Οι τσαγκάρηδες της Αθήνας. Πόσο κοστίζουν οι επισκευές; Αναβιώνουν ή το επάγγελμα εξαφανίζεται;

Οι τσαγκάρηδες της Αθήνας. Πόσο κοστίζουν οι επισκευές; Αναβιώνουν ή το επάγγελμα εξαφανίζεται;

Ο τσαγκάρης δεν έχει την ίδια έννοια που είχε κάποτε. Παλαιότερα ήταν ο κατασκευαστής παπουτσιών, ενώ σήμερα αποτελεί τον επιδιορθωτή. 

Παραδοσιακά οι τσαγκάρηδες είχαν δίπλα τους τους «καλφάδες», δηλαδή τους βοηθούς τους ή τα «τσιράκια», δηλαδή τους μαθητευόμενούς τους. Σήμερα, δουλεύουν χωρίς βοηθούς και οι νέοι που θέλουν να ασχοληθούν είναι ελάχιστοι. Στην Αττική υπάρχουν 200-300 τσαγκαράδικα, πολλά από τα οποία αναμένονται να κλείσουν. Στην Καλλιθέα από τα 20 μαγαζιά πλέον λειτουργούν τα 10.

Στη «Μηχανή του Χρόνου» μίλησαν οι τσαγκάρηδες Κώστας Μάρκου, Ηλίας Καλομοίρης και Γιάννης Λαμπίρης, , μέλη του «Συλλόγου Επιδιορθωτών Υποδημάτων Αττικής», εξηγώντας την εξέλιξη του επαγγέλματος.

Ο τσαγκάρης ως παραδοσιακό επάγγελμα

Την εποχή που δεν υπήρχαν μηχανές, η διαδικασία κατασκευής υποδημάτων γινόταν όλη στο χέρι.

Τα εργαλεία τους ήταν ο πάγκος, το τρυπητήρι, το πέταλο, το σουβλί, το αμόνι, τα σφυριά, οι λίμες, οι βελόνες, οι φαλτσέτες, οι τανάλιες, και οι μεζούρες.

Καρτ ποστάλ του Θεόφιλου Τουφεξή (1907), στην οποία απεικονίζονται τσαγκάρηδες. Πηγή: polignosi

Τότε, που δεν υπήρχαν οι κόλλες, τα παπούτσια ήταν καρφωτά με ξυλόπροκες ή ραφτά. Πολλές φορές έπαιρναν λάστιχο αυτοκινήτου για να φτιάξουν τη σόλα.

Ο πελάτης έβαζε ξυπόλητο το πόδι του πάνω σε ένα χαρτί και ο τσαγκάρης σχεδίαζε το περίγραμμα της πατούσας. Mε μια μεζούρα μετρούσε το μάκρος του ποδιού και το κουντεπιέ, για να μπορεί να έχει όλες τις διαστάσεις και να φτιάξει το κατάλληλο παπούτσι.

Η «Τσαγκαροδευτέρα»

Η φράση βγήκε από τη συνήθεια των τσαγκάρηδων να μένουν κλειστά τις Δευτέρες. Παλαιότερα, που το επάγγελμα είχε περισσότερη δουλειά, συνήθιζαν να εργάζονται μέχρι αργά το Σάββατο βράδυ. Έτσι, για να ξεκουραστούν καθιέρωσαν τη Δευτέρα ως αργία.

Τι ζητούν οι πελάτες;

Οι περισσότερες περιπτώσεις επισκευής είναι τα κολλήματα-ραψίματα, με τα οποία φτιάχνουν ένα παπούτσι που έχει ξηλωθεί ή τρυπήσει. Είναι μια διαδικασία που θέλει χρόνο και δεν έχει κέρδος.

Είναι συνηθισμένο οι πελάτες να ζητούν να αλλάξουν χρώμα στο παπούτσι. «Το μόνο παπούτσι που δε βάφεται είναι το μαύρο», ανέφερε στη ΜτΧ ο Γιάννης Λαμπίρης

Το μαγαζί του Γιάννη Λαμπίρη στο Αιγάλεω

Πρόσθεσε ότι έχει τύχει λίγες φορές να επιδιορθώσει παπούτσι ακριβής μάρκας, ενώ πιο καλοί πελάτες είναι οι γυναίκες. Έχει αντιμετωπίσει αρκετές φορές άσχημη συμπεριφορά, σε περίπτωση που, λόγω φόρτου εργασίας, δεν έχει προλάβει να ασχοληθεί με τα παπούτσια πελάτη ή επειδή η επιδιόρθωση φαίνεται ακριβή.

Οι περισσότεροι ζητούν απόδειξη και πληρώνουν με κάρτα, παρόλο που το κόστος μπορεί να είναι πολύ μικρό.

Πόσο διαρκεί ένα επισκευασμένο παπούτσι;

Τα λεπτά τακούνια φθείρονται περισσότερο από τα χοντρά, καθώς αντέχουν περίπου ένα μήνα με καθημερινή χρήση. Αντίθετα, τα χοντρά τακούνια μπορούν να αντέξουν μέχρι έξι μήνες.

 Από την κατασκευή παπουτσιών στην επιδιόρθωση

Σιγά σιγά, με την ανάπτυξη της βιομηχανίας, οι πελάτες σταμάτησαν να πηγαίνουν στους τσαγκάρηδες, γιατί προτιμούσαν να αγοράσουν έτοιμα παπούτσια. Έτσι, σταδιακά όσοι κατασκεύαζαν υποδήματα προτίμησαν να ασχοληθούν με την επιδιόρθωσή τους.

«Ο πατέρας μου είχε ξεκινήσει κατασκευαστής χειροποίητων παπουτσιών γιατί ήταν σε επαρχία, συγκεκριμένα στο Ελληνικό Αρκαδίας. Τους έπαιρνε μέτρα και τους έφτιαχνε καινούριο παπούτσι. Όταν το 1975 αναγκαστήκαμε να φύγουμε από το χωριό συνέχισε εδώ, αλλά δεν υπήρχαν πολλές παραγγελίες παπουτσιών, γιατί υπήρχε η βιομηχανία, που έφτιαχνε τα έτοιμα παπούτσια. Σιγά σιγά το γύρισε στην επισκευή», εξήγησε ο Ηλίας Καλομοίρης στη ΜτΧ για το πώς ο πατέρας του στράφηκε από την κατασκευή υποδημάτων στην επιδιόρθωση.

Ο Ηλίας Καλομοίρης επιδιορθώνοντας παπούτσια στο μαγαζί του στο Περιστέρι.

Κώστας Μάρκου: «Εμένα ο πατέρας μου μπήκε στη δουλειά στην ηλικία των 50, επειδή δούλευε στις βιοτεχνίες, οι οποίες άρχισαν να φθίνουν. Ήταν ήδη στον κλάδο και το έκανε γιατί οι βιοτεχνίες πρόσφεραν λίγα μεροκάματα και έλεγε ότι δε θα πάρει σύνταξη ποτέ».

Οικογενειακή παράδοση ή συγκυρία;

Ο Κώστας Μάρκου σπούδασε βιβλιοθηκονομία και δεν είχε σχέδιο να γίνει τσαγκάρης: «Διαμορφωνόταν μια δύσκολη συγκυρία για το επάγγελμα που είχα επιλέξει, γιατί θα έπρεπε να διαλέξω ένα δρόμο μέσα από συμβάσεις στο δημόσιο. Ο πατέρας μου έπαιρνε σύνταξη και μου έλεγε “Εγώ το μαγαζί το αφήνω, δε δουλεύω άλλο. Ψήνεσαι;”».

Τελικά, από το 2011 δουλεύει ως επιδιορθωτής παπουτσιών.

Ο Κώστας Μάρκου επιδιορθώνοντας παπούτσι σε μηχάνημα τροχού, στο μαγαζί του στην Καλλιθέα.

O Ηλίας Καλομοίρης ανέφερε στη ΜτΧ ότι μεγάλωσε στο τσαγκαράδικο. Αν και ασχολήθηκε για λίγο με την ξυλογλυπτική, βρήκε την ευκαιρία να ασχοληθεί με την επιδιόρθωση υποδημάτων, όταν ο πατέρας του πήρε σύνταξη: «Το μαγαζί υπήρχε, ήταν καλό ήξερα και τη δουλειά, γιατί βοήθαγα  τον πατέρα μου, περιστασιακά. Έκανα μια προσπάθεια να γίνω τσαγκάρης, μου άρεσε και έμεινα».

Το τσαγκαράδικο του Ηλία Καλομοίρη στο Περιστέρι.

Το τσαγκαράδικο υπάρχει από το 1976 και το έχει στα χέρια του από το 1987.

Ο Γιάννης Λαμπίρης, 57 ετών, επέλεξε να γίνει τσαγκάρης εντελώς συμπωματικά, αν και στην πραγματικότητα ήθελε να γίνει στρατιωτικός. Αφού τελείωσε το σχολείο, για να μην μείνει άνεργος, ασχολήθηκε με την επιδιόρθωση παπουτσιών. «Έπιασα δουλειά στον Κλαουδάτο, που μέσα στο κατάστημα είχε τσαγκαράδικο κι έτσι έμαθα την τέχνη». Άνοιξε το δικό του μαγαζί το 1988.

«Δεν γνωρίζω να φτιάχνω παπούτσια από την αρχή, μόνο επισκευή», ανέφερε στη ΜτΧ.

Αν κανείς θέλει να μάθει την τέχνη πρέπει να εργαστεί πλάι σε μάστορα, αφού δεν υπάρχει κάποια σχολή. Παρόλα αυτά, ο Γιάννης Λαμπίρης δεν προτείνει σε κάποιο νέο να ασχοληθεί με το επάγγελμα, αφού πιστεύει ότι τα έσοδα είναι οριακά.

Από τα παραδοσιακά εργαλεία στα σύγχρονα

Όσο περνούσε ο καιρός, για την κατασκευή των παπουτσιών χρησιμοποιούνταν και άλλα υλικά εκτός του δέρματος, ενώ στην επιδιόρθωση εντάσσονταν και οι μηχανές που έκαναν τη διαδικασία επισκευής πιο εύκολη.

«Έχουν αλλάξει πολύ τα υλικά γιατί σε μεγαλύτερο ποσοστό έχουν μπει τεχνητά δέρματα, πλαστικά, πολυουρεθάνη, θερμοπλαστικά, που το κάθε ένα ξεχωριστά θέλει τη δική του κόλλα. Παλιότερα ήταν πιο απλά, είχαμε να αντιμετωπίσουμε μόνο το δέρμα και μια συγκεκριμένη κόλλα», ανέφερε στη ΜτΧ ο Γιάννης Λαμπίρης.

Ο Γιάννης Λαμπίρης εν ώρα εργασίας στο μαγαζί του στο Αιγάλεω

Σήμερα οι τσαγκάρηδες χρησιμοποιούν πιο εξελιγμένα εργαλεία, αν και έχουν κρατήσει κάποια από τα παραδοσιακά «όπως φαλτσέτες, σφυριά, τανάλιες, ψαλίδια. Χρησιμοποιεί τον ξυλοριστικό πάγκο και την πρέσα, με την οποία κολλάνε τα παπούτσια και στον ξυλουριστικό πάγκο διαμορφώνουν την επισκευή, δηλαδή να βάλουν μια σόλα ή ένα τακούνι, να ξύσουν ή να κόψουν κάτι», πρόσθεσε Γιάννης Λαμπίρης.

Παπούτσι χειροποίητο ή κατασκευασμένο από βιομηχανία;

Αν και οι βιομηχανίες έχουν συμβάλλει στη μαζική και οικονομική παραγωγή υποδημάτων, ποιοτικά δεν είναι το ίδιο με το χειροποίητο. Τα παπούτσια που είναι κατασκευασμένα στο χέρι είναι πιο γερά.

Ο Γιάννης Λαμπίρης ανέφερε ότι τα εργοστάσια δεν τα φτιάχνουν εξ ολοκλήρου. Κάνουν τη συναρμολόγηση από διάφορα κομμάτια (σόλες, δέρματα, τακούνια), τα οποία μπορεί να έχουν προμηθευτεί και από βιοτεχνίες.

Στο μεταξύ χαρακτήρισε τα παπούτσια από εργοστάσια «κακής ποιότητας», καθώς χρησιμοποιούν ανακυκλωμένα υλικά και πλαστικά, τα οποία μυρίζουν πετρέλαιο.

Το επάγγελμα την περίοδο της καραντίνας

Κατά τη διάρκεια της πανδημίας του covid-19, τα τσαγκαράδικα ήταν από τις επιχειρήσεις που επηρεάστηκαν αρνητικά.

Ήταν από τα μαγαζιά που έμειναν ανοιχτά, ωστόσο δεν υπήρχε δουλειά, αφού οι άνθρωποι δεν έβγαιναν έξω για να χαλάσουν τα παπούτσια τους. Μάλιστα, αρκετοί δεν έχουν ξεπληρώσει και τα χρέη που δημιουργήθηκαν εκείνη την περίοδο, ενώ κάποιοι έβαλαν «λουκέτο».

«Στον covid έπεσε πολύ η δουλειά. Ήμασταν ανοιχτοί και εκτεθειμένοι στον ιό. Εμείς καταλαβαίνουμε ότι είμαστε άρρωστοι μια ημέρα πριν, γιατί μας ενοχλεί η μυρωδιά από το λάστιχο, άρα όταν χάναμε την όσφρηση…», ανέφερε ο Κώστας Μάρκου.

«Σήμερα, τουλάχιστον εγώ με το ζόρι δουλεύω, δεν ζεις οικογένεια. Είχαμε πολύ μεγάλη πτώση με τα μνημόνια, δηλαδή ήταν αισθητή η πτώση του τζίρου μας. Σιγά σιγά μπήκαν σε ένα καθεστώς να τα βγάζουν πέρα μέχρι που ήρθε ο κορωνοϊός. Κλείσανε πολλά μαγαζιά πολλοί ακόμα χρωστάμε, δεν έχουμε ξεχρεώσει από τον κορονοϊό», δήλωσε ο Γιάννης Λαμπίρης.

Μετά τον κορονοϊό, το τσαγκαράδικο μπορεί να έχει φόρτο εργασίας, αλλά όχι στον ίδιο βαθμό με πριν.

Οι οικονομικές δυσκολίες

Τα έσοδα είναι λιγότερα από τα έξοδα. Ενώ οι τιμές των υλικών αυξάνονται συνεχώς, έχουν διατηρήσει το 8% του ΦΠΑ, με αποτέλεσμα το κόστος της μέσης επισκευής να φτάνει τα 5 ευρώ. Παράλληλα, έχουν να αντιμετωπίσουν τα έξοδα της εφορίας και του ενοικίου.

«Αν δεν ήμουν 57 και δεν περίμενα να συνταξιοδοτηθώ, θα το έκλεινα το μαγαζί», ανέφερε ο Γιάννης Λαμπίρης, ενώ θεωρεί το επάγγελμα «υπό εξαφάνιση» λόγω των εξόδων.

Πηγή αρχικής εικόνας: Pixabay

Ακολουθήστε τη mixanitouxronou.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Διαβάστε τις σημαντικότερες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στη mixanitouxronou.gr

ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ

Παρακαλούμε σχολιάζετε κόσμια. Υβριστικά σχόλια δεν θα γίνονται αποδεκτά

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

mixanitouxronou.gr | Ταυτότητα

Διαχειριστής - Διευθυντής: Χρίστος Βασιλόπουλος

Διευθυντής Σύνταξης: Δημήτρης Πετρόπουλος

Ιδιοκτησία - Δικαιούχος domain name: Δ. Πετρόπουλος - Χ. Βασιλόπουλος Ο.Ε.

Νόμιμος Εκπρόσωπος: Δ. Πετρόπουλος - Χ. Βασιλόπουλος

Έδρα - Γραφεία: Σόλωνος 85, ΑΘΗΝΑ 10679

ΑΦΜ: 800991040, ΔΟΥ: Α' Αθηνών

Ηλεκτρονική διεύθυνση Επικοινωνίας: [email protected], Τηλ. Επικοινωνίας: 2103647909

close menu

Add to Collection

No Collections

Here you'll find all collections you've created before.