Με το ξέσπασμα του Β Παγκοσμίου Πολέμου όσοι θεωρούνταν «εχθροί» των Ναζί κλείνονταν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Άτομα με νοητικά προβλήματα, άστεγοι, ομοφυλόφιλοι, μετανάστες, Εβραίοι, Πολωνοί, μάρτυρες του Ιεχωβά και αιχμάλωτοι του πολέμου κρατούνταν κάτω από απάνθρωπες συνθήκες. Κάποιοι εκτελούνταν, ενώ πολλοί πέθαναν λόγω των βασανιστηρίων, του υποσιτισμού, της σκληρής καταναγκαστικής εργασίας και ασθενειών.

Από τη στιγμή που πατούσαν το πόδι τους στο στρατόπεδο συγκέντρωσης έπρεπε να ξεχάσουν το όνομά τους. Πλέον ήταν αριθμοί με διαφορετικές χρωματικές ενδείξεις πάνω στη στολή τους που υποδείκνυαν τον «χαρακτηριστικό λόγο» που τους οδήγησε στα στρατόπεδα.

Και το Νταχάου είχε ειδική πτέρυγα για τους επίτιμους κρατουμένους Πηγή εικόνας pixabay

Όμως, ανάμεσα στους κρατουμένους ήταν και κάποιοι που είχαν ιδιαίτερη μεταχείριση και προνόμια. Τους ονόμαζαν «επίτιμους ή ιδιαίτερους κρατουμένους του Φύρερ» και συνήθως ήταν πολιτικοί γερμανοκρατούμενων περιοχών, βασιλιάδες, πρωθυπουργοί, διπλωμάτες, κληρικοί, μεγαλοβιομήχανοι και συγγραφείς.
Φυσικά δεν έπαυαν να είναι κρατούμενοι και στο έλεος του Χίτλερ.
Υπήρχαν ακόμη και οι «προσωπικοί κρατούμενοι του Χίτλερ», όπως ονομάζονταν εξέχοντες Γερμανοί αντίπαλοι του ναζιστικού καθεστώτος που δεν ήθελε την εξόντωσή τους, για διάφορους λόγους.

Οι επίτιμοι κρατούμενοι δεν υποχρεούνταν να κάνουν καταναγκαστικά έργα. Μπορούσαν να φοράνε πολιτικά ρούχα ή την στολή τους, ανάλογα με τη θέση τους. Οι κληρικοί μπορούσαν να φοράνε τα ράσα και δεν τους ξύριζαν. Έτρωγαν το ίδιο φαγητό με τους φύλακες.
Μετά τον πόλεμο ο Αυστριακός Ερνστ Κάλτενμπρουνερ ισχυρίστηκε στη δίκη της Νυρεμβέργης ότι «οι επίτιμοι κρατούμενοι έτρωγαν εννιά φορές μεγαλύτερη μερίδα από αυτή που έτρωγε ένας απλός Γερμανός κατά τη διάρκεια του πολέμου».

Σύμφωνα με εμπιστευτικά αρχεία του Πανεπιστημίου Κορνέλ στη Νέα Υόρκη, ένας κρατούμενος στα στρατόπεδα συγκέντρωσης έπαιρνε δυο κούπες καφέ, 300 γραμμάρια ψωμί χαμηλής ποιότητας, ένα πιάτο σούπα από λαχανικά κυρίως γογγύλια και ένα κομμάτι ψάρι ή τυρί δυο φορές την εβδομάδα.

                                                       Οι υψηλοί κρατούμενοι

Όπως έγραψε ο Γερμανός ιστορικός Volker Koop στο βιβλίο του «Στα χέρια του Χίτλερ, ενώ οι περισσότεροι κρατούμενοι λιποθυμούσαν από τα βασανιστήρια και πέθαιναν στα κελιά της Γκεστάπο και των στρατοπέδων συγκέντρωσης, υπήρχαν κάποιοι που έπαιρναν ένα μπουκάλι σαμπάνια κάθε μέρα, ουίσκι, τσιγάρα, σοκολάτες, βιβλία και ξένο τύπο, όπως την σκωτσέζικη εφημερίδα, The Scotsman.

Το κάστρο Itter που είχε μετατραπεί σε φυλακή πολυτελείας Πηγή εικόνας: Wikimedia Commons

Είχαν επαφές με τη διοίκηση των SS και δεν ζούσαν μαζί με τους υπόλοιπους. Μεταφέρονταν σε άλλα απομονωμένα μέρη, όπως κάστρα, πρώην πολυτελή ξενοδοχεία και επαύλεις που είχαν μετατραπεί σε «πεντάστερες φυλακές», όπως ανέφερε ο Volker Koop. Σε κάποιες περιπτώσεις διαμορφωνόταν ειδικός χώρος μέσα ή έξω από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης.

Ανάμεσα στα κτίρια που μετατράπηκαν σε φυλακές πολυτελείας ήταν το κάστρο Schloss Hirschberg, το παραθαλάσσιο ξενοδοχείο Rheinhotel Dreesen, το ξενοδοχείο Ifen και Forelle στην Αυστρία και το κάστρο Schloss Itter στο Τιρόλο της Αυστρίας.
Είχαν ατομικά κελιά, δική τους τουαλέτα και κατά τη διάρκεια της μέρας η πόρτα του κελιού τους ήταν ξεκλείδωτη. Ήταν οι μόνοι που μπορούσαν να δεχτούν επισκέπτες.
Παρόλο που ούτε εκείνοι ήταν ελεύθεροι, κάποιοι μπορούσαν να ζητήσουν άδεια να φύγουν για λίγες μέρες.
Έτσι, είπε στη δίκη της Νυρεμβέργης ο γιατρός Βίντεσλο Χορν, συνεργάτης του Ναζί Γόλντερμαρ Χόβεν που ήταν ο γιατρός του στρατοπέδου συγκέντρωσης Μπούχενβαλντ, κοντά στη Βαϊμάρη.
«Ερχόταν ο Χόβεν και έλεγε «μπορώ να αφήσω ελεύθερους τρεις επίτιμους κρατουμένους. Γράψε μου τρεις άδειες». Όταν τον ρωτούσα ποιους ήθελε να αποφυλακίσουμε, απαντούσε «Παρ’ το πάνω σου και αποφάσισε.» Με άλλα λόγια γινόταν με μια πολύ δημοκρατική διαδικασία», είχε καταθέσει ο γιατρός σύμφωνα με τα αρχεία του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ.
Οι περισσότεροι από τους επίτιμους κρατουμένους επέζησαν από τον πόλεμο. Ένας από τους λόγους που ο Χίτλερ δεν τους εκτελούσε ήταν επειδή ήθελε να τους χρησιμοποιήσει ως αντάλλαγμα για την απελευθέρωση συνεργατών του που είχαν αιχμαλωτιστεί από τους αντιπάλους.
                                                                                                «Επίτιμοι» κρατούμενοι
Ανάμεσα στους «επίτιμους» κρατουμένους ήταν και ο Αλέξανδρος Παπάγος. Με την κήρυξη του πολέμου ο Παπάγος έγινε αρχιστράτηγος των δυνάμεων του στρατού ξηράς. Παραιτήθηκε από τη θέση του στις 23 Απριλίου 1941, ώστε να μην εμπλακεί στη συνθηκολόγηση μετά την εισβολή των Γερμανών.
Κατά τη διάρκεια της Κατοχής ίδρυσε την αντιστασιακή ομάδα Στρατιωτική Ιεραρχία. Όταν η δράση του έγινε γνωστή, συνελήφθη από τους Γερμανούς και μεταφέρθηκε σε στρατόπεδο συγκέντρωσης. Μαζί του συνελήφθησαν και τέσσερις αντιστράτηγοι, ο Κωνσταντίνος Μπακόπουλος, ο Ιωάννης Πιτσίκας, ο Γεώργιος Κοσμάς και ο Παναγιώτης Δεδές και μεταφέρθηκαν στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Σαξενχάουζεν.
«Δίπλα από το στρατόπεδό μας ήταν ένα άλλο μικρότερο, όπου έμενε ο Παπάγος μαζί με τέσσερις έλληνες στρατηγούς. Δεν τους βλέπαμε ποτέ» ανέφερε ο βρετανός αξιωματούχος Τζίμι Τζέιμς που είχε επίσης συλληφθεί.
Ο Παπάγος παρέμεινε κρατούμενος μέχρι τη συνθηκολόγηση της Γερμανίας.
Κατά τη διάρκεια της κατάκτησης της Γαλλίας από τους Γερμανούς, συνελήφθη και ο Γάλλος διπλωμάτης Αντρέ- Φρανσουά Πόντσετ. Ο Πόντσετ μεταφέρθηκε στο ξενοδοχείο Ifen στην Αυστρία, όπου κρατήθηκε για τρία χρόνια. Όμως, ο Γάλλος διπλωμάτης μπορούσε να διαβάζει, να περπατά γύρω από τη λίμνη που βρισκόταν κοντά στο ξενοδοχείο χωρίς να φρουρείται, αλλά και να ακούει στο ραδιόφωνο ειδήσεις από ξένα μέσα, κάτι που απαγορευόταν στην υπόλοιπη Γερμανία και τιμωρούνταν με θάνατο.
Ένας ακόμη υψηλά ιστάμενος που στάλθηκε σε υπερπολυτελή φυλακή ήταν ο βασιλιάς του Βελγίου Λεοπόλδος Γ΄ του Βελγίου. Μεταφέρθηκε με την οικογένειά του και το υπηρετικό τους προσωπικό σε σε ένα κάστρο στο Χιρστάιν της Σαξονίας από τον Ιούνιο του 1944 μέχρι το Μάρτιο του 1945, ενώ έπειτα τους μετέφεραν στο Στρομπλ της Αυστρίας.
Το 1941 όταν οι Γερμανοί κατέλαβαν τη Γιουγκοσλαβία, συνελήφθη και ο πατριάρχης Γαβρίλο Ντόζικ.
Του πήραν οτιδήποτε αξίας είχε πάνω του και τον ανάγκασαν να περπατήσει γυμνός χιλιόμετρα κάτω από τον καυτό ήλιο.
Όμως, πολλοί υποστηρίζουν ότι είχε ευνοϊκότερη μεταχείριση συγκριτικά με τους άλλους κρατουμένους. Ζούσε σε ξεχωριστό κοιτώνα στο Νταχάου και το κελί του ήταν ξεκλείδωτο και είχε ελεύθερη πρόσβαση σε μια ξεχωριστή αυλή του στρατοπέδου.
Σύμφωνα με μαρτυρία του κρατουμένων των φυλακών Μπράνκο Ντορντέβικ που δημοσιεύτηκε από τη Σερβική Ορθόδοξη Εκκλησία το καλοκαίρι του 1946 ο πατριάρχης δεν δέχτηκε σωματική κακοποίηση κατά τη διάρκεια της κράτησής του στο στρατόπεδο.
Πηγή αρχικής εικόνας pixabay

Διαβάστε επίσης στην ΜτΧ: Οι χιλιάδες μαζικές αυτοκτονίες στη Ναζιστική Γερμανία αμέσως μετά την αυτοκτονία του Φύρερ. Πολλοί σκότωναν πρώτα τα παιδιά τους, όπως ο Γκαίμπελς, που δολοφόνησε τα έξι παιδιά του

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here