Απόσπασμα από το Πολεμικό Ημερολόγιο (Αναμνήσεις Ελληνοϊταλικού πολέμου) του εφέδρου ανθυπολοχαγού του Πυροβολικού Παναγιώτη Λιούπη, από το Καστράκι Φαρσάλων. Το παρόν κείμενο μας παραχώρησε ο ιστορικός Θεόδωρος Νημάς.
Αναχώρηση για το Μέτωπο. Προτού βγει ο ήλιος, αναχωρήσαμε για το Βελεστίνο και από εκεί μέσω Φαρσάλων, Καρδίτσης, Τρικάλων φθάσαμε το απόγευμα στην Καλαμπάκα. Απ’ εδώ και έπειτα αρχίζουν η ταλαιπωρία και οι κακουχίες σ’ όλους μας.
Οι πρώτοι αιχμάλωτοι Ιταλοί στο Παλιοσέλι

Κοντά στο χωριό Παλαιοσέλι (στις πλαγιές του Σμόλικα), το Ιππικό, που ήλθε από την απέναντι όχθη του ποταμού, κάνει ένα ισχυρό φράγμα πυρός σε μια στενή διάβαση με τα περίφημα για τότε μυδράλια Βαρτσελόϊς, τα οποία διέθετε μόνο το Ιππικό.

Πόσοι Ιταλοί σκοτώθηκαν, δεν ήταν δυνατό να μετρηθούν, γιατί η χαράδρα είχε γεμίσει από πτώματα. Προσπαθούσαν να ξεφύγουν και πέφτανε επάνω στα πυρά του Ιππικού. Τα άλλα τμήματα πλησίασαν και δώσανε μάχη μέσα στο χωριό. Οι Ιταλοί προ της μεγάλης πιέσεως που υφίσταντο υποχρεώθηκαν να παραδοθούν. Οι αιχμάλωτοι ήσαν πάνω από 700 και ήσαν όλοι της περίφημης Μεραρχίας «Τζούλια».

Αυτοί ήσαν οι πρώτοι αιχμάλωτοι Ιταλοί που πιάσαμε.

Τους συγκεντρώσαμε όλους στον αυλόγυρο της εκκλησίας και στη δική μας διμοιρία ανέθεσαν τη φρούρησή τους. Από την έρευνα που τους κάναμε, τους βρήκαμε πολλά εσώρουχα γυναικών, κάλτσες γυναικών, καπέλα με φτερά, κιθάρες, μαντολίνα. Οι Ιταλοί είχαν ετοιμασθεί για περίπατο και πήραν μαζί τους και τα σχετικά δωράκια για τα κορίτσια.

Έλα όμως που τα πράγματα δεν ήλθαν όπως περιμένανε και αντί να προσφέρουν δωράκια στα κορίτσια της Ελλάδας, θα πάνε αυτοί στην Ελλάδα αιχμάλωτοι και ντροπιασμένοι. Εγώ τους έβαλα και τραγούδησαν πολλά τραγούδια με τις κιθάρες τους και αυτοί τραγουδούσαν και ήσαν πολύ ευχαριστημένοι, γιατί γι’ αυτούς ο πόλεμος έληξε.

Διαβάστε ακόμα: 27 Οκτωβρίου 1940. Ο Ιταλός Πρέσβης Γκράτσι πριν από την επίδοση του τελεσίγραφου στον Μεταξά έπαιζε μπριτζ και έλεγε ανέκδοτα σε φιλικό του σπίτι στην Αθήνα. Γιατί ο Γερμανός πρεσβευτής ενημερώθηκε τελευταίος

Η μάχη της Κόνιτσας

Την 14η Νοεμβρίου, άλλα τμήματα, πιο πολλά και από όλες τις πλευρές του υψώματος, επιτίθενται κατά των Ιταλών. Αυτοί όμως είναι καλά οχυρωμένοι και δεν αφήνουν τους δικούς μας να πλησιάσουν. Πολλοί νεκροί και τραυματίες χωρίς αποτέλεσμα.

Την 15η Νοεμβρίου πραγματοποιείται νέα πιο οργανωμένη επίθεση με το ορεινό πυροβολικό και τους όλμους τους δικούς μας σχεδόν στη γραμμή εφόδου, αλλά και πάλι δεν κατορθώσαμε τίποτε παρόλο που η μάχη συνεχιζόταν μέχρι τη νύχτα, με αλλεπάλληλες επιθέσεις. Θύματα πολλά και τίποτε περισσότερο.

Παναγιώτης Λιούπης. Έφεδρος ανθυπολοχαγός του Πυροβολικού. Πολέμησε στον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο το 1940

Τότε το επιτελείο του τομέως αυτού διέταξε το Ιππικό να προχωρήσει από ένα δύσβατο μονοπάτι και απ’ εκεί να επιτεθεί από τη δυτική πλευρά της πόλεως κατά των Ιταλών. Πράγματι το Ιππικό παρ’ όλη την πείνα που είχαν οι στρατιώτες, καθώς και τα άλογα, γιατί τα τρόφιμα ακόμη δεν μας είχαν έλθει, προχώρησε με πολλή δυσκολία στο ποτάμι και απ’ εκεί τα μεσάνυχτα επετέθησαν κατά των Ιταλών.

Τέτοιο πράγμα αυτοί ποτέ δεν το περίμεναν και αναγκάσθηκαν να υποχωρήσουν την επομένη. Εγκατέλειψαν την κωμόπολη Κόνιτσα και έβαλαν φωτιά σε όσα καταστήματα και σπίτια πρόλαβαν, διότι το πρωί της 16ης Νοεμβρίου επιτεθήκαμε και εμείς και καταλάβαμε το ύψωμα Άγιος Αθανάσιος και μπήκαμε στην Κόνιτσα. Προσπαθήσαμε δε να σβήσουμε όσα σπίτια προλάβαμε στην αρχή της φωτιάς.

Οι Ιταλοί κατά τις ημέρες που έμειναν στην Κόνιτσα δεν άφησαν τίποτε. Άδειασαν μαγαζιά, σπίτια και κατέστρεφαν ό,τι έβρισκαν μπροστά τους για να εκδικηθούν. Στην πρακτική Γεωργική Σχολή, που είχε τότε η Κόνιτσα, βρήκαμε μια κοπέλα, η οποία όπως μας είπαν είχε πάει τον προηγούμενο χρόνο για Μις Ελλάς, νεκρή, ολόγυμνη με φανερά σημάδια κακομεταχείρισης στο σώμα και πρησμένη στο κάτω μέρος του σώματός της.

Οι Ιταλοί φαίνεται ότι ασελγούσαν σ’ αυτή και νεκρή ακόμη. Αυτό το γεγονός μας ερέθισε πάρα πολύ και το πείσμα μας, για τους δήθεν πολιτισμένους Ιταλούς, έγινε πιο μεγάλο και οι στρατιώτες περίμεναν νέα επίθεση για εκδίκηση. Στο κάτω μέρος της Κόνιτσας είναι μια μεγάλη σπηλιά. Αυτή ήταν γεμάτη πυρομαχικά. Επίσης και απ’ έξω από τη σπηλιά τα πυρομαχικά ήταν πάρα πολλά, τα είχαν εγκαταλείψει φεύγοντας. Από τα πυρομαχικά αυτά πήραμε βλήματα για τους όλμους μας, γιατί τα δικά μας είχαν τελειώσει και ο εφοδιασμός ακόμη δεν είχε φτάσει.

Στην Πρεμετή

Στο χωριό Μέλανη δεν υπήρχε κανένας κάτοικος, αλλά και το χωριό αυτό πολύ φτωχό, δεν είχε τρόφιμα ούτε για τους κατοίκους του, όχι και για μας. Οι Ιταλοί, επειδή ξέρουν τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουμε στον ανεφοδιασμό, αδειάζουν τα χωριά και παίρνουν μαζί τους όλα τα ζώα αλλά και τα τρόφιμα.

Μερικοί στρατιώτες βρήκαν λίγο αλεύρι να φτιάσουν ζυμάρι. Εγώ με τον φίλο μου Χρ. Μπότση, είχαμε δύο ημέρες να φάμε κάτι. Όταν βρεθήκαμε στο χωριό, μπήκαμε μέσα σ’ ένα σπίτι. Εκεί, είδαμε ένα αμπάρι ξύλινο που είχε μέσα αλεύρι, πλην όμως ήταν άδειο. Το είχαν αδειάσει οι κάτοικοι ή οι στρατιώτες, δεν ξέρω.

Η απελπισία ήταν μεγάλη και η πείνα μας άνευ προηγουμένου. Λέγω του Μπότση «βάλε το μαντήλι σου κάτω από το αμπάρι και εγώ θα μπω μέσα να το τινάξω, ίσως βγάλουμε κάτι«. Έτσι και έγινε με το τίναγμα στις άκρες του αμπαριού βγήκε λίγο αλεύρι. Η χαρά μας ήταν μεγάλη, γιατί κάτι θα φάμε. Ο Μπότσης μου έλεγε «τι θα το κάνουμε το αλεύρι«. «Τώρα θα δεις«, του λέω. Το αλεύρι αυτό το ζυμώσαμε με λίγο νερό επάνω σε μια πλάκα και εν συνεχεία ανάψαμε φωτιά και το ψήσαμε στην πλάκα αυτή και το μοιραστήκαμε στη μέση. Ήταν τόσο νόστιμο όσο και το ψημένο αρνί και ας ήταν χωρίς αλάτι. Αλλά ήταν πολύ λίγο.

Εδώ μείναμε τρεις ημέρες. Στις 25 Νοεμβρίου μας έφεραν λίγα τρόφιμα, αυτά ήταν ψίχουλα για ψωμί, επειδή οι ημιονηγοί φορτώνανε και ξεφορτώνανε πολλές φορές το ψωμί που ήταν μέσα σε λινάτσες και, επειδή συνεχώς έβρεχε, οι κουραμάνες τρίφτηκαν και έγιναν ψίχουλα.

Και την διανομή την κάναμε με μέτρο την καραβάνα. Κάθε στρατιώτης έπαιρνε και από μία καραβάνα ψίχουλα και λίγο κασέρι όσο είναι ένας μεζές που βάζουν στα ουζοπωλεία. Τα ψίχουλα είχαν μέσα σχοινιά από τις λινάτσες αλλά μπροστά στην πείνα μας αυτά ήσαν ασήμαντα. Ο καθένας που έπαιρνε την καραβάνα ούτε πρόσεχε τι είχε, στη στιγμή την έτρωγε χωρίς να χορτάσει.

Αρχική φωτογραφία: Το πυροβολικό σε δράση. Πηγή αρχικής φωτογραφίας: Γ. Προκοπίου/Αρχείο Α. Ξανθάκη

Διαβάστε ακόμα στη «ΜτΧ»: Ο άγνωστος στρατιώτης που έζησε την ιταλική επίθεση το ξημέρωμα της 28ης Οκτωβρίου. Έγραψε το όνομά του στην σκοπιά και αναζητήσαμε τα ίχνη του

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here