Γενέτειρα του πρώτου δημοκρατικού πολιτεύματος στη σύγχρονη Ελλάδα, σημείο συνάντησης αρχαίων μνημείων και μεσαιωνικών ερειπίων, ακατέργαστο φυσικό τοπίο απαράμιλλης ομορφιάς. Η Νέα Επίδαυρος είναι ένα διαμάντι καλά κρυμμένο στην καρδιά της Αργολίδας.

Από την αρχαιότητα έως και την Ελληνική Επανάσταση, ο μικρός οικισμός λεγόταν Πιάδα. Η επικρατέστερη εκδοχή θέλει το όνομα να προήλθε από τον μυθικό βασιλιά του Άργους Άπι, εγγονό του πρώτου βασιλιά Ίναχου. Ο Άπις υπήρξε ένας από τους πρώτους Έλληνες νομοθέτες και ήταν προγενέστερος του βασιλιά Πέλοπα. Μάλιστα, λέγεται ότι πριν από την άφιξη και επέλαση του δεύτερου, η Πελοπόννησος ήταν γνωστή ως Απία και οι κάτοικοί της ως Απιείς ή Απιδόνες.
Έτσι και η σημερινή Νέα Επίδαυρος στην πραγματικότητα είναι προγενέστερη του βασιλιά Επιδαύρου που αργότερα έδωσε το όνομά του στην ευρύτερη περιοχή. Οι αρχαίοι κάτοικοι αποκαλούσαν τον τόπο τους Απιάδα, προς τιμήν του Άπι.
Κατά άλλους, η ονομασία προήλθε από ιταλική παραφθορά της λέξης «Πεδιάδα». Άλλωστε, το παλαιότερο έγγραφο στο οποίο αναφέρεται η Πιάδα χρονολογείται το 1342, την περίοδο της Φραγκοκρατίας.

Η ιστορική αναθηματική στήλη που δεσπόζει στην Πλατεία Α’ Εθνοσυνέλευσης, ένα από τα χαρακτηριστικότερα σημεία της Νέας Επιδαύρου.

Αρχαία ακρόπολη και Πυραμίδα

Τη δεκαετία του ’50, οι αρχαιολόγοι έκαναν μία κομβική ανακάλυψη. Ανασκαφές στην περιοχή της Νέας Επιδαύρου έφεραν στο φως τα ερείπια μίας προϊστορικής ακρόπολης χρονολογούμενης περί το 2000-1000 π.Χ. Διαπίστωσαν ότι στο ύψωμα της Βασσάς είχε αναπτυχθεί ένας μεσοελλαδικός οικισμός που, λόγω της φυσικής οχύρωσης, διατηρήθηκε και μέχρι και τους μυκηναϊκούς χρόνους. Έως και σήμερα στο σημείο διακρίνονται ίχνη από αυλακώσεις της πέτρινης αμαξωτής οδού, που οδηγούσε προς την Κορινθία. Γύρω από την περιοχή βρέθηκαν γεωμετρικά όστρακα και άφθονα θραύσματα οψιανού λίθου της Μήλου. Εντοπίστηκαν, ακόμα, τάφοι με αξιόλογα κτερίσματα.

Όπως δήλωνε ο τότε έφορος Αρχαιοτήτων Ι. Παπαδημητρίου, η κομβική αυτή αρχαιολογική ανακάλυψη αποδείκνυε ότι η Επίδαυρος ήταν ένα από τα σπουδαιότερα προϊστορικά κέντρα της Πελοποννήσου. Η ονομασία της θέσης Βασσά πιθανότατα σημαίνει λοχμή, δηλαδή δασοτόπι με πυκνή βλάστηση. Παρόμοια, και όλες οι άλλες τοπωνυμίες της περιοχής είναι «ακραιφνώς ελληνικές και φανερώνουν μία από αρχαιοτάτων χρόνων συνεχή και αξιόλογη ιστορική παράδοση».

Η αινιγματική πυραμιδική κατασκευή της Νέας Επιδαύρου.

Σχεδόν 40 χρόνια αργότερα, μία ακόμα ανακάλυψη στρέφει και πάλι την προσοχή της αρχαιολογικής κοινότητας στη Νέα Επίδαυρο. Το 1993, ένας ντόπιος δάσκαλος εντόπισε τυχαία στις παρυφές του βουνού Κολώνι τα ερείπια ενός αινιγματικού κτίσματος. Επρόκειτο για μία πυραμιδική κατασκευή ύψους 1.80 μέτρων. Φτιαγμένη από μεγάλους ογκόλιθους και με πλάτος που φτάνει τα 8 μέτρα, η «πυραμίδα της Καμπίας» είναι ένα από τα πέντε πυραμιδοειδή κτίσματα που έχουν βρεθεί στην Πελοπόννησο.

Το Κάστρο της Πιάδας

Για πολλούς, το επιβλητικό κάστρο της Πιάδας αποτελεί το σήμα κατατεθέν της Νέας Επιδαύρου. Κατασκευάστηκε κατά τους βυζαντινούς χρόνους για να προστατεύει τους κατοίκους από τις πειρατικές επιθέσεις, όμως γρήγορα πέρασε στα χέρια των Φράγκων κι έπειτα των Ενετών. Στους καταλόγους των φράγκικων κάστρων του 1463 και του 1467 αναφέρεται ως ενετική κτήση, αν και στη δεύτερη λίστα σημειώνεται ως κατεστραμμένο. Μέχρι και τον 18ο αιώνα είχαν κατά καιρούς γίνει πολλές ανακατασκευές στα τείχη του.

Το εντυπωσιακό κάστρο της Πιάδας στην κορυφή του λόφου.

Το φρούριο έχει ακανόνιστο σχήμα καθώς ακολουθεί το φρύδι του βράχου. Η κάτοψή του είναι μακρόστενη με μήκος που φτάνει τα 120 μέτρα και πλάτος μεταξύ 15 και 20 μέτρων. Τα τείχη είναι κάθετα με πάχος περίπου 0,70μ. Είναι κατασκευασμένα από αδρά πελεκημένους λίθους μεσαίου μεγέθους με συνδετικό κονίαμα και τμήματα κεραμιδιών. Σήμερα, σώζονται υπολείμματα των τειχών περιμετρικά του χωριού. Στην κορυφή, μέσα στο κάστρο, υπάρχουν ελάχιστα ερείπια καθώς και μια εκκλησία, ο Άγιος Ιωάννης, που είναι το μοναδικό άρτιο κτίσμα. Είναι προσβάσιμο από ένα στενό πλακόστρωτο δρομάκι που ξεκινά από τον κεντρικό δρόμο της Νέας Επιδαύρου.

Α’ Εθνοσυνέλευση Επιδαύρου: Η κομβική επιλογή του τόπου

Με το ξέσπασμα της Επανάστασης και τις πρώτες επιτυχίες του Αγώνα, κρίθηκε αναγκαία η σύσταση μίας Εθνικής Συνέλευσης για την διοικητική οργάνωση των αγωνιστών, τον καθορισμό του πολιτεύματος και τη σύσταση ενός επίσημου νομοθετικού σώματος του νεοσύστατου ελληνικού κράτους. Θα ήταν η «πρώτη ελευθέρα Συνέλευσις των Ελλήνων ως Έθνους μετά είκοσι δύο αιώνας».

Ως τόπο διεξαγωγής ο Υψηλάντης επέλεξε αρχικά το Άργος. Εκεί ξεκίνησαν και οι εργασίες στις 2 Δεκεμβρίου του 1821. Ωστόσο ξεκίνησαν άδοξα. Οι έριδες και ραδιουργίες έφεραν σε σύγκρουση τον Δ. Υψηλάντη και τον Κολοκοτρώνη με τους Μαυροκορδάτο και Νέγρη. Παράλληλα μία δολοφονία που διαπράχθηκε στο Άργος εκείνες τις μέρες συντάραξε την τοπική κοινωνία και είχε ως αποτέλεσμα ο στρατός να είναι ιδιαίτερα απειλητικός. Έτσι, οι συμμετέχοντες αποφάσισαν να διακόψουν τη συνέλευση και να μεταφερθούν σε ασφαλέστερη τοποθεσία. Ο Δημήτριος Υψηλάντης και ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης δεν ακολούθησαν.

Η επιλογή της Πιάδας έγινε για τρεις βασικούς λόγους. Βρισκόταν μακριά από τα θέατρα των πολεμικών επιχειρήσεων, ήταν κτισμένη σε στρατηγικό σημείο, προστατευμένη από τα βουνά, ενώ ταυτόχρονα παρείχε τη δυνατότητα διαφυγής από τη θάλασσα προς τα νησιά του Αργοσαρωνικού.

Έτσι, η επίσημη έναρξη της Α’ Εθνοσυνελεύσεως Επιδαύρου, όπως έμεινε στην ιστορία, έγινε εκ νέου στις 20 Δεκεμβρίου του 1821. Συμμετείχαν συνολικά 59 εκπρόσωποι από την Πελοπόννησο, τη Στερεά Ελλάδα, την Ύδρα, τις Σπέτσες και τα Ψαρά, καθώς και ένας αντιπρόσωπος των Αλβανών, παρόλο που η ελληνοαλβανική συμμαχία είχε διαλυθεί. Πρόεδρος του εκτελεστικού σώματος εκλέχθηκε ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος.
Φυσικά στον μικρό οικισμό δεν υπήρχε κατάλληλος χώρος για τη διεξαγωγή μίας μεγάλης επίσημης συνέλευσης, έτσι οι εργασίες πραγματοποιήθηκαν στην κεντρική πλατεία.

Η ψήφιση του πρώτου φιλελεύθερου πολιτεύματος

Μέσα σε 26 ημέρες πυρετωδών διαβουλεύσεων, οι 59 παραστάτες και οι σύμβουλοί τους, επιτέλεσαν έργο που έμελλε να μείνει στην ιστορία.
Στην Εθνική Συνέλευση της Επιδαύρου γράφτηκε η Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας της Ελλάδος, ορίστηκε ο τρόπος της προσωρινής λειτουργίας του νεοσύστατου Ελληνικού κράτους και την 1 Ιανουαρίου 1822 ψηφίστηκε το πρώτο Σύνταγμα της Ελλάδας, το «Προσωρινό Πολίτευμα». Την επιτροπή που είχε οριστεί από τη Συνέλευση για τη συγγραφή του συντάγματος αποτελούσαν οι: Θεόδωρος Νέγρης, Γεώργιος Αινιάν, Δρόσος Μανσόλας, Ιωάννης Ορλάνδος, Πέτρος Σκυλίτζης, Α. Μοναρχίδης, Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, Ι. Κωλέτης, Φώτιος Καραπάνου, Παλαιών Πατρών Γερμανός Γ’, Πανούτζος Νοταράς και Α. Κανακάρης.

Στο χώρο του ανακαινισμένου παλαιού μονοτάξιου δημοτικού σχολείου της Νέας Επιδαύρου φιλοξενείται μουσείο αφιερωμένο στην Α’ Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου.

Στο Σύνταγμα αυτό, οριζόταν για πρώτη φορά και το εθνικό σύμβολο του κράτους, η ελληνική σημαία.
Θεσμοθετήθηκε η προστασία των ατομικών ελευθεριών, η αντιπροσωπευτική αρχή και η διάκριση των εξουσιών. Ορίστηκε ότι η «Διοίκησις» θα γινόταν από το «Βουλευτικόν» και το «Εκτελεστικόν», ενώ το «Δικαστικόν» θα ήταν ανεξάρτητο όργανο. Η απονομή δικαιοσύνης προβλεπόταν από τα «Κριτήρια» (δικαστήρια).

Η «Διακήρυξις της Ανεξαρτησίας της Ελλάδος» αποτέλεσε ένα συγκλονιστικό κείμενο, ιδιαίτερα προοδευτικό για την εποχή του. Διαποτισμένο με τα δημοκρατικά και φιλελεύθερα ιδεώδη της αμερικανικής και της γαλλικής επανάστασης, γράφτηκε από τέσσερις «δυτικότροπους διανοούμενους»: τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο, τον Αναστάσιο Πολυζωίδη, τον Θεόδωρο Νέγρη και τον ιταλό φιλέλληνα Vincenzo Gallina. Ωστόσο, λέγεται ότι ο 19χρονος Πολυζωίδης, που είχε μελετήσει εις βάθος τα αμερικανικά πράγματα, ήταν αυτός που επηρέασε καταλυτικά το τελικό κείμενο. Δεν είναι τυχαίο ότι η Ελληνική Διακήρυξη παρουσιάζει μεγάλη ομοιότητα με την Αμερικανική της 4ης Ιουλίου 1776.

Ένα χρόνο μετά τη λήξη της Α΄Εθνοσυνέλευσης, το 1823, με εισήγηση του Κωλέττη η ιστορική Πιάδα μετονομάστηκε τιμητικά σε Νέα Επίδαυρος, λόγω της ονομασίας που κατείχε η ευρύτερη περιοχή κατά την αρχαιότητα και της αίγλης που είχε συνδεθεί άρρηκτα με το συγκεκριμένο τοπωνύμιο.

Σήμερα, στην ιστορική πλατεία όπου 200 χρόνια πριν πραγματοποιήθηκαν οι εργασίες της Α’ Εθνοσυνέλευσης, δεσπόζουν επιβλητικά μνημεία. Μία αναθηματική στήλη σχεδιασμένη από τον περίφημο αρχιτέκτονα Ερνέστο Τσίλλερ και φιλοτεχνημένη από τον αθηναίο μαρμαρογλύπτη Ιωάννη Χαλδούπη, ένα άγαλμα της θεάς Νίκης και μία προτομή του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου υπενθυμίζουν τον κομβικό ρόλο που διαδραμάτισε η περιοχή στα πρώτα βήματα της σύστασης του νεοελληνικού κράτους. Τα χρήματα για την κατασκευή της εντυπωσιακής στήλης συγκεντρώθηκαν με πανελλήνιο έρανο στις αρχές του 20ου αιώνα.

Τα τελευταία 6 χρόνια, στο χώρο του ανακαινισμένου παλαιού μονοτάξιου δημοτικού σχολείου της Νέας Επιδαύρου φιλοξενείται μουσείο αφιερωμένο στην Α’ Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου. Η έκθεση παρουσιάζει τα γεγονότα της σύγκλησης της Α΄ Εθνοσυνέλευσης (20 Δεκεμβρίου 1821 – 15 Ιανουαρίου 1822), καθώς και τη σημασία του έργου της, τόσο για την την Επανάσταση του ’21, όσο και για το υπό διαμόρφωση ελληνικό κράτος.

Το υλικό περιλαμβάνει αναπαραγωγές εγγράφων, εκδόσεων και έργων τέχνης, σχεδιαγράμματα και χάρτες φτιαγμένα ειδικά για τις ανάγκες της έκθεσης. Προέρχεται από τη Βιβλιοθήκη και τη Συλλογή Έργων Τέχνης της Βουλής των Ελλήνων, την Εθνική Πινακοθήκη-Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου, το Μουσείο Μπενάκη, το Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, τα Γενικά Αρχεία του Κράτους, τον Άρειο Πάγο, αλλά και από ερευνητές και συλλέκτες της περιοχής.

Φυσικό τοπίο και θρησκευτικός θησαυρός

Όπως αναφέρθηκε, η Νέα Επίδαυρος δεν επιλέχθηκε τυχαία από τους οπλαρχηγούς. Ο οικισμός είναι κτισμένος στο εσωτερικό ενός απόκρημνου βράχου, περιτριγυρίζεται από βουνά και είναι αθέατος από τη θάλασσα παρότι απέχει ελάχιστα. Πέρα από τις πευκόφυτες πλαγιές και το γραφικό τοπίο, ο επισκέπτης έχει πολλά να δει και να θαυμάσει στη διαδρομή προς τη Νέα Επίδαυρο.

Το φαράγγι «Βόθυλα» είναι ένα από τα ωραιότερα της Ελλάδας.

Κοντά στο ύψωμα της Βάσσας, βρίσκεται το φαράγγι «Βόθυλα», ένα από τα ωραιότερα της Ελλάδας κατά γενική ομολογία. Πρόκειται για ένα πραγματικό μνημείο της φύσης που ξεχωρίζει τόσο για την ατιθάσευτη ομορφιά του, όσο και για τους θρύλους που το ζώνουν. Στο παρελθόν το εντυπωσιακό φαράγγι λειτουργούσε ως «τάφρος», προστατεύοντας το χωριό από τις ληστρικές επιθέσεις των πειρατών. Σήμερα, το φυσικό αξιοθέατο προσελκύει πλήθος αναρριχητών και ταξιδιωτών που αναζητούν την περιπέτεια.

Ένα άλλο είδος περιηγητών που προσελκύει η Νέα Επίδαυρος είναι εκείνους που επιζητούν τον θρησκευτικό τουρισμό. Η ευρύτερη περιοχή είναι γεμάτη ιστορικούς ναούς και εντυπωσιακά μοναστήρια.
Η Μονή Αγνούντος είναι η παλαιότερη. Βασιλική με τρούλο του 11ου αι. είναι φρουριακού τύπου και περιβάλλεται από ισχυρά τείχη και προστατευτικούς πύργους. Είναι χτισμένη σε περίοπτη θέση «απ’ όπου η Παναγιά αγνάντευε την περιοχή», η αρχιτεκτονική της θυμίζει την Αγία Σοφία της Πόλης, ενώ το εσωτερικό της κοσμείται από εντυπωσιακές τοιχογραφίες.

Η Μονή Αγνούντος είναι η παλαιότερη μονή της περιοχής.

Περί το 1400, ένας μοναχός της μονής Αγνούντος, επιθυμώντας να απομονωθεί από τους συνασκητές του, εγκαταστάθηκε στην ερημική παραλία της Πολεμάρχας. Εκεί τον ακολούθησαν δυο νεότεροι μοναχοί και οι τρεις τους έφτιαξαν τον πρώτο πυρήνα μίας νέας μονής. Η Παναγιά Πολεμάρχας γνώρισε ακμή για μερικές δεκαετίες με τη βοήθεια του Πατριάρχη Νήφωνα, όμως σύντομα οι αλλεπάλληλες πειρατικές επιδρομές ανάγκασαν τους μοναχούς σταδιακά να την εγκαταλείψουν. Έκτοτε η μονή δεν ξαναλειτούργησε. Σήμερα από το συγκρότημα σώζεται το καθολικό, αλλά και αρκετά κελλιά και προσκτίσματα.

Η παραλία κάτω από τη μονή της Παναγιάς Πολεμάρχας.

Η πιο πρόσφατη από τις επιδαύρειες μονές είναι η μονή των Παμμεγίστων Ταξιαρχών, κτισμένη στα μέσα του 15ου αιώνα. Η μονή αποτέλεσε πνευματικό κέντρο στα χρόνια της Τουρκοκρατίας αλλά και στα πρώτα χρόνια του νεοσύστατου ελληνικού κράτους, συμβάλλοντας στη διατήρηση της γλώσσας και της θρησκείας. Από το 1945 άρχισε να λειτουργεί ως γυναικείο μοναστήρι και στη θέση του παλαιού ναού που καταστράφηκε, οικοδομήθηκε νέος μεγαλύτερος ναός σε βυζαντινό ρυθμό με ιδιαίτερες αγιορείτικες τοιχογραφίες. Μέσα στον ναό φυλάσσονται άγια λείψανα και παλιές εικόνες. Χιλιάδες είναι οι επισκέπτες που συρρέουν κάθε χρόνο για να θαυμάσουν τα παρεκκλήσια, την αγιογράφηση, την αρχιτεκτονική αλλά και να μάθουν για την μακρά ιστορία.

Η πιο πρόσφατη από τις επιδαύρειες μονές είναι η μονή των Παμμεγίστων Ταξιαρχών.

Τέλος, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η ιστορία του προστάτη της περιοχής, του Άγιου Λεωνίδη. Ο ναός που είναι αφιερωμένος στη μνήμη του, χτίστηκε πριν από περίπου 100 χρόνια, αφού εντοπίστηκαν στην περιοχή θαμμένα τα λείψανά του μαζί με αυτά των επτά μαθητριών του που βρήκαν μαρτυρικό θάνατο μαζί του το 250 μ.Χ. Κάθε 16η Απριλίου, γίνεται περιφορά των λειψάνων που όλο το χρόνο φυλάσσονται στην Εκκλησία Ευαγγελίστριας, η οποία καταλήγει στο ναό του Αγίου Λεωνίδη όπου γίνεται το προσκύνημα.

Κάθε 16η Απριλίου τα λείψανα του Αγίου Λεωνίδη εκτίθενται για προσκύνημα.

Διαβάστε στη «ΜτΧ»: «Κάθε άνθρωπος από τη στιγμή που βρεθεί στην ελληνική επικράτεια είναι ελεύθερος». Το εμβληματικό ψήφισμα των Ελλήνων εν μέσω εμφυλίου και επανάστασης στο Άστρος Κυνουρίας

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here