Έπειτα από κάθε ληστεία, ο Π. Μ. ευχαριστούσε τους τραπεζικούς υπαλλήλους. Ευγενικός, καλοντυμένος, με στυλ και ωραίο βλέμμα. Έτσι τον περιέγραφαν τα θύματά του, στους αστυνομικούς.
Μέσα σε έξι μήνες, η λεία του «γοητευτικού ληστή» ξεπερνούσε τα 48.000.000 δραχμές.

«Εκτός από τα ταμεία που άδειαζε, έκαιγε καρδιές και έδινε μαθήματα καλής συμπεριφοράς», έγραφε το ρεπορτάζ των «Νέων» όταν ο Μ. συνελήφθη.
Το προφίλ του 29χρονου ληστή ήταν το εξής: γιος ασφαλιστή από τα Γιαννιτσά, μορφωμένος, ετοιμόλογος και χαμηλών τόνων. Δήλωνε πλανόδιος πωλητής δερμάτινων ενδυμάτων. Ήταν ένα επάγγελμα που του έδινε το «άλλοθι» να γυρνά όλη την Ελλάδα και να εντοπίζει τους επόμενους στόχους του. Η δράση του ξεκίνησε το 1992.
Η διαδικασία που ακολουθούσε στις ληστείες ήταν συγκεκριμένη και την ακολουθούσε χωρίς παρεκκλίσεις. Έμπαινε στην τράπεζα ψύχραιμα, για να μην τραβήξει τα βλέμματα. Άλλωστε, κουκούλα δεν φορούσε ποτέ ενώ ήταν πάντοτε καλοντυμένος και περιποιημένος. Κάτω από την ακριβή καμπαρτίνα, έκρυβε ένα περίστροφο.
Ήταν γεμάτο, αλλά δεν χρειάστηκε να το χρησιμοποιήσει ποτέ.
«Θα μπορούσα κάλλιστα να πυροβολήσω τον εαυτό μου, δεν ξέρω αν τύχαινε, δεν θα ήθελα να τύχει ποτέ», δήλωσε αργότερα.
Αφού εξέταζε το χώρο και αισθανόταν έτοιμος, ενημέρωνε εργαζομένους και πελάτες ότι επρόκειτο να ληστέψει την τράπεζα. Ο τόνος του παρέμενε ήρεμος και σταθερός. Υπό την απειλή του όπλου, οι τρομοκρατημένοι υπάλληλοι του παρέδιδαν τα μετρητά. Η «παράσταση» έκλεινε με τον Μ. να τους ευχαριστεί για τη «συνεργασία» τους. Έβγαινε από την τράπεζα με την ίδια άνεση που είχε μπει και διέφευγε.
Μέσα σε λίγους μήνες είχε ληστέψει με την ίδια τακτική τρία υποκαταστήματα της Εθνικής Τράπεζας σε διαφορετικά προάστια της Αθήνας και δύο Ταχυδρομικά Ταμιευτήρια στα Χανιά. Ο «τζίρος» του ανερχόταν σε 48.131.500 δραχμές.
Από τις πρώτες ληστείες, οι ειδικοί της ασφάλειας, χάρη στις λεπτομερείς καταθέσεις των μαρτύρων, είχαν συνθέσει ένα ακριβές σκίτσο του δράστη, το οποίο μάλιστα είχαν στείλει σε όλα τα μεγάλα αστυνομικά τμήματα της χώρας. Παρόλα αυτά, οι αρχές δεν χτύπησαν ποτέ την πόρτα του. Αντίθετα, ο ίδιος μία μέρα παρουσιάστηκε αυτοβούλως στην Αστυνομία. Όχι για να παραδοθεί, αλλά για να καταγγείλει ότι τον έκλεψαν! Κατά τη διάρκεια της νύχτας, άγνωστοι του είχαν «ξαφρίσει» το αυτοκίνητό του.
Πριν όμως προλάβει να δώσει κατάθεση, οι αστυνομικοί στο τμήμα τον αναγνώρισαν και τον συνέλαβαν επιτόπου. Ακόμα και τότε, ο 29χρονος δεν έχασε την ψυχραιμία και την ευγένειά του. Παραδέχθηκε τις πράξεις του και ήταν πρόθυμος να μιλήσει σε αστυνομικούς και δημοσιογράφους.

Διαβάστε ακόμα: Η μάνα που έριξε δηλητήριο στις φακές και σκότωσε την έγκυο κόρη της. Ήθελε να ξεπλύνει την «ντροπή» επειδή ήταν ανύπαντρη

«Ευγενέστατος, πανέξυπνος, ειλικρινής, φιλοσοφημένος, εμφανίσθηκε στους δημοσιογράφους χθες το μεσημέρι στην Ασφάλεια ο όμορφος ληστής με την καμπαρτίνα, που εντυπωσίασε ακόμη και τους διώκτες του», έγραφε ο Πάνος Σόμπολος στο «Έθνος», αφού συνομίλησε μαζί του μέσα στο γραφείο του διευθυντή της Ασφάλειας.
Ο Π. Μ. παραδέχθηκε ότι είχε «μπλέξει σε ένα λούκι», από το οποίο ήταν δύσκολο να ξεφύγει. Δεν χρειαζόταν τα χρήματα για να επιβιώσει, αλλά για να ικανοποιήσει την υπερκαταναλωτική του μανία. Είναι χαρακτηριστικό ότι από τα σημαντικά ποσά που απέσπασε από τις τράπεζες, δεν του είχε μείνει δραχμή. Τα είχε ξοδέψει όλα σε αυτοκίνητα, κοσμήματα, ναρκωτικά και «διασκεδάσεις». Άλλωστε, η ζωή είναι ακριβή έλεγε. Όταν τον ρώτησαν γιατί έλεγε ευχαριστώ μετά από κάθε ληστεία είπε: «Εσείς δε θα λέγατε ευχαριστώ αν μέσα σε τρία λεπτά βγάζατε 18.000.000 δραχμές;»

Βέβαια, ο Π. Μ. δεν ήταν εγκληματική ιδιοφυΐα. Τη δεκαετία του ’90, τα συστήματα τραπεζικής προστασίας στην Ελλάδα βρίσκονταν ακόμη σε εμβρυακό στάδιο, πράγμα που καθιστούσε τα υποκαταστήματα ιδανικό στόχο των ληστών. Σύμφωνα με στοιχεία της Ομοσπονδίας Τραπεζοϋπαλληλικών Οργανώσεων Ελλάδος, από το 1995 μέχρι τα μέσα του 1999, είχαν διαπραχθεί 244 ληστείες. Μάλιστα, όσο τα κρούσματα πλήθαιναν, η αστυνομία δυσκολευόταν όλο και περισσότερο να τα αντιμετωπίσει επιτυχώς. Το 1995 το 59,6% των δραστών συνελήφθη, τρία χρόνια αργότερα το ποσοστό είχε πέσει στο 11,7%. Ωστόσο ήδη τα μέτρα είχαν αλλάξει. Σταδιακά μπήκαν οι περιστρεφόμενες πόρτες, η χρονοκαθυστέρηση στα χρηματοκιβώτια και τα μικρά διαθέσιμα στα ταμεία να μην αξίζει το ρίσκο.

Διαβάστε στη «ΜτΧ»: Ο μεγαλύτερος αρχαιοκάπηλος που έδρασε ποτέ στην σύγχρονη Ελλάδα. Ο Γερμανός που είχε συλληφθεί πάνω από τέσσερις φορές, αλλά δραπέτευε, άλλαζε ταυτότητα και συνέχιζε τη δράση του

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here