Η μακρά καριέρα του Πάμπλο Εσκομπάρ στον χώρο του εγκλήματος ξεκίνησε από κλοπές επιτύμβιων στηλών στα νεκροταφεία του Μεντεγίν της δεύτερης μεγαλύτερης πόλης της Κολομβίας. Τις περνούσε από αμμοβολή και τις πουλούσε στους λαθρεμπόρους του Παναμά.

Γύρω στα 20, ήταν διακεκριμένος κλέφτης αυτοκινήτων, πουλούσε αφορολόγητα τσιγάρα, ψεύτικα δελτία λοταρίας και έκανε ό,τι μπορούσε για να βγάλει χρήματα, ενώ είχε ήδη μπει στο χώρο των ναρκωτικών ουσιών, ως χρήστης μαριχουάνας. Ακολούθησαν οι δωροδοκίες και οι δολοφονίες που τον έκαναν ηγέτη του Medellin Cartel, με τη… στροφή των ΗΠΑ στην κοκαΐνη στις αρχές της δεκαετίας του ’70, να τον εξελίσσει στον πιο ισχυρό άνδρα στην Κολομβία και τον 7ο πιο πλούσιο στον κόσμο (βάσει της λίστας του Forbes, το 1989).

Έζησε μια ζωή γεμάτη υπερβολές, δημιούργησε μέχρι και δικό του στρατό, έζησε σε χρυσή φυλακή όταν το 1985, παραδόθηκε στις αρχές της χώρας του, αφότου ζήτησε να αλλάξει το Σύνταγμα και να μην επιτραπεί η έκδοση του στις ΗΠΑ. Φυλακίστηκε σε κελί που είχε διαμορφώσει ο ίδιος σαν εξοχικό θέρετρο και φυσικά οι παροχές ήταν ανεξάντλητες. Παράλληλα, είχε δημιουργήσει και οικογένεια που δεν απολάμβανε εξίσου με τον Εσκομπάρ τις ανέσεις που της άξιζαν!

Ο Πάμπλο Εσκομπάρ με τον γιο του
«Είχα το περίεργο προνόμιο να είμαι ο γιος του Πάμπλο Εσκομπάρ».

Έτσι ξεκίνησε η συνέντευξη του Σεμπαστιάν Μαροκίν, στο AFP, τον περασμένο Νοέμβριο, οπότε ενημέρωσε τον κόσμο για τους λόγους που αποφάσισε να γράψει την αυτοβιογραφία του «Pablo Escobar: Mi padre». Ήθελε να πει τη δική του αλήθεια, να εξηγήσει τους λόγους που αποφάσισε να διαχωρίσει τον εαυτό του από τον πατέρα του γι’αυτό και επέλεξε να κρατήσει το όνομα που πήρε αργότερα ώστε να παραμείνει στην αφάνεια. Εδώ και χρόνια συστήνεται ως Χουάν Σεμπαστιάν Μαροκίν Σάντος.

Τα έσοδα από τις πωλήσεις και τα τηλεοπτικά δικαιώματα όσων ντοκιμαντέρ έχουν γίνει με τη δική του επιμέλεια, τα έδωσε στις οικογένειες των θυμάτων του δολοφονηθέντα βαρόνου των ναρκωτικών και στην αφύπνιση του κόσμου για το πώς μπορεί να ζήσουμε έναν κόσμο χωρίς βία.

«Είχα την ανάγκη να ζητήσω συγγνώμη για τις πράξεις του πατέρα μου. Μπορεί να μην ήταν δικές μου, αλλά η κοινωνία με τιμώρησε σαν να ήταν. Αν πείσω έναν άνθρωπο να μην ακολουθήσει αυτή τη ζωή, τότε άξιζαν όλα».

Η ζωή του πατέρα του «ήταν μια λίστα με αντιθέσεις». Ήταν αριστερός, είχε δημιουργήσει τη MAS (θάνατος στους απαγωγείς). Έφτιαχνε γήπεδα ποδοσφαίρου στις φτωχές γειτονιές για να μείνουν τα παιδιά μακριά από τα ναρκωτικά, χρησιμοποιώντας χρήματα από εμπορία ουσιών. Προτεραιότητα ήταν η διακίνηση ναρκωτικών. Όλα τα άλλα, ήταν δευτερευούσης σημασίας».

Ο Χουάν Σεμπαστιάν Μαροκίν Σάντος, γιος του Εσκομπάρ

Αυτό που ήθελε ο Μαροκίν ήταν να πει την αλήθεια για όσα συνέβησαν εκείνες τις ημέρες.
Όπως ξεκαθάρισε ο ίδιος: Όσα έχουμε δει σε ταινίες και σίριαλ, δεν είναι ακριβώς η αλήθεια. Έχω απορρίψει πολλά προσοδοφόρα projects, γιατί αναδείκνυαν τον γκάνγκστερ Εσκομπάρ και τον πολυτελή τρόπο που ζούσε. Δεν ήταν αυτό το μήνυμα που ήθελα να στείλω. Δεν ήταν αυτή η ζωή που επέλεξα να ζω.

Γιατί τώρα; Γιατί περίμενε τόσα χρόνια για το βιβλίο;
«Έχω την απαραίτητη ωριμότητα για να προβώ σε αυτήν την κίνηση, όπως έχει ωριμάσει και η Κολομβία, ως χώρα. Είναι πιο έτοιμη να ακούσει τις αποκαλύψεις που έχω να κάνω. Επίσης, πιστεύω ότι είναι η δέσμευση μου στην ιστορία, στη χώρα και στα θύματα της. Δεν πιστεύω στις συμπτώσεις.
Η σφαίρα που δολοφόνησε τον πατέρα μου, τον βρήκε ακριβώς στο σημείο που είχε πει πως θα τη ρίξει ο ίδιος, αν ποτέ τον έπιαναν.

Διαβάστε επίσης στη «ΜτΧ»: Πάμπλο Εμίλιο Εσκομπάρ. Ο «βαρώνος της κοκαϊνης» που ήθελε να αποπληρώσει χρέος της Κολομβίας και να χτίσει αρχαιοελληνικό ναό. Έγινε βουλευτής, έκανε δωρεές και εκτελούσε όσους του έφερναν αντίρρηση…

Πάντα έλεγε ότι από τις 15 σφαίρες που «έπαιρνε» το όπλο του, οι 14 θα ήταν για τους εχθρούς και η τελευταία για τον ίδιο. Αυτή δεν ήταν απλά μια συζήτηση που είχα μόνο μαζί του, αλλά και με τη μητέρα, την αδελφή και τη γιαγιά μου. Με όλα τα μέλη της οικογενείας. Ήταν κάτι που όλοι γνωρίζαμε, κάτι που είχε καταγραφεί και ηχητικά. Σε αυτό το ντοκουμέντο λέει ότι «ποτέ δεν θα με γαμ… ζωντανό».

Όπως κοιτώ πίσω, βλέπω πως «όλη η ιστορία που «έχτισε» έγινε συντρίμμια.
Δεν έχει μείνει τίποτα όρθιο.
Ούτε καν εκείνος. Έχασε την ελευθερία του, πολλά χρόνια πριν από τον θάνατο του.
Το ίδιο ίσχυσε και για όλα τα άλλα μέλη της οικογενείας. Το μόνο που έμεινε είναι κάποια δυνατά μαθήματα, τα οποία ευελπιστώ πως θα καταλάβετε επακριβώς. Δεν είναι απολογία αυτό που κάνω για τα εγκλήματα του πατέρα μου, αλλά μια πολύ βαθιά αντανάκλαση. Κανένας γιος δεν θέλει να μιλά για τον πατέρα του, με τον τρόπο που το κάνω εγώ.

Αλλά το έκανε. Για την ακρίβεια, το έγραψε. Και μετά ειδοποιήθηκε για πολλοστή φορά, πως δεν ήταν ευπρόσδεκτος στην Κολομβία

Θυμάται και μια περίοδο που η οικογένεια κρυβόταν στα βουνά. «Έκαψε 2 εκατομμύρια δολάρια, προσπαθώντας να ανάψει φωτιά, στο βουνό που κρυβόμασταν οικογενειακώς για να ζεσταθεί η αδελφή μου, Mανουελα που είχε πάθει υποθερμία». Ανάλογο ήταν το ποσό που… έκαψε για να φτιάξει φαγητό.

Στο μυαλό του, ο πατέρας του ήταν ο καλύτερος πατέρας του κόσμου, μέχρι που κατάλαβε τι γίνεται.
Ότι ο παράδεισος στον οποίον ζούσαν, η Hacienda Napoles, στο Puerto Triunofo, η έκταση των 20.000 στρεμμάτων με συλλεκτικά  αυτοκίνητα, υπηρέτες, πισίνες, ιπποπόταμους, λεοπαρδάλεις, ελέφαντες και 100.000 δέντρα φρούτων (στο πλάνο ήταν η οικοδόμηση και μιας Ακρόπολης), δεν ήταν ακριβώς φτιαγμένος με τον ιδρώτα του Pablo Escobar.
«Όταν ήμουν παιδί (για την ακρίβεια το ’89) ο πατέρας μου ήταν ο 7ος πιο πλούσιος άνθρωπος στον πλανήτη, σύμφωνα με το Forbes, με ετήσια έσοδα 25 δισεκατομμύρια δολάρια».

Δεν ήξερε πως σε αυτά δεν υπολογίζονταν τα 2 δισ. που έτρωγαν τα ποντίκια στις αποθήκες που είχε στοιβαγμένους τους πάκους. Στα έξοδα της… επιχείρησης, ήταν και 2.500 το μήνα για τα λαστιχάκια που «έπιαναν» τις δεσμίδες με τα δολάρια. Αυτά όμως, ο πρωτότοκος δεν τα ήξερε, μέχρι να γίνει 7.

Τι ήξερε; Πως μπορούσε να ζητήσει ό,τι φαγητό ήθελε και αν δεν υπήρχε σπίτι «είχαμε ένα ελικόπτερο που χρησιμοποιείτο για να ικανοποιεί τα «θέλω» μας». Ναι, υπήρχε και ελικοδρόμιο στο ράντζο.
Πολύ σύντομα, στις όμορφες θύμησες προστέθηκαν και κάποιες που αφορούσαν ιστορίες προδοσίας -το τίμημα που πλήρωνε όποιος «έδινε» τον Εσκομπάρ.

«Κάθε δυο ημέρες, μετακομίζαμε σε κάποια από τις 15 κρυψώνες που είχε σε όλο το Μεντελίν. Για να είναι βέβαιος πως δεν θα πάει κάτι στραβά, όταν είδε πως ξένοι είχαν μετακομίσει στην πόλη, δημιούργησε τη δική του εταιρία ταξί. Πριν φύγουμε από το εκάστοτε σπίτι, μας έδεναν τα μάτια, ώστε να μην ξέρουμε πού πηγαίνουμε, μην τυχόν και κάτι πάει λάθος και συλληφθούμε».

Τον Αύγουστο του 1984, όταν ο Μαροκίν είχε κλείσει το 7ο έτος της ηλικίας του, ο πατέρας του δολοφόνησε έναν από τους μεγαλύτερους επικριτές του, τον Υπουργό δικαιοσύνης, Ροντρίγκο Λαρα Μπονίλλα.

«Τότε κατάλαβα πως δεν ήταν υπάλληλος, όπως νόμισα. Ποτέ δεν φάνηκε να ακολουθεί κάποιο ωράριο, αυτό πίστευα. Είδα το πρόσωπο του στην τηλεόραση, όχι ως αυτό του «Ρομπέν των Δασών της Κολομβίας», αλλά ως του πιθανού εγκεφάλου, πίσω από τη δολοφονία. 

Μου αποκάλυψε πως είχε επιλέξει να γίνει εγκληματίας και ότι αυτό ήταν… το επάγγελμα του. Ξέρω πως δεν καταλαβαίνετε, αλλά όταν μεγαλώνεις σε ένα παράνομο περιβάλλον, τα όρια μεταξύ του νόμιμου και του παράνομου δεν είναι και τόσο ευδιάκριτα».

Σε ηλικία 9 χρόνων, ο πατέρας του του έκανε το πρώτο μάθημα επί των ναρκωτικών ουσιών.
Κατ’ αρχάς, τον ενημέρωσε πως ο ίδιος είχε δοκιμάσει τα πάντα, εξαιρουμένης της ηρωίνης και συμβούλεψε τον γιο του να μην μπει ποτέ στον πειρασμό της δοκιμής ή του να γίνει σαν και αυτόν.

Του είπε χαρακτηριστικά: «Η επιχείρηση της κοκαΐνης είναι απλή. Δωροδοκείς κάποιον εδώ, άλλον εκεί, πληρώνεις έναν φίλο τραπεζίτη για να σε βοηθήσει να φέρεις το χρήμα πίσω. Απλά πράγματα».

Το φθινόπωρο του 1985, οι ΗΠΑ ζήτησαν τη σύλληψη και την έκδοση του (για να αλλάξει το Σύνταγμα της Κολομβίας και να φυλακιστεί στο χρυσό κλουβί που λέγαμε πρωτύτερα).

«Έχω χιλιάδες γράμματα που μου έχει γράψει, με συμβουλές. Με προτροπές να σπουδάσω, να γίνω καλός άνθρωπος, να μείνω μακριά από τα ναρκωτικά. Ήξερε πως δεν ήταν παράδειγμα προς μίμηση. Μας έδειξε ένα δρόμο που δεν έπρεπε να πάρουμε ποτέ, ως κοινωνία. Ήταν ένα μονοπάτι αυτοκαταστροφής, απώλειας όλων των αξιών, ένα μέρος που η ανθρώπινη ζωή δεν είχε καμία αξία».

Για αυτό και αφαίρεσε περισσότερες από 4.000. Και για αυτό ακόμα και όταν προσπαθούσε να προστατεύσει τα παιδιά του, το έκανε με βίαιο τρόπο.

«Είχε απειλήσει τους υπαλλήλους του, πως αν έστω έκαναν χρήση μαριχουάνας μπροστά μας, θα τους εκτελούσε».

Το 1989, όταν ήταν στο pick της καριέρας του, ως βαρώνος ναρκωτικών, έλεγχε το 80% των πωλήσεων κοκαΐνης, παγκοσμίως. Κάθε μέρα «έβαζε» στις ΗΠΑ 15 τόνους, στις ρόδες αεροπλάνων που είχε αγοράσει. Ο όποιος πιλότος των συγκεκριμένων πτήσεων, μπορούσε να κερδίσει έως 500.000 δολάρια -ανάλογα με την ποσότητα που μετέφερε. Για ώρες ανάγκης, είχε στη διάθεση του και δυο υποβρύχια! Την ίδια ώρα, βομβάρδιζε κυβερνητικούς στόχους -και σκότωνε χιλιάδες κόσμου, χωρίς να το σκεφτεί δεύτερη φορά.
Πολύ σύντομα, θα χαρακτηριζόταν ως «ο βασιλιάς της κοκαΐνης» και τα μέλη του cartel του θα ήταν στο Νο1 της λίστας με τους καταζητούμενους.
Οι τίτλοι τέλους θα «έπεφταν» στις 2 Δεκεμβρίου του 1993, οπότε ο επικεφαλής του cartel -στα 44 του πια- Με τον τρόπο που είχε πει πως θα αυτοκτονήσει -αν τυχόν διέβλεπε πως δεν γλιτώνει.

«Δεν έχω καμία αμφιβολία, ως προς το ότι προγραμμάτισε το θάνατο του» διαβεβαιώνει ο γιος του. Οι πληροφορίες θέλουν τον αδελφό του Πάμπλο Εσκομπάρ, Ρομπέρτο να τον πρόδωσε με το χειρότερο τρόπο, όταν δέχθηκε να γίνει πληροφοριοδότης της US Drug Enforcement Administration.

Όταν πέθανε ο Έσκομπαρ»αυθόρμητα, προφανώς γιατί πονούσα για την απώλεια, απείλησα τη χώρα. Δέκα λεπτά αργότερα, είχα μετανιώσει. Αυτό ήταν το διάστημα που χρειάστηκα για να καταλάβω τις συνέπειες που θα είχε αυτή η συμπεριφορά μου. Επίσης, συνειδητοποίησα πως ο πατέρας μου ήταν νεκρός, οπότε ίσως να ήμουν ο επόμενος στη διαδοχή. Ανέκαθεν προσπαθούσα να τον πείσω ότι η βία δεν είναι απάντηση.

Η απόφαση ήταν πολύ δύσκολη για εμένα. Για την ακρίβεια, είδα τα παιδιά των άλλων εμπόρων ναρκωτικών, που είχαν μπει στις… οικογενειακές επιχειρήσεις και δεν ήθελα να γίνω έτσι.
Η βία που επέβαλε ο πατέρας μας μας επεστράφη. Δεν ήθελα να συνεχιστεί αυτό.
Ήταν πολύ δύσκολο να διαχωρίσω τον εαυτό μου από μια κληρονομιά βίας, από το παρελθόν.
Ήμουν βέβαιος πως οι εχθροί του πατέρα μου, οι οποίοι είχαν όλα τα προσόντα να δουν αν κάνω κάτι καλά ή όχι, διαπίστωσαν πως δεν ήμουν απειλή. Και για αυτό με άφησαν να ζήσω.

Επιπροσθέτως, δεν είχε μείνει τίποτα από την περιουσία του Πάμπλο Εσκομπάρ. Οι εχθροί του και εκείνοι που υποτίθεται πως ήταν οι καλύτεροι του φίλοι, τα εξαφάνισαν όλα.
«Αλλά είμαι ευγνώμων, γιατί ξεκινήσαμε από το μηδέν», λέει ο Μαροκίν, o οποίος την επόμενη ημέρα βρισκόταν στη Μοζαμβίκη «μια χώρα που ήταν εν μέσω πολέμου και οι κάτοικοι δεν είχαν να φάνε.
Για αυτό αποφασίσαμε να επιστρέψουμε στη Νότιο Αμερική.

Το ζεύγος Εσκομπάρ

Η Αργεντινή μας έδωσε τρεις μήνες βίζα, διάστημα που για εμάς ήταν… μια ζωή. Πήγαμε εκεί, μαζί με τη μητέρα μου Μαρία Βικτωρία Ενάο (παντρεύτηκε τον Εσκομπάρ το 1976 και μετά το θάνατο του κυκλοφορεί ως Μαρία Ιζαμπέλ Σάντος Καμπαλλέρο) και την αδελφή μου, Μανουέλα, «Είχαμε μαζί μας 40.000 δολάρια. Ήταν τα μόνα που μπορούσαμε να σώσουμε».

«Αλλά πάλι ήμασταν εκτεθειμένοι. Όλοι ήξεραν τα νέα μας ονόματα, όπως και το πού ζούσαμε. Δεν υπήρχε τίποτα που να μπορούμε να κρύψουμε. Οπότε, είχα μόνο πράγματα για να μοιραστώ και συμβουλές να δώσω.
Για 13 χρόνια μετά τον θάνατο του πατέρα μου, η αστυνομία μας είχε καλέσει σε ουκ ολίγες ανακρίσεις. Κυριολεκτικά, δεν είχε μείνει κάτι κρυμμένο που να μας αφορούσε».

Εξυπακούεται ότι βρέθηκε καρτέλ να καλύψει το κενό που άφησε αυτό του πατέρα του, σε μηδενικό χρόνο.
«Αυτό το πρόβλημα, δεν λύνεται με αυτόματα όπλα» καταλήγει ο Μαροκίν, μπορείς να συλλάβεις ή να σκοτώσεις όλους τους βαρόνους ναρκωτικών του κόσμου, σε μια μέρα. Την επομένη, πάλι θα υπάρχουν ουσίες στους δρόμους. Γιατί υπάρχουν 200.000.000 χρήστες, σύμφωνα με τα Ηνωμένα Έθνη.
Κατά συνέπεια, πάντα θα υπάρχει κάποιος που να καλύπτει αυτές τις ανάγκες.
Οπότε, πρέπει να χτυπήσεις την ίδια την ανάγκη και αυτό γίνεται μόνο μέσω της ενημέρωσης.
Αν πείσω έναν να μην ακολουθήσει αυτή τη ζωή, τότε το βιβλίο μου είναι επιτυχημένο».

Η χήρα του Εσκομπάρ

Τι κάνουν όμως, τα άλλα μέλη της οικογένειας;

Η χήρα του Εσκομπάρ είχε γνωρίσει τον Πάμπλο, όταν ήταν 13 χρόνων και εκείνος 24. Άρχισαν να βγαίνουν παρά τις αντιρρήσεις της οικογένειας της και παντρεύτηκαν δυο χρόνια αργότερα.
Ο σύζυγος της ήταν γνωστός για τις… ατασθαλίες του, εκείνη δεν έφυγε ποτέ από το πλευρό του.
Όταν εγκατέλειψε την Κολομβία, ήταν 33 χρόνων και απέκτησε το όνομα το Μαρία Ιζαμπέλ Σάντος Καμπαλλέρο και εγκαταστάθηκε μαζί με τα παιδιά της, σε διαμέρισμα στο Μπουένος Άιρες.

Πέρασαν πέντε χρόνια πριν μάθουν οι γείτονες, ποια ήταν.
Το 2000 συνελήφθη μαζί με το γιο της, για «ξέπλυμα» χρήματος -είχε λάβει παρανόμως χρήματα που είχαν προκύψει από πώληση ναρκωτικών ουσιών στην Ουρουγουάη και καταδικάστηκε σε 15 μήνες φυλάκιση. Αποφυλακίστηκε πολύ νωρίτερα, γιατί δεν υπήρχαν αποδεικτικά στοιχεία.

Μια ομάδα δικηγόρων αποπειράθηκε να της χρεώσει τις παρανομίες που έκανε ο Πάμπλο Εσκομπάρ, δίχως όμως, επιτυχία. Εκείνη είχε δηλώσει «είμαι φυλακισμένη στην Αργεντινή, γιατί είμαι Κολομβιανή, επειδή θέλουν να δικάσουν το φάντασμα του Πάμπλο».

Στη μέση: Η κόρη του Πάμπλο Εσκομπάρ, Μανουέλ Εσκομπάρ με τη μητέρα και τον αδερφό της

Η Μανουέλα Εσκομπάρ έχει καταφέρει να μείνει μακριά από τα φώτα -και τα δικαστήρια.
Οι άλλοι δύο έχουν μετάσχει στην παραγωγή ντοκιμαντέρ, ενώ έχουν δώσει και συνεντεύξεις.
Εκείνη δεν έχει κάνει τίποτα άλλο, πέραν του να απέχει. Γεννήθηκε το 1984 και ήταν η «κακομαθημένη πριγκίπισσα του πατέρα της», όπως καταθέτουν οι μάρτυρες. Μια φορά του ζήτησε ένα δισεκατομμύριο δολάρια και η απάντηση του Εσκομπάρ ήταν «αυτή είναι η αξία των ματιών σου, πριγκίπισσα μου».

Αργότερα, ο Εσκομπάρ ώθησε μια από τις -εξωσυζυγικές – του σχέσεις  σε έκτρωση, γιατί κυοφορούσε κορίτσι και η Μανουέλα δεν μπορούσε να ‘χει ανταγωνισμό. Της είχε τάξει πως θα είναι το τελευταίο του παιδί. Στην αλλαγή ταυτότητας, πήρε το όνομα Χουάνα Μανουέλα Μαροκίν Σάντος, ήταν μόλις 10 χρόνων και είχε όλη τη ζωή μπροστά της. Η ζωή της άλλαξε άρδην (δεν τα είχε πια όλα -μα όλα- στο χέρι) και τον Δεκέμβριο του 1993, οπότε αποκαλύφθηκε η ταυτότητα της τα πάντα χάθηκαν. Έπρεπε να ξεκινήσει ξανά από το μηδέν.
Το έκανε με τρόπο που πια, στα 31 της, δεν υπάρχουν στοιχεία για εκείνη.

Από την Ανδρονίκη Μπάκουλη

train2-700x368
Διαβάστε επίσης στη «ΜτΧ»: Η «Μεγάλη Ληστεία Τρένου», με τις απίθανες γκάφες της συμμορίας. Τους συνέλαβαν όλους εξαιτίας μιας παρτίδας Monopoly…

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here