Ο Γιόσι Σιρατόρι έχει κερδίσει το προσωνύμιο του «μάγου των φυλακών». Οι εντυπωσιακές αποδράσεις του θυμίζουν σενάριο χολιγουντιανής ταινίας, με την πιο διάσημη να έχει μείνει στην ιστορία ως η «απόδραση της σούπας».

Το 1935, ο Σιρατόρι μετά από βασανιστήρια αναγκάστηκε να ομολογήσει ένα έγκλημα που δεν είχε διαπράξει. Βάσει της ομολογίας του, ο 28χρονος καταδικάστηκε σε κάθειρξη και στάλθηκε στις φυλακές του Αομόρι να εκτίσει την ποινή του. Το σωφρονιστικό σύστημα της προπολεμικής Ιαπωνίας ήταν ιδιαίτερα σκληρό. Οι συνθήκες στις φυλακές ήταν άθλιες, ενώ οι φρουροί είχαν πλήρη δικαιοδοσία πάνω στους κρατούμενους.Ο Σιρατόρι, βίωνε καθημερινή κακοποίηση και εξευτελισμό.
Μετά από λίγους μόλις μήνες εξαθλίωσης και κακοποίησης πείστηκε ότι η απόδραση ήταν μονόδρομος. Αυτό που έπρεπε να κάνει ήταν να βρει ένα σχέδιο.

Οι πρώτες αποδράσεις

Ο Γιόσι Σιρατόρι γεννήθηκε στο Αομόρι της βόρειας Ιαπωνίας το 1907. Wikimedia Commons

Ο Γιόσι Σιρατόρι είχε μελετήσει το πρόγραμμα των φρουρών και ήξερε ακριβώς την ώρα που έκαναν το 15λεπτο διάλειμμά τους στη μέση της νύχτας. Έχοντας γνώσεις πάνω σε κλειδαριές και πόρτες ασφαλείας, το μόνο που του έλειπε ήταν ένα κατάλληλο εργαλείο. Όταν το βρήκε, έβαλε το σχέδιό του σε εφαρμογή.
Το χερούλι του κουβά με τον οποίο πλενόταν ήταν συρμάτινο. Ο Σιρατόρι το έσπασε, του έδωσε το σχήμα που ήθελε κι έπειτα, περίμενε να νυχτώσει. Μόλις έφτασε η κατάλληλη στιγμή, άρχισε να κάνει πειράματα πάνω στην κλειδαριά. Για καλή του τύχη, δεν άργησε να ξεκλειδώσει. Ύστερα, με τον ίδιο τρόπο κατάφερε να ανοίξει ακόμη μερικές πόρτες και μέσα σε λίγη ώρα, ήταν ελεύθερος.

Η χαρά του όμως δεν διήρκεσε πολύ. Μόλις τρεις μέρες αργότερα, κι ενώ δεν είχε προλάβει να απομακρυνθεί αρκετά, οι αρχές τον εντόπισαν. Εξαιτίας της απόδρασης, η ποινή του μετατράπηκε σε ισόβια και ο διευθυντής των φυλακών τον έθεσε υπό στενή παρακολούθηση. Καθώς όμως δεν έδειχνε να συμμορφώνεται, το 1942 μεταφέρθηκε στις πιο σύγχρονες φυλακές της γειτονικής πόλης Ακίτα. Προκειμένου να είναι βέβαιοι ότι δεν θα προσπαθούσε να δραπετεύσει εκ νέου, τον έβαλαν στην απομόνωση και παράλληλα, έδωσαν εντολή να είναι δεμένος με χειροπέδες 24 ώρες το 24ωρο. Η σκέψη του δεν άλλαξε. Η λύτρωσή του ήταν η απόδραση.
Άρα έπρεπε να εξελίξει την τεχνική του. Παρόμοια με την πρώτη του απόδραση, κατάφερε να ξεκλειδώσει τις χειροπέδες με ένα αιχμηρό σύρμα που προεξείχε από έναν τοίχο του κελιού. Έτσι, κάθε βράδυ έλυνε τα χέρια του, αναρριχόταν στο ψηλό ταβάνι όπου υπήρχε το μοναδικό παραθυράκι του κελιού και χαλάρωνε τις βίδες που συγκρατούσαν το ξύλινο κούφωμα. Λίγους μήνες αργότερα, τα είχε καταφέρει. Επέλεξε να δραπετεύσει ένα βράδυ που θα έβρεχε, έτσι ώστε να μην ακούσουν τα βήματά του στην ταράτσα.
Έτσι κι έγινε. Τον Ιούνιο του 1942, ήταν και πάλι ελεύθερος.

«Η απόδραση της σούπας»

Τρεις μήνες μετά την απόδραση κι ενώ η αστυνομία είχε χάσει τα ίχνη του, ο Σιρατόρι πήρε μια αλλόκοτη απόφαση. Επισκέφθηκε το σπίτι ενός φρουρού των φυλακών Ακίτα για να ζητήσει τη βοήθειά του. Ο συγκεκριμένος φρουρός ήταν ο μοναδικός που του είχε φερθεί καλά, γι΄ αυτό και εκείνος πίστεψε ότι μπορούσε να τον εμπιστευτεί. Ο φύλακας τον άφησε να μπει στο σπίτι και άκουσε όσα είχε να του πει. Έπειτα όμως κάλεσε την αστυνομία.

Έτσι, ο Σιρατόρι συνελήφθη και πάλι. Στις αρχές του 1943 στάλθηκε Βόρεια στις αυστηρότερες φυλακές της χώρας, στο Αμπασίρι. Μάλιστα, το κελί στο οποίο τον έβαλαν ήταν ειδικά διαμορφωμένο για τον ίδιο. Τα παράθυρα ήταν μικροσκοπικά, το ταβάνι δεν είχε καμία σχισμή, ενώ για ακόμη μία φορά φορούσε χειροπέδες 24 ώρες το 24ωρο.
Ο επίδοξος δραπέτης κατάλαβε ότι πλέον το σχέδιο δράσης έπρεπε να αλλάξει εντελώς. Παρότι του έδιναν φαγητό μία φορά την ημέρα και οι μερίδες ήταν ελάχιστες, ο Σιρατόρι άρχισε να φυλά σε ένα μικρό μπολ ένα μέρος από την σούπα miso που παραδοσιακά συνόδευε κάθε γεύμα. Έπειτα, όταν κανείς δεν τον έβλεπε, έχυνε το περιεχόμενο του μπολ στην κάσα του παραθύρου του. Επί έξι μήνες επαναλάμβανε ευλαβικά τη διαδικασία αυτή, μέχρι που η άλμη της σούπας άρχισε να διαβρώνει εμφανώς την επιφάνεια της κάσας. Όταν κατάλαβε ότι είχε χαλαρώσει αρκετά, ο αδυνατισμένος Ιάπωνας την αφαίρεσε μαζί με τα κάγκελα και κατάφερε να ελιχθεί μέσα από το μικροσκοπικό παράθυρο. Ήταν τέλη του 1943 και η Ιαπωνία πολεμούσε με την Αμερική.

Η σούπα μίσο είναι ένα από τα πιο γνωστά παραδοσιακά πιάτα της Ιαπωνίας. Public Domain Pictures

Αν και ελεύθερος, αυτή τη φορά δεν είχε πολλές επιλογές. Οι φυλακές του Αμπασίρι ήταν περιτριγυρισμένες από χιονισμένα βουνά, τα οποία ήταν αδιαπέραστα χωρίς μέσο μετακίνησης. Έτσι, ο Σιρατόρι βρήκε καταφύγιο σε μία μικρή σπηλιά, η οποία έγινε το σπίτι του για τα επόμενα δύο χρόνια.

Το 1946, εξαντλημένος από την πρωτόγονη καθημερινότητα και κοντεύοντας πλέον τα 40, αποφάσισε να πάρει το μεγάλο ρίσκο και να απομακρυνθεί από το καταφύγιό του. Το σοκ που υπέστη όταν έφτασε στο πρώτο χωριό ήταν τεράστιο. Συνειδητοποίησε ότι όσο εκείνος ζούσε στη σπηλιά, ο πόλεμος είχε τελειώσει, οι Αμερικανοί είχαν νικήσει, και δύο μεγάλες πόλεις της χώρας του, η Χιροσίμα και το Ναγκασάκι, είχαν δεχθεί πυρηνική επίθεση.

Για λίγες μέρες, ο Ιάπωνας συνέχισε να περιπλανιέται και να σχεδιάζει τα επόμενα βήματά του. Κάποια στιγμή έφτασε σε ένα χωράφι με ντομάτες και, πεινασμένος όπως ήταν, έκοψε μία. Τον αντιλήφθηκε όμως ο ιδιοκτήτης και του επιτέθηκε με μία αξίνα. Ακολούθησε πάλη και ο Σιρατόρι σκότωσε τον γεωργό. Υποστήριξε ότι έγινε άθελά του ενώ υπερασπιζόταν τη ζωή του. Στο σημείο έσπευσε η αστυνομία και, πριν προλάβει να διαφύγει, συνελήφθη και πάλι.

Το Αμπασίρι είναι μία από τις βορειότερες επαρχίες της Ιαπωνίας. Flickr

Η τελευταία απόδραση

Ο δικαστής δεν του αναγνώρισε το ελαφρυντικό της αυτοάμυνας και τον καταδίκασε σε θάνατο. Έδωσε μάλιστα την εντολή να μεταφερθεί στις φυλακές υψίστης ασφαλείας του Σαπόρο. Τα παράθυρα του κελιού του αυτή τη φορά ήταν μικρότερα από το κεφάλι του, στο ταβάνι δεν υπήρχε εξαερισμός, ενώ 6 φύλακες τον επέβλεπαν στενά.
Αν και αρχικά έμοιαζε αδύνατο, ο Ιάπωνας μελέτησε διεξοδικά το χώρο και κατόρθωσε ξανά να εντοπίσει το βασικό κενό στην ασφάλεια του κελιού.
Οι φύλακες είχαν φροντίσει να του κλείσουν κάθε πιθανή διέξοδο από ψηλά, απ’ όπου δηλαδή συνήθιζε να το σκάει.
Ο δαιμόνιος κρατούμενος στράφηκε στο δάπεδο.
Αφαίρεσε συγκεκριμένα πλακάκια από το πάτωμα και ξεκίνησε το σκάψιμο. Σιγά σιγά. Όσο πιο αθόρυβα γινόταν. Με υπομονή. Λίγους μήνες αργότερα, η στοά του ήταν έτοιμη. Αυτή τη φορά ο 40χρονος δραπέτης κατόρθωσε να διαφύγει υπογείως.

Για τον επόμενο χρόνο τριγυρνούσε ελεύθερος στους δρόμους του Σαπόρο. Δεν είχε δουλειά, σπίτι ή κάποιον δικό του άνθρωπο. Το 1948, ήταν μόνος και πλήρως εξαντλημένος σωματικά και πνευματικά. Μία καλοκαιρινή μέρα, ενώ καθόταν σε ένα παγκάκι, ήρθε τυχαία και κάθισε δίπλα του ένας αστυνομικός. Όταν φιλικά προσφέρθηκε να του δώσει ένα τσιγάρο, ο 41χρονος λύγισε. Ομολόγησε στον αστυνομικό ποιος ήταν και παραδόθηκε επί τόπου.

Αυτή ήταν η τελευταία φορά που ο «μάγος» περνούσε το κατώφλι των φυλακών. Η σύλληψη συνέπεσε με μία περίοδο σημαντικών αλλαγών στο σωφρονιστικό σύστημα της χώρας. Το δικαστήριο απέσυρε τις κατηγορίες περί ανθρωποκτονίας και του αναγνώρισε το ελαφρυντικό ότι ουδέποτε είχε τραυματίσει κάποιον φύλακα, παρά την συστηματική κακοποίηση που τόσα χρόνια δεχόταν. Καταδικάστηκε σε 20 χρόνια κάθειρξη, ενώ εισακούστηκε το αίτημά του να εκτίσει την ποινή του στο Τόκιο, κοντά στην οικογένειά του. Το 1961 βγήκε από τη φυλακή χωρίς να αποδράσει. Πέρασε νόμιμα από την πύλη. Αποφυλακίστηκε και έζησε τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής του κοντά στην κόρη του, που μεγάλωσε χωρίς αυτόν και άφησε την τελευταία του πνοή το 1979 σε ηλικία 72 ετών.

Αρχική φωτογραφία: Wikimedia Commons

Διαβάστε στη «ΜτΧ»: Ο βαρόνος ναρκωτικών «Ελ Τσάπο», που είχε δραπετεύσει μέσω υπόγειας στοάς και συνελήφθη με τη «βοήθεια» του ηθοποιού Σον Πεν, καταγγέλλει ότι έπαθε κατάθλιψη στις φυλακές. Ο αρχιφύλακας διαψεύδει: «είχε δύο θερμές συναντήσεις με γυναίκα»

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here