Για περισσότερα από 30 χρόνια, ο Δημήτρης Μπάκος έμεινε πιστός στον όρκο που έδωσε να φροντίζει τους τάφους στρατιωτών του 40 που έπεσαν κοντά στους Βουλιαράτες και τάφηκαν οι περισσόετροι χωρίς όνομα, μακρυά από τα σπίτια τους.

Συντηρούσε σιωπηλά και με τον φόβο των διώξεων από το καθεστώς Χότζα το άτυπο νεκροταφείο.  Όταν πέθανε το 1972, παρέδωσε τη «σκυτάλη» στον γιο του. Από τότε ο Γιώργος Μπάκος φρόντιζε ευλαβικά τα μνήματα και κρατούσε το αρχείο που του παρέδωσε ο πατέρας του με τα ονόματα των πεσόντων. Τον Μάιο του 2020 «έφυγε» και αυτός. Συνολικά πατέρας και γιος έμειναν φρουροί της μνήμης για 80 χρόνια.

Το Βουλιαράτι ή Βουλιαράτες (Bularat στα Αλβανικά) είναι ένα από τα μεγαλύτερα χωριά της ελληνικής μειονότητας στην Αλβανία. Απέχει 6 χιλιόμετρα από τα ελληνοαλβανικά σύνορα και υπάγεται στο νομό Αργυροκάστρου. Το χωριό βρέθηκε στο θέατρο των πολεμικών επιχειρήσεων κατά τον ελληνο-ιταλικό πόλεμο και τον Δεκέμβριο του 1940 εγκαταστάθηκε εκεί Πεδινό Χειρουργείο.

Ο πιο θανατηφόρος εχθρός των στρατιωτών δεν ήταν οι Ιταλοί, αλλά το τσουχτερό κρύο, ο ελλιπής ανεφοδιασμός και οι κακουχίες. Οι γιατροί έστηναν πρόχειρα στρατιωτικά χειρουργεία και προέβαιναν σε ακρωτηριασμούς και επεμβάσεις.  «Ήταν πολλά τα σπίτια που έγιναν χειρουργεία. Όσο αυξάνονταν οι τραυματίες, βαστούσαν από 3-4 άτομα το κάθε σπίτι. Στα μεγάλα σπίτια χειρουργούσαν από το πρωί μέχρι το βράδυ», εξιστόρησε το 2019 ο Γιώργος Μπάκος στην «Μηχανή του Χρόνου».

Οι κάτοικοι μερίμνησαν, όμως, και για όσους υπέκυπταν στα τραύματά τους. Παραχώρησαν ένα χωράφι του χωριού προκειμένου να θάβονται οι νεκροί στρατιώτες. Στην μία άκρη υπήρχε ένα μικρό εκκλησάκι, ενώ πάνω από τον κάθε αυτοσχέδιο τάφο τοποθετούσαν έναν μικρό σταυρό με την επιγραφή Ε.Σ. συνοδευόμενη από έναν αριθμό. Ο αριθμός αντιστοιχούσε σε μία λίστα ονομάτων από το αρχείο που κρατούσαν οι γιατροί του στρατιωτικού χειρουργείου.

Οι Βουλιαράτες απο ψηλά. Έγινε θέατρο πολεμικών επιχειρήσεων όταν ο ελληνικός στρατός εξαπέλυσε την μεγάλη επίθεση κατά των Ιταλών εντός Αλβανικού εδάφους. Αερολήψη: Μηχανή του Χρόνου ©2019

Στο Σ1 Πεδινό Χειρουργείο που λειτούργησε στο Βουλιαράτι από το Δεκέμβριο του 1940 έως και τον Απρίλιο του 1941, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, έχασαν τη μάχη με τη ζωή 57 στρατιώτες και ετάφησαν στο χωριό. Στο νεκροταφείο μεταφέρθηκαν ακόμα 250 μαχητές που έπεσαν σε διάφορα μέρη του μετώπου. Τα οστά τους τοποθετήθηκαν στο οστεοφυλάκιο του αυτοσχέδιου κοιμητηρίου. Ανάμεσά τους, βρίσκονταν και οι 8 άντρες που έπεσαν στο ύψωμα Αγίου Αθανασίου Βουλιαρατίου την 1η Δεκεμβρίου 1940 και αρχικά είχαν θαφτεί στο κανονικό νεκροταφείο του χωριού.

Οι νοσηλευτικοί σχηματισμοί του μετώπου διέκοψαν απότομα τη λειτουργία τους μετά τη γερμανική εισβολή. Οι δομές εκκενώθηκαν, ενώ τραυματίες και ασθενείς μεταφέρθηκαν κυρίως στα Γιάννενα.

Το νεκροταφείο

Για πολλές δεκαετίες οι  έλληνες κάτοικοι του χωριού, κρατούσαν την ύπαρξη του στρατιωτικού νεκροταφείου επτασφράγιστο μυστικό. Μάλιστα, επί Χότζα, είχαν αφαιρέσει τους πέτρινους σταυρούς από τους τάφους για να μην τραβάνε την προσοχή των αλβανικών αρχών. Με την κατάρρευση του καθεστώτος τους επανατοποθέτησαν.

Ο Δημήτρης Μπάκος από το 1941, μέχρι το 1972, συντηρούσε το νεκροταφείο πεσόντων μυστικά.

Ο Δημήτρης Μπάκος ήταν ο άνθρωπος που είχε αναλάβει να φυλάει τα αρχεία με τα ονόματα και να φροντίζει τακτικά τους τάφους. Περίμενε υπομονετικά την ώρα που θα μπορούσε να υποδείξει στους συγγενείς των πεσόντων και στις ελληνικές αρχές τα ονόματα και τα μνήματα των στρατιωτών. Λίγο πριν πεθάνει, κληροδότησε τη βαρύτιμη οικογενειακή παράδοση μαζί με το καθήκον στον γιο του, Γιώργο.

Για δύο δεκαετίες, ο Γιώργος Μπάκος φρόντιζε τα μνήματα, όπως του είχε μάθει ο πατέρας του. Η αποκάλυψη της συγκλονιστικής ιστορίας του νεκροταφείου έγινε τη δεκαετία του ’90. Το 1991, με την πολιτική αλλαγή στην Αλβανία και το άνοιγμα των συνόρων, το υλικό παραδόθηκε σε εκπρόσωπο της πρεσβείας για να αξιοποιηθεί κατάλληλα.

Ωστόσο, η Ελληνική Πολιτεία δεν μπορούσε να κάνει πολλά, όσο οι σχέσεις των δύο χωρών παρέμεναν τεταμένες. Μόλις οι ελληνοαλβανικές σχέσεις αποκαταστάθηκαν, το κοιμητήριο πήρε την εικόνα που ονειρευόταν ο συντηρητής του.
Το 1999, με πρωτοβουλία του Αρχιεπισκόπου Αναστάσιου, το νεκροταφείο εξωραΐστηκε και έλαβε τον μνημειώδη χαρακτήρα που του άρμοζε.

«Το αλβανικό κράτος δεν ενδιαφέρθηκε. Ο Αρχιεπίσκοπος ενδιαφέρθηκε και έγινε αυτό το μνημείο εδώ. Τοποθετήθηκαν μαρμάρινοι τάφοι και αρχίσαμε να κάνουμε εκταφές», είπε στη «Μηχανή του Χρόνου» ο Γιώργος Μπάκος.

Τρισάγιο στο στρατιωτικό νεκροταφείο στους Βουλιαράτες. Αριστερά ο τελευταίος «φύλακας» των πεσόντων Γιώργος Μπάκος. Δεξιά ο ακούραστος ερευνητής του Έπους συγγραφέας Αγαθοκλής Παναγούλιας που τεκμηρίωσε την ταυτότητα πολλών στρατιωτών και βρήκε τις φωτογραφίες τους. Μηχανή του Χρόνου ©2019

Οι 57 που άφησαν την τελευταία τους πνοή στα στρατιωτικά χειρουργεία ταυτοποιήθηκαν χάρη στις λίστες με τα ονόματα που είχε προνοήσει να κρατήσει το ’40 ο διευθυντής του σχολείου Βουλαρατίου, Γεώργιος Καλυβόπουλος. Οι τάφοι τους ήταν αριθμημένοι και τα ονόματά τους υπήρχαν καταγεγραμμένα στον κατάλογο που φυλούσε ο Μπάκος.

Το δύσκολο έργο ήταν η αναγνώριση της ταυτότητας στρατιωτών που είχαν ταφεί χωρίς στοιχεία. Εκεί έπρεπε να συλλεχθεί δείγμα DNA από τα οστά, να γίνει διεξοδική έρευνα ανάμεσα στα ονόματα των πεσόντων της ευρύτερης περιοχής και να εντοπιστούν οι συγγενείς.

Ένας από τους ανθρώπους που συνέβαλαν καθοριστικά στην αναγνώριση δεκάδων νεκρών είναι ο ερευνητής του Έπους του 40, Αγαθοκλής Παναγούλιας. Αν και οικονομολόγος στο επάγγελμα, αφιέρωσε μεγάλο μέρος της ζωής του στην ιστορική έρευνα και αρχικά στον εντοπισμό πεσόντων από την Ηλεία, απ’ όπου είναι η καταγωγή του. Όταν αποκαλύφθηκαν οι εκατοντάδες άγνωστοι πεσόντες που ήταν θαμμένοι στο Βουλιαράτι, διεύρυνε την έρευνα του και ξεκίνησε προσωπικό αγώνα για να εντοπίσει τους συγγενείς των αγνώστων στρατιωτών απ’ όλη την Ελλάδα. Ένας από τους «τυχερούς» ήταν ο Γιώργος Ιατρού.

Γεννημένος τον Ιούλιο του 1940, μεγάλωσε μόνο με τη μητέρα του. Ο πατέρας του έφυγε για το μέτωπο την ημέρα που κηρύχθηκε ο πόλεμος και δεν επέστρεψε ποτέ. Τους ανακοίνωσαν ότι σκοτώθηκε σε κάποια μάχη στα ελληνοαλβανικά σύνορα, αλλά, παρά τις επίμονες προσπάθειες, δεν κατάφεραν ποτέ να βρουν τον τάφο του. Ο Γιώργος Ιατρού είχε μάλιστα απευθυνθεί και στον Ερυθρό Σταυρό. Η λύτρωση όμως ήρθε απρόσμενα από τον κ. Παναγούλια.

Για να αναγνωριστούν οι νεκροί, έπρεπε να γίνει εκταφή. Η συγκλονιστική στιγμή όταν ο Γ. Ιατρού το 2003 αντικρύζει τον τάφο του πατέρα του. Μηχανή του Χρόνου ©2019

Ο ιστορικός ερευνητής βρισκόταν ήδη στα ίχνη της οικογένειας Ιατρού. Όταν ο γιος του αγνοούμενου πεσόντα το έμαθε, επικοινώνησε ο ίδιος μαζί του. Έτσι 63 χρόνια μετά τον θάνατο τον πατέρα του, μπόρεσε επιτέλους να σταθεί πάνω από το μνήμα που ήταν θαμμένος.

«Καταρχήν έτρεμα. Δεύτερον αισθάνθηκα και μια ανακούφιση, μία αγαλλίαση, ότι πραγματικά βρήκα τον τάφο, ρε αδερφέ, να ανάψω ένα καντήλι, να πάω ένα λουλούδι, να ανάψω ένα κερί και να τον ευχαριστήσω που με έφερε στον κόσμο. Θα είναι πάντα μεγάλη μου λύπη που δε μπόρεσα να τον γνωρίσω. Τεσσάρων 4 μηνών τι να γνωρίσω;», είχε πει συγκινημένος στη «Μηχανή του Χρόνου» ο Γιώργος Ιατρού.

Ο τάφος του στρατιώτη  Ιατρού. Ένας από αυτούς που μπόρεσαν να ταυτοποιηθούν

Ο Γιώργος Μπάκας είχε γίνει μάρτυρας πολλών παρόμοιων περιστατικών που μας διηγήθηκε:

«Είχε έρθει από την Κατερίνη μία οικογένεια με εγγόνια και δισέγγονα, κάπου δέκα άτομα, ήταν πολύ συγκινητικό. Ήρθαν δυο-τρεις φορές, γιατί έχουν τον παππού τους εδώ. Και ένας άλλος ήταν από την Πάργα, αυτός ήταν αγέννητος, γιατί η μητέρα του ήταν έγκυος όταν σκοτώθηκε ο πατέρας του.
Άλλοι, όταν είδαν πρώτη φορά τον τάφο του πατέρα τους και του αδερφού τους, έβαλαν τα κλάματα. Έλεγαν να του πάρουν τα οστά, αλλά δεν μπορεί να γίνει αυτό. Γιατί «ανδρών επιφανών πάσα γη τάφος», δηλαδή όσοι σκοτώνονται στην μάχη, θάβονται εκεί.

Τα οστεοφυλάκια των αγνώστων στρατιωτών και αξιωματικών στους Βουλιαράτες. Έπεσαν στον ελληνο-ιταλικό πόλεμο στα βουνά της Β. Ηπείρου.

Το μνημείο σήμερα

Το κοιμητήριο ανακατασκευάστηκε και εξωραΐστηκε με χρηματοδότηση του Ελληνικού Υπουργείου Άμυνας. Το ποσό που δόθηκε για την αποπεράτωση του έργου ανήλθε σε 475.450 ευρώ. Πρόκειται για το πρώτο Ελληνικό στρατιωτικό νεκροταφείο στην Αλβανία, με την πλειοψηφία των πεσόντων να έχουν αναγνωριστεί. Το δεύτερο δημιουργήθηκε πριν λίγα χρόνια στην Κλεισούρα και είναι μεγαλύτερο λόγω των συνεχών ευρημάτων στην περιοχή. Εκεί εξάλλου έγινε η μεγαλύτερη αιματοχυσία κατά την δεύτερη φάση του πολέμου.

Κάθε χρόνο, 28η Οκτωβρίου στην επέτειο του «ΟΧΙ», πραγματοποιείται στους Βουλιαράτες κατάθεση στεφάνων εις μνήμην των πεσόντων παρουσία των Αλβανικών και Ελληνικών αρχών, καθώς και των συγγενών των αναγνωρισθέντων ηρώων.

Ανάμεσα στους εκατοντάδες πεσόντες του ’40, θάφτηκε τιμητικά και ο αείμνηστος φύλακάς τους, Δημήτρης Μπάκος. Την παράδοση συνέχισε ο γιός του που
άφησε την τελευταία του πνοή το Μάιο του 2020. Τήρησε και με το παραπάνω το χρέος που του κληροδότησε ο πατέρας του. Επί των ημερών του, οι νεκροί ήρωες βρήκαν την δικαίωση και την τιμή που τους άξιζε, ενώ οι συγγενείς τους μπόρεσαν να αποτίσουν τον οφειλόμενο φόρο τιμής μετά από μισό και πλέον αιώνα.

Δείτε το κοιμητήριο των ηρώων από ψηλά. Την καταγραφή στους Βουλιαράτες έκανε ο συνεργάτης μας Up Stories. Όλες οι φωτογραφίες προέρχονται από το αρχείο της Μηχανής του Χρόνου και δεν επιτρέπεται αναπαραγωγής χωρίς την άδειά μας:

Οι «άταφοι» ήρωες του 40. Τι απέγιναν οι χιλιάδες στρατιώτες που έπεσαν στο αλβανικό μέτωπο. Οι πρόχειρες ταφές και η αναζήτηση από τους συγγενείς τους. Νέα εκπομπή

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here