Ο Σουν Γιαοτίνγκ ήταν μόλις 9 χρόνων όταν πήρε την απόφαση που θα άλλαζε τη ζωή του. Είχε γνωρίσει έναν ηλικιωμένο ευνούχο ο οποίος είχε πλουτίσει υπηρετώντας τον κινέζο αυτοκράτορα.

Το φθινόπωρο του 1911 ο Σουν αποφάσισε να ακολουθήσει τον ίδιο δρόμο. Ζήτησε από τον πατέρα του να τον ευνουχίσει για να μπορέσει να προσφέρει τις υπηρεσίες του στον αυτοκράτορα Που Γι, ο οποίος έμεινε στην ιστορία ως ο «Τελευταίος αυτοκράτορας».

Οι αφόρητοι πόνοι

Ήταν μια τρομερή απόφαση. Σε αντίθεση με τους ευνούχους της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, οι κινέζοι ευνούχοι αφαιρούσαν όλα τα γεννητικά τους όργανα. Ήταν μια επέμβαση που δεν προκαλούσε μόνο αφόρητους πόνους, αλλά οδηγούσε και σε μία ζωή ερωτικής ματαίωσης και σεξουαλικής ανικανότητας, στερημένη από κάθε προοπτική απόλαυσης.

Όμως, ο Σουν ήταν απτόητος. Την καθορισμένη ημέρα έβγαλε τα ρούχα του και ξάπλωσε εντελώς ακίνητος, ενώ ο πατέρας του, έδενε τα χέρια και τα πόδια του με σχοινί. Ύστερα, με μια απότομη και υπολογισμένη κίνηση του ξυραφιού, προχώρησε στην εγχείριση. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, κολυμπώντας μέσα σε μία λίμνη αίματος, ο Σουν είχε γίνει ευνούχος.

Η περιοχή των γεννητικών οργάνων περιδέθηκε με πανιά εμποτισμένα στο λάδι για να σταματήσει η αιμορραγία, αλλά ο πόνος ήταν τόσο μαρτυρικός ώστε ο μικρός Σουν έπεσε σε κώμα για τις επόμενες τρεις ημέρες. Επί δύο μήνες ήταν σχεδόν παράλυτος, ανήμπορος να περπατήσει εξαιτίας των αφόρητων πόνων. Όταν συνήλθε από την απώλεια αίματος και αδημονούσε να μπει στην υπηρεσία του αυτοκράτορα στα ανάκτορα της Απαγορευμένης Πόλης.

Τα προνόμια των ευνούχων

Ο ανακτορικός ευνούχος ήταν τίτλος επίζηλος. Ο αυτοκράτορας Που Γι είχε πάνω από 1.000 ευνούχους. Η στενή σχέση που ανέπτυσσαν με τον αυτοκράτορα τους, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ο ίδιος σπάνια έβγαινε από το ανάκτορο, τους επέτρεπε να αναλαμβάνουν διαμεσολαβητικές πρωτοβουλίες που τους απέφεραν πλούτο και επιρροή. Ο ίδιος ο Που Γι έγραψε αργότερα γι΄ αυτούς τους «σκλάβους», που τον υπηρετούσαν μέρα-νύχτα: «Με φρόντιζαν όταν έτρωγα, όταν ντυνόμουν, όταν κοιμόμουν. Με συνόδευαν στα μαθήματα μου, μου διηγούνταν ιστορίες. Τους αντάμειβα και τους τιμωρούσα και ποτέ δεν έφευγαν από κοντά μου. Ήταν σκλάβοι μου και οι πρώτοι μου δάσκαλοι».

Αυτόν τον ρόλο ονειρευόταν τώρα και ο Σουν για τον εαυτό του. Ήθελε να βρεθεί κοντά στον αυτοκράτορα για να αποκτήσει δύναμη και επιρροή. Τότε όμως έμαθε την είδηση που θα προκαλούσε τεράστιο σοκ. Ο αυτοκράτορας είχε παραιτηθεί, η αυτοκρατορική αυλή διαλύθηκε και ο ευνουχισμός του Σουν είχε γίνει μάταια. Η δυναστεία όμως δεν έσβησε αμέσως και ο Σουν δεν απελπίστηκε. Αρχικά βρήκε δουλειά σε ένα θείο του αυτοκράτορα, αργότερα μπήκε στην υπηρεσία της συζύγου του Που Γι.

Δεξιά ο τελευταίος ευνούχος της Κίνας

Τις δεκαετίες που ακολούθησαν θα υπηρετούσε με αφοσίωση την πρώην αυτοκρατορική οικογένεια. Τους συνόδευσε στη Μαντζουρία, όπου το 1932 ο Που Γι τοποθετήθηκε ως σκιώδης αυτοκράτορας στην κεφαλή της κυβέρνησης- μαριονέτας του ιαπωνικού αποικιακού κρατιδίου του Μαντσουκούο. Υπήρξε μάρτυρας των πιο σημαντικών μυστικών της αυτοκρατορικής κατοικίας, όπως ήταν η άρνηση του αυτοκράτορα να κοιμηθεί με τη γυναίκα του την πρώτη νύχτα του γάμου τους και η εμμονή του με έναν άλλο ευνούχο «που με την ψιλόλιγνη κορμοστασιά του , το όμορφο πρόσωπο και το κατάλευκο δέρμα έμοιαζε με πανέμορφη κοπέλα».

Φυλούσαν τα γεννητικά όργανα σε βάζο

Ο Σουν στήθηκε πιο τυχερός από τους περισσότερους ανακτορικούς ευνούχους, οι οποίοι εγκαταλείφθηκαν από την αυλή και έμειναν πάμπτωχοι. Κάποιοι έγιναν απόκληροι της κοινωνίας. Πολλοί αυτοκτόνησαν. Άλλοι αναζήτησαν καταφύγιο στους ναούς του Πεκίνου.
Η ζωή του Σουν πήρε άσχημη τροπή του 1949 όταν στην εξουσία ανήλθαν οι κομμουνιστές. Είχαν πια παρέλθει οι εποχές που οι ευνούχοι ενέπνεαν φόβο και δέος. Τους περιφρουρούσαν ως παρωχημένα κατάλοιπα του φεουδαρχικού παρελθόντος της Κίνας. Στη διάρκεια της Πολιτιστικής Επανάστασης ο Σουν έχασε το πιο πολύτιμο από τα υπάρχοντα του: τα αποκομμένα, αποξηραμένα γεννητικά του όργανα. Οι ευνούχοι τα φυλούσαν, όπως όριζε η παράδοση, σε βάζο για να θαφτούν μαζί τους, ώστε να παραδοθούν ακέραιοι στον κύκλο της μετεμψύχωσης και να επανέλθουν στη ζωή σαν «σωστοί» άντρες. Από τον φόβο όμως των Κόκκινων Φρουρών η οικογένεια του αναγκάστηκε το 1966 να πετάξει το βάζο με το πολύτιμο περιεχόμενο που θα έδινε πληρότητα στη μετενσάρκωση του και ο Σουν βυθίστηκε σε βαθιά θλίψη.

Έζησε άλλες τρεις δεκαετίες και πέθανε το 1996 σε ηλικία 94 ετών. Δεν ξεπέρασε ποτέ την απώλεια του πολύτιμου «θησαυρού» του. Στα γεράματα του ομολογούσε το παράπονο του. «Όταν πεθάνω», έλεγε συντετριμμένος «θα επιστρέψω ως γάτα ή σκύλος».

Πηγή: Συναρπαστικά παραλειπόμενα της ιστορίας, του Τζάιλς Μίλτον, εκδόσεις Πατάκη

Διαβάστε επίσης στη «ΜτΧ»: Ευνούχοι, οι διακεκριμένοι απόκληροι του Βυζαντίου. Ποιοι διετέλεσαν πατριάρχες, μητροπολίτες, στρατηγοί. Πως κατάφεραν να οργανωθούν σε τάγμα και να αποκτήσουν εξουσία 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here