Η ταινία «Οι Γερμανοί ξανάρχονται» υπήρξε σταθμός στην κινηματογραφική καριέρα του Αλέκου Σακελλάριου, με σπάνιες ερμηνείες και περιεχόμενο που άγγιζε βαθιά τις καρδιές των θεατών. 

Το σενάριο το έγραψε ο ίδιος ο σκηνοθέτης, μαζί με τον Χρήστο Γιαννακόπουλο. Το είχαν γράψει για το θέατρο και μετά την επιτυχία εκεί, το ανέβασαν και στον κινηματογράφο το 1948. Επίκεντρο της ταινίας είναι ένας φιλήσυχος οικογενειάρχης o Θόδωρος ο οποίος ζει στην μεταπολεμική Αθήνα και βλέπει τα εμφύλια πάθη να θεριεύουν. Η κοινωνία δείχνει να έχει ξεχάσει το δράμα της κατοχής και να διχάζεται. Μια μέρα στον ύπνο του βλέπει ένα όνειρο πως οι Γερμανοί ξανάρχονται και όλοι αρχίζουν να ξαναζούν την αγριότητα του πολέμου και της ναζιστικής βίας.

Χρόνια αργότερα ο σκηνοθέτης αφηγήθηκε ένα άγνωστο περιστατικό από τα γυρίσματα της ταινίας, που έγιναν κάτω από δύσκολες συνθήκες. 

«Όταν αρχίσαμε τις προετοιμασίες για το γύρισμα, διαπιστώσαμε με φρίκη ότι μας έλειπαν οι … Γερμανοί! Όταν το είχαμε ανεβάσει στο θέατρο μας αρκούσαν δύο – τρία βουβά πρόσωπα ντυμένα με γερμανικές στολές, για να καλύψουν αυτή την ανάγκη. Το σενάριο όμως που είχαμε γράψει με τον Γιαννακόπουλο για την ταινία απαιτούσε στρατιώτες, αξιωματικούς SS, φύλακες, Γερμανούς δεσμοφύλακες, ένα σωρό κόσμο τέλος πάντων που εκτός των άλλων θα έπρεπε να μιλάνε και κάποια λίγα γερμανικά». Τελικά, έβαλαν αγγελία στις εφημερίδες. Μόλις δημοσιεύτηκε «έπηξε» η Στουρνάρα από γερμανομαθείς νέους που η φιλοδοξία τους ήταν να γίνουν «αστέρια» του κινηματογράφου.

Από τους πρωταγωνιστές της ταινίας: Λογοθετίδης, Διανέλος, Βασιλειάδου

Ο «κύριος Κώστας και το αλαλούμ»

«Μεταξύ των υποψηφίων ήρθε κι ένας κύριος πολύ καλοντυμένος» θυμάται ο Σακελλάριος. «Καμηλό παλτό από τα πιο ακριβά, μεταξωτό κασκόλ, δερμάτινα γάντια και πλημμυρισμένος στα γαλλικά αρώματα. Όταν το είδα μου και μου συστήθηκε ούτε μια στιγμή δεν μου πέρασε από το μυαλό ότι διεκδικούσε θέση κομπάρσου».

– Κύριε Σακελλάριε, έχω σπουδάσει στο Μόναχο, ηλεκτρομηχανικός. Μιλάω τα γερμανικά σαν τη μητρική μου γλώσσα. Έχω δυο διπλώματα που μπορώ να σας τα δείξω.
– Δεν χρειάζεται κύριε μου, σας πιστεύω, του απαντώ. Και προσπαθώ να του εξηγήσω ότι η δουλειά του κομπάρσου είναι ιδιαίτερα κουραστική, με λίγα χρήματα και πολύ πρωινό ξύπνημα κάτω από αντίξοες συνθήκες. Σίγουρα δεν θα τον ενδιέφερε. Εκείνος όμως, σχεδόν δακρυσμένος, εκλιπαρούσε να τον χρησιμοποιήσω στην ταινία.

– Θα το θεωρήσω υποχρέωση αν με προτιμήσετε…

Και τον προτιμήσαμε! Τον έστειλα να του πάρουνε μέτρα για στολή. Μπήκε χαρούμενος στα καμαρίνια και σε λίγο βγήκε και με πλησίασε.

– Να σας ζητήσω μια χάρη;
– Παρακαλώ!
– Είναι δυνατόν να μην με κάνετε απλό στρατιώτη;
– Δηλαδή;
– Να μου δώσετε κάποιο βαθμό. Έστω υπαξιωματικό!
– Εγώ θα σας κάνω αξιωματικό. Λοχαγό αν θέλετε!

«Άρπαξε τα χέρια μου και τα φίλησε. Έτσι, από την πρώτη στιγμή ο κύριος Κώστας έθεσε σοβαρή υποψηφιότητα για… «αλαλούμ». Όπως προκύπτει από την αφήγηση του Αλέκου Σακελλάριου το «αλαλούμ» ήταν μια έκφραση για τις πλάκες που έκαναν μεταξύ τους κατά την διάρκεια των γυρισμάτων. Τα παιδιά του συνεργείου του το υπενθύμιζαν συνεχώς μέχρι που ήρθε η κατάλληλη στιγμή.

Η ταινία προβλήθηκε στον κινηματογράφο το 1948

«Το σώβρακο και η ανησυχία για το πλάνο»

«Ένα χειμωνιάτικο πρωινό», θυμάται ο σκηνοθέτης «δεν είχε ξημερώσει ακόμα, γυρίζαμε κάτι σκηνές σε ένα ερειπωμένο εργοστάσιο οινοποιίας. Η δουλειά είχε τελειώσει και ετοιμαζόμασταν να τα μαζέψουμε, αλλά όλο το συνεργείο και οι ηθοποιοί με παρακαλούσαν για το αλαλούμ του κυρίου Κώστα. Τον πλησιάζω λοιπόν και του λέω:

– Κύριε Κώστα, επειδή διαπίστωσα ότι έχετε πολύ ταλέντο και υποδύεστε πολύ καλά τον Γερμανό αξιωματικό, σκέφτηκα να γυρίσω μια σκηνή με πρωταγωνιστή, εσάς. Λάμψανε τα μάτια του. Του εξήγησα ότι μέσα στο σκοτάδι, θα πεταγόντουσαν οι πατριώτες, δηλαδή, ο Δημόπουλος, ο Διανέλος, ο Πρωτόπαπας και ο Ασημακόπουλος και  θα προσπαθούσαν να τον συλλάβουν. Αυτός θα έπρεπε να αντισταθεί ηρωικά και τελικά να τους εξουδετερώσει. Όσο για τους πατριώτες, είχαμε συμφωνήσει να του χιμήξουνε να του λύσουνε τη ζώνη και να του κατεβάσουν το παντελόνι, κι αν ήταν δυνατόν και το σώβρακο! Η σκηνή είχε αποφασιστεί να «γυριστεί» πραγματικά με φιλμ και σύγχρονη φωνοληψία. Και το γύρισμα άρχισε.

Ο κύριος Κώστας, μεγαλοπρεπής με το οπλοπολυβόλο στο χέρι, έκανε την εμφάνιση του από το σκοτάδι και ξαφνικά ξεπεταχτήκανε μπροστά του οι πατριώτες … σκασμένοι στα γέλια, τον πιάσανε και άρχισαν να τον γδύνουν. Εκείνος ανυποψίαστος, φώναζε: «Ράους, Ράους! Λος – Λος!». Αλλά οι πατριώτες τη δουλειά τους. Συνέχισαν να τον γδύνουν. Όταν πια προσπάθησαν να του κατεβάσουν και το σώβρακο, ο καημένος ο κύριος Κώστας τους έλεγε σε άψογα ελληνικά

– Όχι όλοι μπροστά μου, βρε παιδιά!…Με κρύβετε. Δεν θα φαίνομαι εγώ καθόλου!

Η σκηνή ολοκληρώθηκε μέσα σε υστερικά γέλια, με τον Γερμανό αξιωματικό να κρατάει το οπλοπολυβόλο στο χέρι, γυμνός από τη μέση και κάτω.

Με πληροφορίες από το βιβλίο του Μάκη Δελαπόρτα «Αλέκος Σακελλάριος – Το ταλέντο βγήκε από τον Παράδεισο» εκδόσεις ΆΓΚΥΡΑ 

Διαβάστε στη «ΜτΧ»: Αλέκος Σακελλάριος. Συμμαθητής με τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, απόγονος του Ζάππα και κατά τύχη σκηνοθέτης. Έγραψε στίχους για 2.000 τραγούδια και γύρισε 50 ταινίες

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here