Οκτώβριος 1925. Η φωτογραφία του λήσταρχου Κωτσαδάμ πλάι στο κομμένο κεφάλι του συντρόφου του, Μαύρου, φιγουράρει σε όλα τα πρωτοσέλιδα της εποχής. Δεν επρόκειτο για ξεκαθάρισμα λογαριασμών. Ήταν μία απόπειρα του Κωτσαδάμ να εκμεταλλευτεί ένα πρωτοφανές νομοθετικό διάταγμα.

Ήδη από το 1833, με την άφιξη του Όθωνα στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος, το πρόβλημα της ληστοκρατίας είχε λάβει διαστάσεις.
Οι Βαυαροί οργάνωσαν τακτικό στρατό, αφήνοντας εκτός τους πρώην κλέφτες και αρματολούς που αγωνίστηκαν στην Επανάσταση.

Οι άνθρωποι αυτοί δεν είχαν γη, ζώα, ούτε ήξεραν κάποια τέχνη. Αισθάνονταν αδικημένοι, παραγκωνισμένοι από την ελληνική πολιτεία και εκτός αυτού, έπρεπε με κάποιον τρόπο να βιοποριστούν. Έτσι, πολλοί στράφηκαν στη ληστεία.

Η ιστορία πίσω από την φωτογραφία του λήσταρχου Κωτσαδάμ που ποζάρει πλάι στον αποκεφαλισμένο του σύντροφο. Το πρωτοφανές διάταγμα που έδινε αμνηστία σε όποιον εγκληματία παρέδιδε κεφαλή ληστή
Σκηνές αναπαράστασης από τη νέα εκπομπή της «Μηχανής του Χρόνου» για την ιστορία του εγκλήματος στην Ελλάδα.

Ληστές-ήρωες

Για σχεδόν έναν αιώνα, το ελληνικό κράτος απέτυχε να πατάξει το φαινόμενο και να εντάξει τους περιθωριοποιημένους στο κοινωνικό σύνολο. Η ληστεία γινόταν τρόπος ζωής που περνούσε από γενιά σε γενιά. Έτσι, οι ληστές πολλαπλασιάζονταν, λόγω και της παρατεινόμενης αδικίας σε βάρος των κολίγων.

Παράλληλα, σε μεγάλο βαθμό, οι πράξεις τους δεν ήταν καταδικαστέες στη συνείδηση του απλού λαού. Δεν ήταν λίγες φορές που οι ληστές ηρωοποιούνταν.
Αυτό συνέβαινε διότι υποστήριζαν ότι η δράση τους βασιζόταν σε έναν κώδικα τιμής, ενώ συχνά οι ληστές βοηθούσαν τους χωρικούς, έχτιζαν εκκλησιές και προίκιζαν κοπέλες. Αν και οι βιασμοί δεν ήταν σπάνιο φαινόμενο. Γενικά η ληστοκρατία είχε πολλές οπτικές, αναλόγως την περίοδο, τον λήσταρχο και την συγκυρία.

Θύματά τους ήταν ως επί το πλείστον πλούσιοι και σε πολλές περιπτώσεις διαμοίραζαν τη λεία τους στους φτωχούς, στήριζαν εξεγέρσεις και απελευθερωτικά κινήματα. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του λήσταρχου Νταβέλη που το 1855, επί Κριμαϊκού Πολέμου, απήγαγε έναν Γάλλο αξιωματικό και μετατράπηκε σε «σύγχρονο αγωνιστή».

Επιπλέον, σπάνια σκότωναν τα θύματά τους. Η συνήθης τακτική ήταν να απαγάγουν κάποιο μέλος επιφανούς οικογένειας, να ζητούν λύτρα κι αφού τα έπαιρναν, να αφήνουν τον όμηρο ελεύθερο.

Αυτός ήταν ο κανόνας, δεν έλειπαν όμως και οι εξαιρέσεις. Για πολλούς ληστές, ο κυνισμός ήταν τρόπος σκέψης και δράσης.
Ένας από αυτούς ήταν και ο περιβόητος Κωτσαδάμ.

Η ιστορία πίσω από την φωτογραφία του λήσταρχου Κωτσαδάμ που ποζάρει πλάι στον αποκεφαλισμένο του σύντροφο. Το πρωτοφανές διάταγμα που έδινε αμνηστία σε όποιον εγκληματία παρέδιδε κεφαλή ληστή
Σκηνές αναπαράστασης από τη νέα εκπομπή της «Μηχανής του Χρόνου» για την ιστορία του εγκλήματος στην Ελλάδα.

Υπόθεση Κωτσαδάμ

Λίγες λεπτομέρειες είναι γνωστές για τον βίο και τη ληστρική δράση του Κωτσαδάμ. Άλλωστε, οι ληστές συνήθιζαν να ζουν σε δυσπρόσιτα μέρη, πλήρως αποκομμένοι από την κοσμική ζωή. Εξαιρέσεις υπήρχαν και σε αυτό.

Ο Κωτσαδάμ καταγόταν από τον ορεινό Ελικώνα της Βοιωτίας και έδρασε ως λήσταρχος στην ευρύτερη περιοχή της Θήβας περί το 1920.
Τα χρόνια εκείνα, αλλά και μετά την Μικρασιατική Καταστροφή, η ληστοκρατία δεν είχε παταχθεί.

Οι αρχές είχαν έρθει σε απόγνωση και το κράτος ήταν αποφασισμένο να δώσει ένα τέλος. Προς την κατεύθυνση αυτή, τον Σεπτέμβριο του 1924, επί δικτατορίας Πάγκαλου, βγήκε ένα πρωτοφανές διάταγμα.
Σύμφωνα με αυτό, όποιος ληστής έφερνε το κεφάλι ενός άλλου ληστή, εξασφάλιζε αμνηστία για τα εγκλήματα που είχε διαπράξει.
Το σκεπτικό ήταν οι εγκληματίες να αρχίσουν να αλληλοσκοτώνονται μεταξύ τους.

Έχοντας αυτό στο νου του και γνωρίζοντας ότι βρισκόταν ήδη στο ραντάρ της Χωροφυλακής, ο λήσταρχος Κωτσαδάμ αποφάσισε να εκμεταλλευτεί το διάταγμα.
Έτσι, ένα μαγιάτικο μεσημέρι του 1925, ενώ γευμάτιζε με τους συντρόφους του στο λημέρι τους, έβγαλε ένα πιστόλι και πυροβόλησε 6 φορές έναν από αυτούς, τον Μαύρο.

Αποκεφάλισε το πτώμα και πόζαρε με το τουφέκι του δίπλα στο άψυχο κεφάλι. Έπειτα, το πήρε παραμάσχαλα και πήγε να το παραδώσει στην Χωροφυλακή της Λιβαδειάς.
Ωστόσο, τα πράγματα δεν εξελίχθηκαν όπως υπολόγιζε.
Η δίκη 

Αι αστυνομικαί αρχαί Λεβαδείας προέβησαν αμέσως εις την σύλληψιν του ληστού τούτου, διότι η ισχύς του εν λόγω διατάγματος είχε λήξει από της 28ης παρελθόντος Φεβρουαρίου.

Όπως αναφέρουν τα δημοσιεύματα της εποχής, ο Κωτσαδάμ ήταν ένας από τους πιο περιζήτητους ληστές της περιοχής. Πέρα από κλοπές και απαγωγές, είχε διαπράξει φόνους και βιασμούς.
Το διάταγμα περί αμνηστίας ίσχυε μόλις για ένα εξάμηνο. Κι ενώ είχε κατατεθεί η επέκτασή του, δεν είχε εγκριθεί ακόμα.

Ο Κωτσαδάμ δεν το γνώριζε. Έτσι, όταν πήγε να παραδώσει την κεφαλή του συντρόφου του, οι αρχές τον συνέλαβαν.
Η δίκη ξεκίνησε 5 μήνες αργότερα, τον Οκτώβριο του 1925. Αναλογικά με τα εγκλήματα που είχε διαπράξει, ελάχιστοι μάρτυρες κατηγορίας εμφανίστηκαν στο δικαστήριο για να καταθέσουν. Οι περισσότεροι φοβούνταν ότι αν αθωωνόταν, τους περίμεναν αντίποινα.

Η ιστορία πίσω από την φωτογραφία του λήσταρχου Κωτσαδάμ που ποζάρει πλάι στον αποκεφαλισμένο του σύντροφο. Το πρωτοφανές διάταγμα που έδινε αμνηστία σε όποιον εγκληματία παρέδιδε κεφαλή ληστή
Ο Κωτσαδάμ κατά τη διάρκεια της δίκης. Φωτογραφία από τον τύπο της εποχής.

Παρόλα αυτά, οι μαρτυρίες δύο μόνο οικογενειών ήταν αρκετές. Οι μάρτυρες περιέγραψαν δύο απόπειρες απαγωγής, έναν φόνο, έναν άγριο ξυλοδαρμό, ένα βιασμό και απόσπαση λύτρων.
Η υπερασπιστική γραμμή του Κωτσαδάμ δεν προσπάθησε να αντικρούσει τις κατηγορίες. Παρέμεινε πιστή στη διεκδίκηση της αμνηστίας. Ο λήσταρχος μάλιστα παραδέχθηκε ότι ήταν ληστής διότι του άρεσε και όχι από ανάγκη. Επίσης διευκρίνισε ότι ο Μαύρος που είχε αποκεφαλίσει, ήταν ληστής και δεν τον έκανε αυτός, ώστε να τον αποκεφαλίσει και να διεκδικήσει την αμνηστία.

Το δικαστήριο, μετά από σύντομη διαβούλευση, τον καταδίκασε σε θάνατο δια τουφεκισμού.

Επεισοδιακή εκτέλεση

Ο Κωτσαδάμ δεν αποδέχθηκε την απόφαση αδιαμαρτύρητα. Διαμήνυε ότι έχει πέσει θύμα πολιτικών σκευωριών και διεφθαρμένων χωροφυλάκων.
Μάλιστα, στη διαθήκη του, επιφόρτιζε τον πρωτότοκο γιο του με το χρέος να εκδικηθεί τον άδικο θάνατό του.

«Τα άρματά μου όλα, αφήνω γραπτή και ρητή εντολή στους γονείς μου, άμα γίνη 12 ετών το μεγάλο μου παιδί, να του τα δώσουν και να το διδάξουν πώς να γίνη ληστής. Μόνον έτσι η ψυχή μου θα μείνη ευχαριστημένη. Θέλω να εκδικήση τον άδικο σκοτωμό μου».

Στις 12 Οκτωβρίου του 1925 ο Κωτσαδάμ στήθηκε μπροστά από το εκτελεστικό απόσπασμα. Στην ερώτηση αν ήθελε να του δέσουν τα μάτια αποκρίθηκε ότι «αυτό το κάνουν μόνο σε γυναίκες».
Λίγες στιγμές αργότερα, ήχησε το παράγγελμα: «Επί σκοπόν. Πυρ!» και με 4 σφαίρες ο ληστής σωριάστηκε νεκρός.

Την ώρα του τουφεκισμού, ένας συγγενής του Κωτσαδάμ έριξε εναντίον του λοχαγού. Η σφαίρα πέρασε ξυστά από το κεφάλι του και δεν τον βρήκε. Επικράτησε πανικός, όμως η κατάσταση γρήγορα τέθηκε υπό έλεγχο και δεν υπήρξαν τραυματίες.
Η σορός του ληστή, μετά τη νεκροψία, παραδόθηκε στην οικογένεια.

Παρακολουθήστε την Κυριακή 13/6 σε επανάληψη το νέο επεισόδιο της Μηχανής του Χρόνου στον COSMOTE HISTORY για την ιστορία του εγκλήματος στην Ελλάδα. 

Οι Διαβάστε στη «ΜτΧ»: Λήσταρχοι Ρετζαίοι. Οι «βασιλείς της Ηπείρου» που έκαναν την πρώτη ληστεία σε χρηματαποστολή τράπεζας. Είχαν αμνηστευτεί και είχαν γίνει χωροφύλακες

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here