2 Νοεμβρίου 1960. Τριάντα χρόνια μετά το θάνατο του συγγραφέα Ντ. Χ. Λώρενς, το Ανώτατο Βρετανικό Δικαστήριο επέτρεψε την κυκλοφορία ανευ λογοκρισίας του πιο σημαντικού  έργου. «Ο εραστής της λαίδης Τσάτερλι» που πλέον συγκαταλέγεται ως ένα εκ των κορυφαίων της λίστας των 100 καλύτερων λογοτεχνικών βιβλίων του 20ου αιώνα, αποτέλεσε ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα μυθιστορήματα στην ιστορία.

Λέγεται ότι ο Λώρενς εμπνεύστηκε την πλοκή από τη ζωή του.
Το 1925 ο βρετανός συγγραφέας διαγνώστηκε με φυματίωση και εγκαταστάθηκε με τη γυναίκα του στην ιταλική Ριβιέρα, όπου το κλίμα ήταν ηπιότερο.
Όσο ο καιρός περνούσε και η αρρώστια εξελισσόταν, το σώμα του Λώρενς άρχιζε να παραλύει. Η γυναίκα του, αν και παρέμενε στο πλευρό του, είχε την ανάγκη να αναπληρώσει τα κενά που ο σχεδόν κατάκοιτος άντρας της είχε δημιουργήσει στη σχέση τους.
Βρήκε αυτό που έψαχνε στο πρόσωπο ενός λοχαγού επτά χρόνια μικρότερού της, που μάλιστα τύχαινε να είναι ο άντρας της σπιτονοικοκυράς τους.
Μεταξύ τους αναπτύχθηκε μια σχέση πάθους και πολύ σύντομα οι δυο εραστές δεν κρατούσαν ούτε τα προσχήματα.
Έτσι, ο άρρωστος συγγραφέας δεν άργησε να ανακαλύψει τον παράνομο δεσμό.
Παραδόξως, η αντίδρασή του ήταν αρκετά ψύχραιμη.
Αντί να ξεσπάσει βίαια, όπως συνήθιζε, ξεκίνησε να γράφει ένα μυθιστόρημα.
Έτσι γεννήθηκε η «λαίδη Τσάτερλι».

Ο συγγραφέας Ντ.Χ. Λώρενς σε νεαρή ηλικία. Wikimedia Commons

Το βιβλίο αφορούσε μία νεαρή γυναίκα που ήταν παντρεμένη με ένα λόρδο.
Με το ξέσπασμα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, εκείνος κλήθηκε να πολεμήσει στην πρώτη γραμμή.
Όταν επέστρεψε, τα τραύματά του τον είχαν αφήσει παράλυτο από τη μέση και κάτω.
Τότε η λαίδη Τσάτερλι άρχισε να ψάχνει άλλους εραστές που μπορούσαν να ικανοποιήσουν τις ανάγκες που ο παράλυτος άντρας της, άφηνε πλέον ανεκπλήρωτες.

Οι περιγραφές των ερωτικών σκηνών του βιβλίου ήταν ιδιαίτερα γλαφυρές και το λεξιλόγιο που χρησιμοποιούσε ο Λώρενς περιείχε πολλές εκφράσεις «του πεζοδρομίου».
Ήταν ένας τρόπος γραφής που ξέφευγε αισθητά από τα συντηρητικά και συμβατικά πρότυπα της δεκαετίας του 1920 στην Ευρώπη και ο συγγραφέας το γνώριζε καλά.
Όπως επεσήμαναν μεταγενέστερα οι κριτικοί και οι μελετητές του έργου του, ο Λώρενς είχε αποδεχθεί το γεγονός ότι ο ίδιος αργοπέθαινε και ότι η σύζυγός του πιθανότατα θα παντρευόταν τον νεαρό εραστή της, μετά το θάνατό του.
Ο «εραστής της λαίδης Τσάτερλι» ήταν ένας ασυνήθιστος φόρος τιμής στη γυναίκα του και ένα «υποκατάστατο της άλλοτε ενεργής σεξουαλικής τους ζωής».
«Είναι ξεκάθαρο ότι λάτρευε να γράφει προκλητικές σεξουαλικές περιγραφές. Το βιβλίο του τον ερέθιζε, αφού ο ίδιος πλέον δεν μπορούσε να κάνει σεξ», γράφει ο βιογράφος του Λώρενς, Τζον Γουόρθεν.

Η δικαστική διαμάχη της «λαίδης Τσάτερλι»

Ο Λώρενς, γνωρίζοντας πως κανένας εκδοτικός οίκος της εποχής δε θα ρίσκαρε να εκδώσει το μυθιστόρημά του, αρχικά προχώρησε στην εκτύπωση περιορισμένων αντιτύπων με δικά του έξοδα.
Τα επόμενα χρόνια, εκδοτικοί οίκοι της Ιταλίας, της Αμερικής και της Αγγλίας εξέδωσαν το έργο του, όμως αυστηρότατα λογοκριμένο.
Ο ίδιος βέβαια δεν πρόλαβε να το δει στα ράφια των βιβλιοπωλείων έστω και αλλαγμένο.
Ο Ντ. Χ. Λώρενς πέθανε το 1930 νικημένος από τη φυματίωση.

Η πρώτη έκδοση του βιβλίου από την «Penguin Books» που οδήγησε στην πολύκροτη δικαστική διαμάχη. Wikimedia Commons

Οι λογοκριμένες εκδόσεις του «εραστή της λαίδης Τσάτερλι» συνέχισαν να κυκλοφορούν για πολλά χρόνια και σε διάφορες χώρες.
Μέχρι που το 1960, ο βρετανικός εκδοτικός οίκος Penguin αποφάσισε να εκδώσει την αυθεντική ιστορία του συγγραφέα χωρίς περικοπές.
Η απόφαση βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό σε μία νομοθεσία που είχε περάσει το βρετανικό Κοινοβούλιο ένα χρόνο νωρίτερα.
Σύμφωνα με αυτή, επιτρεπόταν η δημοσίευση «άσεμνου» λογοτεχνικού υλικού υπό την προϋπόθεση ότι ο εκδοτικός οίκος μπορούσε να αποδείξει τη λογοτεχνική του αξία.
Στην περίπτωση των εκδόσεων Penguin ο νόμος τέθηκε σε ισχύ. Ο εκδοτικός οίκος παραπέμφθηκε στη δικαιοσύνη καλούμενος να λογοδοτήσει για την κυκλοφορία ενός τόσο «απρεπούς και αισχρού» λογοτεχνήματος. Οι κατήγοροι ήταν σχεδόν βέβαιοι ότι τόσο ο δικαστής, όσο και οι ένορκοι θα τάσσονταν με το μέρος τους.
Το σώμα των ενόρκων αποτελούταν κυρίως από μεσήλικες άντρες μεσαίας τάξης και συντηρητικών πεποιθήσεων.
Έτσι, η στρατηγική που ακολούθησαν είχε ως στόχο να σοκάρει το ακροατήριο και να τονίσει το ηθικό πλήγμα που επιφέρει στη λογοτεχνία το συγκεκριμένο βιβλίο.
Χαρακτηριστική είναι η εναρκτήρια ομιλία του δικηγόρου της πολιτικής αγωγής:

«Η λέξη “fuck” αναφέρεται πάνω από τριάντα φορές, η λέξη “cunt” δεκατέσσερις, η λέξη “balls”δεκατρείς…» και συνέχισε να απαριθμεί τις «κακές λέξεις» που εμφανίζονται στο έργο του Λώρενς.

Το δικαστήριο κράτησε έξι μέρες. Κατά τη διάρκεια των ημερών αυτών, η υπεράσπιση κάλεσε επιφανείς ακαδημαϊκούς, λογοτέχνες και κριτικούς να καταθέσουν.
Αν και η βασική κατηγορία που έπρεπε να καταρρίψουν ήταν ότι το βιβλίο διαφθείρει τους νέους και προσβάλλει τα ήθη, εκείνοι επικεντρώθηκαν στο ζήτημα της ελευθερίας του λόγου, της κοινωνικής προόδου καθώς και στο ταλέντο και την αξία του Λώρενς ως λογοτέχνη, του οποίου το έργο όλα αυτά τα χρόνια έχει παραποιηθεί χωρίς την έγκρισή του. Η ετυμηγορία των ενόρκων ήταν πρωτοφανής για τα δικαστικά χρονικά της Αγγλίας.
Έκριναν ότι η λογοκρισία των «απρεπών» εκφράσεων ήταν μία αναχρονιστική πρακτική που δε συμβάδιζε με την καλπάζουσα κοινωνική πρόοδο.
Η αθωωτική απόφαση θεωρείται ως μία από τις πρώτες «ηθικές νίκες» του φιλελεύθερου κινήματος έναντι των συντηρητικών δυνάμεων που επί σειρά αιώνων κυβερνούσαν την Αγγλία.

Το δικαστήριο “Old Bailey” όπου έγινε η δίκη είναι ένα από τα ιστορικότερα του Λονδίνου. Wikimedia Commons

Ο «εραστής της λαίδης Τσάτερλι» μέσα σε λίγες εβδομάδες από τον δικαστικό του θρίαμβο μετατράπηκε σε τεράστια εμπορική επιτυχία και πούλησε εκατομμύρια αντίτυπα.
Η δεύτερη έκδοση του βιβλίου κυκλοφόρησε με μία χαρακτηριστική αφιέρωση από τους εκδότες:

«Για την κυκλοφορία αυτού του βιβλίου, η «Penguin Books» διώχθηκε δικαστικά στο Ανώτατο Δικαστήριο της Αγγλίας και της Ουαλίας, από τις 20 Οκτωβρίου έως τις 2 Νοεμβρίου 1960. Επομένως, αυτή η έκδοση είναι αφιερωμένη στους ενόρκους, τρεις γυναίκες και δύο άντρες, που επέστρεψαν με την ετυμηγορία του «αθώου» και ως εκ τούτου, έκαναν για πρώτη φορά διαθέσιμο το τελευταίο μυθιστόρημα του Ντ. Χ. Λώρενς στο ευρύ κοινό του Ηνωμένου Βασιλείου».

Πηγή χαρακτηριστικής εικόνας: Wikipedia

Διαβάστε στη «ΜτΧ»: Ο αυστηρός έλεγχος του πατριαρχείου στην παιδεία. Λογόκρινε βιβλία και απειλούσε με αφορισμούς και λιντσάρισμα όσους δεν συμμορφώνονταν

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here