Ο Τύπος της εποχής τον χαρακτήριζε «βρικόλακα του Ανόβερου» και «λυκάνθρωπο»και αυτό γιατί ο Γερμανός Φριτζ Χάρμαν δάγκωνε τα θύματά του στο λαιμό για να τα σκοτώσει. Στη συνέχεια, τα διαμέλιζε.
Ο Χάρμαν σόκαρε την κοινωνία με τα ειδεχθή εγκλήματά του και την αποκάλυψη ότι για ένα μεγάλο διάστημα ήταν έμπιστος πληροφοριοδότης της αστυνομίας στο Ανόβερο. Για επτά χρόνια, από το 1918 έως το 1924, ο Χάρμαν σκότωνε νεαρά αγόρια «κάτω από τη μύτη» των αρχών. 
Ένα διαφορετικό παιδί

Γεννήθηκε στο Ανόβερο το 1879. Ήταν το έκτο και μικρότερο παιδί μιας φτωχής οικογένειας. Ο Χάρμαν δεν είχε φίλους.
Σπάνια μιλούσε με τους συμμαθητές του. Δεν του άρεσε να ασχολείται με δραστηριότητες όπως τα αγόρια της ηλικίας του. Αντιθέτως, έπαιζε με κούκλες και δοκίμαζε κοριτσίστικα ρούχα. Του άρεσε να μαγειρεύει και να πλέκει.
Ήταν η αδυναμία της μητέρας του.
Οι δάσκαλοί του στο σχολείο παρατήρησαν ότι ο Χάρμαν ήταν αφηρημένος κατά τη διάρκεια του μαθήματος και φαινόταν κακομαθημένος.
Δεν ήταν καλός μαθητής και χρειάστηκε να επαναλάβει μια τάξη.
Κάποια στιγμή είχε πει ότι όταν ήταν 8 ετών, ένας δάσκαλός του τον είχε κακοποιήσει.
Όμως, δεν ξαναμίλησε ποτέ για αυτό το περιστατικό. Στα 15 του μπήκε σε στρατιωτική σχολή.

O Γερμανός Φριτζ Χάρμαν Πηγή εικόνας: Wikimedia Commons

Πέντε μήνες αργότερα, ο Χάρμαν άρχισε να παθαίνει κρίσεις επιληψίας, με αποτέλεσμα να εγκαταλείψει την στρατιωτική σχολή. Εργάστηκε για ένα διάστημα στο εργοστάσιο πούρων του πατέρα του.
Σε ηλικία μόλις 16 ετών ο Χάρμαν κατηγορήθηκε για σεξουαλική κακοποίηση νεαρών αγοριών. Τους παρέσυρε σε απομονωμένες περιοχές και τους παρενοχλούσε. Το 1896 συνελήφθη και οδηγήθηκε σε ψυχιατρική κλινική. Οι γιατροί τον διέγνωσαν ως «αθεράπευτα διαταραγμένο» και έτσι δεν δικάστηκε ποτέ. Μερικούς μήνες αργότερα, το έσκασε από την ψυχιατρική κλινική όπου κρατούνταν και έφυγε για τη Ζυρίχη. Όταν επέστρεψε στο Ανόβερο, αρραβωνιάστηκε την Έρνα Λοέρτ, η οποία έμεινε έγκυος.

Το 1900 ο Χάρμαν κλήθηκε να εκτίσει τη στρατιωτική του θητεία, αλλά σύντομα τον απάλλαξαν γιατί εμφάνιζε «σχιζοφρενική συμπεριφορά». Κάποια στιγμή, τσακώθηκε τόσο άγρια με τον πατέρα του, που του έκανε μήνυση. Ο πατέρας του ισχυρίστηκε ότι δέχτηκε απειλές για τη ζωή του. Όμως, δεν υπήρχαν αρκετά στοιχεία για να τον παραπέμψουν σε δίκη.
Οι αρχές ζήτησαν μόνο την εξέταση του από κάποιον ψυχίατρο, ο οποίος δεν θεώρησε πως είχε κάποιο ιδιαίτερο πρόβλημα. Η αρραβωνιαστικιά του τον χώρισε. Από το 1905 έως το 1912, ο Χάρμαν μπαινόβγαινε στη φυλακή για κλοπές, ληστείες, υπεξαιρέσεις και επιθέσεις.

Πληροφοριοδότης της αστυνομίας 

Μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο γερμανικός λαός υπέφερε από πείνα και φτώχεια. Δεν είχαν βασικά αγαθά για να ζήσουν και πολλοί ξεπούλησαν την περιουσία τους απλά και μόνο για να επιβιώσουν. Η εγκληματικότητα και οι κλοπές αυξήθηκαν. Η αστυνομία είχε ανάγκη από κρυφούς πληροφοριοδότες που θα μπορούσαν να κινηθούν ανάμεσα στον κόσμο χωρίς να τους καταλάβει κανείς.

Παρόλο που η εγκληματική δράση του Χάρμαν ήταν γνωστή, οι αστυνομικοί τον «στρατολόγησαν». Ο Χάρμαν εκμεταλλεύτηκε τα προνόμιά του  για να κρύβει τα εγκλήματα και να αποπροσανατολίζει την αστυνομία. Έριχνε το φταίξιμο σε άλλους και έτσι διέφευγε.

«Το δάγκωμα της αγάπης» 

Από το 1918 έως το 1924, ο Χάρμαν δολοφονούσε χωρίς να τον υποψιαστεί κανείς αγόρια ηλικίας από 10 έως 22 ετών. Εκτιμάται ότι σκότωσε τουλάχιστον 24 αγόρια. Προσκαλούσε τα θύματα σπίτι του. Τους προσέφερε φαγητό και νερό και αφού κέρδιζε την εμπιστοσύνη τους τα δολοφονούσε. Τους δάγκωνε το «μήλο του Αδάμ» στον λαιμό. Τα θύματά του πέθαιναν από ασφυξία και αιμορραγία. Αργότερα, ο Χάρμαν είπε ότι αυτό ήταν «δάγκωμα αγάπης». Κατέθεσε ότι δεν σκόπευε να τους σκοτώσει, αλλά δεν μπορούσε να κρατηθεί, όταν έβλεπε το «καρύδι» στον λαιμό τους.

Οι αρχές κατά τη διάρκεια της έρευνας για στοιχεία στο σπίτι του Χάρμαν Πηγή εικόνας:Wiimedia Commons 

Στη συνέχεια, ο Χάρμαν τους διαμέλιζε και πετούσε τα μέρη του σώματός τους στο ποτάμι Λέιν.
Τα περισσότερα προσωπικά αντικείμενα των θυμάτων, τα πουλούσε στη μαύρη αγορά. Όμως μερικά τα κρατούσε για τον εαυτό και για να τα κάνει δώρο στους εραστές του.
Όταν έγινε γνωστή η δράση του, πολλοί είπαν ότι ο Χάρμαν έτρωγε τη σάρκα των θυμάτων του και ό,τι περίσσευε το πουλούσε στη μαύρη αγορά σαν χοιρινό ή κρέας αλόγου. Ωστόσο, αυτές οι κατηγορίες δεν επιβεβαιώθηκαν ποτέ. Συνεργός του Χάρμαν ήταν ο Χανς Γκρανς, ένας νεαρός που αρχικά τον είχε πλησιάσει για να πουλήσει το κορμί του, αλλά τελικά ανέπτυξαν σχέση και έμεναν μαζί.

Η σύλληψη και η τιμωρία

Τον Μάιο του 1924, δυο αγόρια έπαιζαν κοντά στο ποτάμι, όταν βρήκαν ένα ανθρώπινο κρανίο. Ο ιατροδικαστής που το εξέτασε, ανέφερε ότι ανήκε σε ένα αγόρι ηλικίας 18 έως 20 ετών. Όμως, δεν μπορούσε να κρίνει αν ήταν δολοφονία ή αν κάποιος είχε ανοίξει τον τάφο κάποιου νεκρού για να ξαφρίσει ότι είχε θαφτεί μαζί του.
Δυο βδομάδες αργότερα, βρέθηκε άλλο ένα κρανίο, αλλά και ένα σακί γεμάτο ανθρώπινα κόκαλα.
Οι αρχές άρχισαν να υποψιάζονται ότι τα ευρήματά τους είχαν κάποια σύνδεση με τις απώλειες νεαρών αγοριών και εφήβων τα τελευταία επτά χρόνια.

Κάτοικοι της περιοχής πήγαν στο ποτάμι να δουν τι συμβαίνει. Βρέθηκαν και άλλα ανθρώπινα οστά. Η έρευνα της αστυνομίας κατέληξε σε επιπλέον 500 κόκαλα, τα οποία ανήκαν σε τουλάχιστον 22 διαφορετικούς ανθρώπους.

Τον Ιούνιο του 1924, δυο αστυνομικοί παρατήρησαν έναν ύποπτο τσακωμό στον δρόμο ανάμεσα στον Χάρμαν και έναν 15χρονο. Όταν πλησίασαν, ο «πληροφοριοδότης» τους είπε να τον συλλάβουν γιατί ήταν στη χώρα με πλαστά έγγραφα. Ο νεαρός οδηγήθηκε στο τμήμα και κατέθεσε ότι ο Χάρμαν τον βίαζε για τουλάχιστον τέσσερις μέρες με την απειλή μαχαιριού.

Ο Χάρμαν συνελήφθη για σεξουαλική κακοποίηση. Όταν ερεύνησαν το σπίτι του, βρήκαν παντού κηλίδες αίματος. Ο Χάρμαν ισχυρίστηκε ότι ήταν αίματα από το παράνομο εμπόριο κρέατος που έκανε. Αυτό που τον πρόδωσε ήταν μερικά προσωπικά αντικείμενα των θυμάτων που βρέθηκαν μέσα στο διαμέρισμα.

Τελικά, λύγισε και ομολόγησε ότι βίαζε, σκότωσε και διαμέλισε τα αγόρια. Όπως διηγήθηκε, για να έχει ενέργεια κατά τον διαμελισμό των πτωμάτων, πάντα έπινε μια κούπα καφέ.
Ο Χάρμαν είπε στην αστυνομία ότι για το τέλος άφηνε πάντα το κεφάλι και πως χρειαζόταν τουλάχιστον δυο μέρες για να τελειώσει τη «δουλειά» του.
Όταν τον ρώτησαν πόσα παιδιά έχει σκοτώσει, εκείνος είπε «Περίπου 50 με 70». Ωστόσο, η αστυνομία τον βρήκε ένοχο για τη δολοφονία 27 αγοριών.

Κατά τη διάρκεια της δίκης του έδειξαν φωτογραφίες των αγοριών για να τα αναγνωρίσει. Ο Χάρμαν είπε ότι δεν θυμόταν το πρόσωπό τους, αλλά ότι δεν είχε κανένα πρόβλημα να κατηγορηθεί εκείνος για τον θάνατό τους.
Γείτονές του κατέθεσαν ότι συχνά έβλεπαν αγόρια να μπαίνουν στο διαμέρισμά του. Η σπιτονοικοκυρά είπε ότι μια φορά ο Χάρμαν της είχε δώσει έντερα για να φτιάξει λουκάνικο. Κατέθεσε ότι «κάτι είχε» αυτό που της είχε δώσει, καθώς αρρώστησε όταν το έφαγε.

Το κεφάλι του Χάρμαν που παρέμεινε στην ιατρική σχολή του Γκέτινγκεν μέχρι το 2014 Πηγή flickr 

Ο Χάρμαν καταδικάστηκε σε θάνατο δια του απαγχονισμού. Όταν του το ανακοίνωσαν με ψυχραιμία είπε ότι «δέχεται την ποινή του και ότι θα πάει μετά χαράς να τον αποκεφαλίσουν».
Η τελευταία επιθυμία του πριν πεθάνει ήταν να καπνίσει ένα καλό πούρο και να πιει μαύρο καφέ από τη Βραζιλία.

Μετά την εκτέλεσή του, μέρη του εγκεφάλου του αφαιρέθηκαν για να γίνει ιατροδικαστική εξέταση. Ήθελαν να εξετάσουν πώς λειτουργεί ο εγκέφαλος ενός κατά συρροήν δολοφόνου. Το κεφάλι του μπήκε στην φορμαλδεΰδη και το 1925 μεταφέρθηκε στην ιατρική σχολή του Γκέτινγκεν.

Η ιστορία και τα ειδεχθή εγκλήματά του έγιναν πολλές φορές ταινία. Το «M» του 1931, «The Tenderness of the Wolves» του 1973 και το «Deathmaker» του 1995, βασίστηκαν στις δολοφονίες που είχε διαπράξει ο Χάρμαν, ο «βρικόλακας του Ανόβερου» όπως έμεινε γνωστός.

Πηγή αρχικής εικόνας: Wikimedia Commons

Διαβάστε επίσης στην ΜτΧ: Το φρικιαστικό έγκλημα που σόκαρε την παγκόσμια κοινή γνώμη. Μητέρα βασάνιζε και κανιβάλιζε τα δυο ανήλικα παιδιά της. (Προσοχή σκληρές περιγραφές)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here