβάν.

Η θέα από το παράθυρο του Προξενείου. Πλήθος κόσμου είχε συγκεντρωθεί στο σημείο της δολοφονίας για να διαμαρτυρηθεί.
Μία ιστορική κηδεία

Η κηδεία του έγινε την επομένη, στις 24 Φεβρουαρίου 1908.  Επίσημες πηγές αναφέρουν ότι στην τελετή παρευρέθηκαν συνολικά δέκα χιλιάδες άτομα. Ανάμεσα σε αυτούς, βρίσκονταν όλοι οι πρόξενοι της πόλης, συμπεριλαμβανομένου του γραμματέα του Βουλγάρου, ο οποίος είχε σταλεί ως εκπρόσωπός του. Η σορός του Θεόδωρου Ασκητή περιφέρθηκε και ο Έλληνας διπλωμάτης ενταφιάστηκε ως ήρωας. Το φέρετρο ήταν τυλιγμένο με την γαλανόλευκη σημαία και προς τιμήν του κατατέθηκαν συνολικά σαράντα οκτώ στεφάνια.

Ενδεικτικό είναι ότι κατά τη διάρκεια της νεκρώσιμου ακολουθίας, όλα τα καταστήματα της πόλης παρέμειναν κλειστά. Τα μαγαζιά δε, που ανήκαν σε Έλληνες, παρέμειναν κλειστά για όλη τη διάρκεια της ημέρας.

Ο θάνατός του θρηνήθηκε σαν «εθνικό ατύχημα». Για ένα διήμερο, οι καμπάνες χτυπούσαν πένθιμα, οι αποκριάτικες γιορτές σταμάτησαν, ματαιώθηκαν οι χοροί κι οι μουσικές που άλλοτε ακούγονταν στα καφενεία και στους δρόμους έπαψαν. Κυριαρχούσε ένα αίσθημα συλλογικού πένθους.

Οι δράστες

Αν και οι δράστες είχαν καταφέρει να διαφύγουν χωρίς να γίνουν αντιληπτοί, δεν υπήρχε αμφιβολία, από την πρώτη κιόλας στιγμή,  ότι ήταν Βούλγαροι. Τόσο οι αρχές, όσο κι οι απλοί πολίτες γνώριζαν την αντιπάθεια της βουλγαρικής κοινότητας προς το πρόσωπο του Έλληνα διερμηνέα. Έτσι, όταν ξεκίνησαν οι ανακρίσεις, τα κομμάτια του παζλ άρχισαν γρήγορα να ενώνονται.

Σύσσωμη η ελληνική κοινότητα της πόλης ακολούθησε την πομπή με τη σορό . Φωτο: Αρχείο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο

Απέναντι από το σπίτι του Σβορώνου, όπου βρισκόταν ο Ασκητής το απόγευμα της 22ας Φεβρουαρίου, υπήρχε ένα βουλγαρικό καπηλειό. Μία γυναίκα που έμενε εκεί κοντά κατέθεσε ότι γύρω στις 7 μ.μ. της ημέρας εκείνης, είδε δύο Βούλγαρους με ύποπτη συμπεριφορά να βγαίνουν από την ταβέρνα. Μερικά λεπτά αργότερα κι ενώ έφτανε στο σπίτι της, άκουσε πυροβολισμούς. Η μάρτυρας ήταν πεπεισμένη ότι οι άνθρωποι αυτοί ήταν οι δολοφόνοι. Οι έρευνες επικεντρώθηκαν στο καπηλειό και διαπιστώθηκε ότι ο ιδιοκτήτης του, ένας επονομαζόμενος μουχτάρης Κώστε, ήταν ένα από τα κυριότερα όργανα του Βουλγαρικού κομιτάτου. Το μαγαζί του είχε μετατραπεί σε κέντρο των Βουλγάρων κομιτατζήδων και μέσα σε αυτό έκαναν καθημερινά συναντήσεις.

Την ημέρα εκείνη, ο Κώστε είδε τον Ασκητή να περνάει το κατώφλι του Σβορώνου κι έθεσε το μακάβριο σχέδιό του σε εφαρμογή. Από το παράθυρο του καπηλειού παρακολουθούσε το σπίτι του γιατρού κι έτσι, όταν ο Έλληνας πρόξενος βγήκε, ο Κώστε έσπευσε να ειδοποιήσει τρεις από τους κομιτατζήδες που βρίσκονταν στο μαγαζί του. Αυτοί υπάκουσαν στις εντολές του και μέσα σε λίγα λεπτά, ακολούθησαν το Θεόδωρο Ασκητή. Τον δολοφόνησαν σχεδόν εξ επαφής.

Το μετά

Η δολοφονία του Έλληνα διερμηνέα συντάραξε το ελληνικό στοιχείο της Θεσσαλονίκης, αλλά και της Αθήνας. Χαρακτηριστικό είναι πως ένα μήνα αργότερα, στις 16 Μαρτίου 1908, πραγματοποιήθηκε μεγάλο συλλαλητήριο στην πλατεία Βαρβακείου Λυκείου στην Αθήνα.

Ο Θεόδωρος Ασκητής θεωρείται ο πρώτος εθνομάρτυρας της Θεσσαλονίκης.

Οι φωτογραφίες προέρχονται από το αρχείο του Εθνικού Ιστορικού Μουσείου.

Διαβάστε στη «ΜτΧ»: Ποιος είναι o Γρηγόρης Σούρλας, ο «καπετάνιος» της Θεσσαλίας, που κάποιοι τιμούν ως αντιστασιακό και άλλοι καταγγέλουν ως συνεργάτη των Γερμανών και δοσίλογο

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here