Ο ποιητής και συγγραφέας Τίτος Πατρίκιος γεννήθηκε το 1928. Στην κατοχή ήταν μαθητής στη Βαρβάκειο Σχολή και από τα εφηβικά του χρόνια συμμετείχε στην αντίσταση και ήταν οργανωμένος στην ΕΑΜ.

Τα βράδια το έσκαγε από το σπίτι και πήγαινε σε συνωμοτικές συγκεντρώσεις.
Κολλούσε παράνομα αφίσες και έγραφε συνθήματα στους τοίχους κατά των Γερμανών και των συνεργατών τους.
Μάλιστα μια φορά, είχε ειδοποιηθεί από έναν άνδρα της ειδικής ασφάλειας που χρωστούσε χάρη στον πατέρα του ότι έρχονταν να τον συλλάβουν, κρύφτηκε και γλύτωσε τη σύλληψη.

Στα χρόνια της νιότης
Στα χρόνια της νιότης

Το «συνωμοτικό» ραντεβού με τη «Λέλα»

Ένα μήνα πριν φύγουν οι Γερμανοί από την Αθήνα, οι συνοικίες ήταν απελευθερωμένες και οι «συνωμοτικοί κανόνες» είχαν χαλαρώσει. Ήταν ένα ηλιόλουστο μεσημέρι Σεπτεμβρίου του 1944. Ο 16άχρονος τότε Πατρίκιος είχε ραντεβού με μια κοπέλα, την «Λέλα» της οργάνωσης , στην Ρωμαϊκή Αγορά.
Η «Λέλα» θα έφερνε αφίσες και προκηρύξεις.

Η παρανόηση, η λιακάδα και η «καρφωτή»

Από μια παρανόηση, ο Πατρίκιος πήγε μισή ώρα νωρίτερα στο ραντεβού. «Νόμιζα ότι το ραντεβού ήταν στις 12:30 και εκείνη στη 13:00. Πήγα 12:25 με 12:30, και έπρεπε ύστερα από 5 λεπτά να φύγω γιατί δεν ερχότανε και έτσι ήταν τότε οι κανόνες.
Αλλά ήταν μια πολύ ωραία μέρα, αρχές Σεπτεμβρίου, και κάθισα εκεί σε ένα πεζουλάκι και απολάμβανα τη λιακάδα. Φαίνεται κάποιος με αναγνώρισε από τη γειτονιά και ειδοποίησε την ειδική ασφάλεια. Ξαφνικά από το πουθενά, εμφανίζεται μια ομάδα ενόπλων, με επικεφαλής έναν που είχε μια χειροβομβίδα κρεμαστή στη μέση και κράταγε ένα αυτόματο», είπε στη «Μηχανή του Χρόνου» ο συγγραφέας.

titos-patrikios basilopoulos
Από την συνάντησή μας στο σπίτι του Πατρίκιου.

Τότε ο έφηβος Πατρίκιος μπήκε σε μια εκκλησία για να ξεφύγει και ζήτησε από τον παπά να τον κρύψει.
Ο παπάς αρνήθηκε προφασιζόμενος τις γυναίκες που υπήρχαν στην εκκλησία.
Η ειδική ασφάλεια τον ακολούθησε μέσα στον ναό και προσπάθησε να τον συλλάβει. Ο Πατρίκιος αντιστάθηκε. Δεν έβγαινε και ξεκίνησε ένας καβγάς ανάμεσα στα εικονίσματα και τους ψάλτες.
Τότε ο αρχηγός της ειδικής ασφάλειας τον απείλησε ότι θα ρίξει την χειροβομβίδα μέσα στην εκκλησία. Ο Πατρίκιος στην προσπάθειά του να ξεφύγει, γραπώθηκε από ένα μανουάλι.
Εν τέλει οι συνεργάτες των Γερμανών τον έβγαλαν έξω σέρνοντας τον μαζί με το μανουάλι.
Τον έψαξαν και δεν βρήκαν πάνω του τίποτα. Ο Πατρίκιος ισχυρίστηκε ότι περίμενε την κοπέλα του για να πάνε βόλτα στην Ακρόπολη και κρύφτηκε γιατί φοβήθηκε τους ένοπλους άνδρες.
Ο επικεφαλής της ειδικής ασφάλειας δεν τον πίστεψε και έδωσε εντολή να τον στήσουν σε ένα διπλανό τοίχο στην Πλάκα, για να τον εκτελέσουν. Του έδωσε διορία μέχρι τη μια το μεσημέρι, που υποτίθεται θα έρχονταν η κοπέλα του. Αν δεν εμφανιζόταν τότε έλεγε ψέμματα και ήταν συνωμότης.
Ο ασφαλίτης είχε κάνει μόνος του τη δίκη και είχε βγάλει την απόφαση. Έτσι γινόταν τότε που οι Έλληνες σκοτώνονταν μεταξύ τους και η ζωή είχε μικρή αξία.
«Και κάθονται απέναντι αυτοί με τα όπλα και εγώ στον τοίχο. Και μια παρά ένα λεπτό, βλέπω την κοπέλα να έρχεται από τους Αέρηδες με το ποδήλατο και την τσάντα κρεμασμένη που είχε όλες τις αφίσες μέσα», μας εξομολογείται ο Τίτος Πατρίκιος.
Η κοπέλα, αν και είδε το συνεργό της να έχει συλληφθεί και να βρίσκεται λίγο πριν την εκτέλεση, δεν φοβήθηκε.
Άφησε το ποδήλατο στην άκρη του δρόμου και τρέχοντας, αγκαλιάζει τον Πατρίκιο και τον φιλάει!
Τότε ο επικεφαλής της ειδικής ασφάλειας πείστηκε και άφησε τον μαθητή Πατρίκιο να φύγει.
Έτσι, την τελευταία στιγμή, ο Πατρίκιος γλύτωσε την εκτέλεση από το φιλί μιας γενναίας κοπέλας, η οποία δεν δίστασε ούτε στιγμή αν και στο σακίδιο της, είχε αφίσες και προκηρύξεις που αν τις έβρισκαν θα την έστηναν και αυτή στον τοίχο.
Ο Πατρίκιος δεν την ξέχασε ποτέ, αλλά δεν την ξαναείδε στη ζωή του…

Ο Τίτος Πατρίκιος μπροστά από τον τοίχο στην Πλάκα όπου τον έστησαν οι συνεργάτες των Γερμανών στην κατοχή για να τον εκτελέσουν.
Ο Τίτος Πατρίκιος μπροστά στον τοίχο στην Πλάκα, όπου τον έστησαν οι συνεργάτες των Γερμανών στην κατοχή για να τον εκτελέσουν.

Την ώρα που έχανε τη ζωή του, ο Πατρίκιος σκεφτόταν τον Ντοστογιέφσκι

Όπως διηγήθηκε, ενώ βρίσκονταν στο εκτελεστικό απόσπασμα, ο Τίτος Πατρίκιος σκεφτόταν τον μεγάλο Ρώσο λογοτέχνη, Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι.
«Επειδή ήμουν ποτισμένος από την λογοτεχνία που διάβαζα συνέχεια, εκείνη την ώρα σκεφτόμουν, ότι έτσι είχανε στήσει να εκτελέσουν τον Ντοστογιέφσκι.
Το έλεγα μια φορά σε ένα φίλο μου Ιταλό και μου λέει, «ξέρεις γιατί σκεφτόσουν τον Ντοστογιέφσκι;»
-Από την λογοτεχνία του λέω
-«Ποια λογοτεχνία;», μου λέει…. «διότι ο Ντοστογιέφσκι γλύτωσε στο τέλος και έκανες μέσα σου τον παραλληλισμό ότι έτσι μπορεί να γλυτώσεις και εσύ».
Εκ των υστέρων, ο Τίτος Πατρίκιος συνειδητοποίησε ότι παραλίγο να χάσει τη ζωή του, αφού την περίοδο της κατοχής, σκοτώνονταν καθημερινά πολλοί άνθρωποι.
Ο θάνατος και οι δολοφονίες ήταν ρουτίνα και έτσι συνέχισε να είναι για πολλά χρόνια.

Διαβάστε επίσης στη «ΜτΧ»: «Συμβουλεύω όσους ξέρουν κολύμπι να μην επιχειρήσουν ποτέ να αυτοκτονήσουν δια θαλάσσης». Το τελευταίο χειρόγραφο του Κώστα Καρυωτάκη πριν αυτοκτονήσει

1 ΣΧΟΛΙΟ

  1. Τότε πήγαν (όπως λέει) και τον έστησαν στον τοίχο οι συνεργάτες των Γερμανών να τον εκτελέσουν, εν έτι 2015 ψήφισε ναι στους Γερμανούς.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here