Είχε εννιά αδέρφια και έναν άρρωστο πατέρα ο οποίος πάσχιζε να συντηρήσει οικονομικά την οικογένειά του.
Παρά τις δυσκολίες, όλοι παρέμεναν αισιόδοξοι.
Κάθε βράδυ, όταν κάθονταν για φαγητό γύρω απ’ το οικογενειακό τραπέζι, τα εννιά αδέρφια έκαναν διαγωνισμό ποιος θα κάνει τον πατέρα τους να γελάσει περισσότερο.
Ο διαγωνισμός ήταν σκληρός, γιατί ήταν όλοι ξεκαρδιστικοί και ο πατέρας τους δεν γελούσε εύκολα.
Ο εικονιζόμενος όμως πάντα κατάφερνε να τον λυγίσει.

Ο πατέρας του πέθανε όταν ήταν 46 χρόνων και τα οικονομικά έγιναν ακόμα πιο δύσκολα.
Μετά από μια αποτυχημένη προσπάθεια να σπουδάσει, αποφάσισε να ασχοληθεί με το θέατρο, όπως και ο μεγαλύτερος αδερφός του.
Αποδείχτηκε εξαιρετικά ταλαντούχος στην κωμωδία αλλά και πειστικός.
Τόσο πειστικός, που όταν μια φορά βρισκόταν στο αεροδρόμιο και αστειεύτηκε ότι είχε μια βόμβα στην τσάντα του, τον πίστεψαν.
Όταν έψαξαν τις αποσκευές του, δεν βρήκαν κάποια βόμβα, αλλά μεγάλη ποσότητα κάνναβης.
Έμεινε στη φυλακή για ένα σύντομο διάστημα, αλλά σύντομα επέστρεψε στο θέατρο.

Μέσα σε λίγα χρόνια, είχε καταφέρει να βρει μόνιμη δουλειά σε ένα από τα πιο πετυχημένα κωμικά σόου της Αμερικής, το «Saturday Night Live».
Σύντομα έφτασε και στον κινηματογράφο και τη δεκαετία του ’80, είχε γίνει ένας από τους δημοφιλέστερους κωμικούς.
Το στυλ του ήταν πάντα πολύ χαρακτηριστικό. Εκκεντρικό, ειρωνικό και κατάφερνε να προκαλεί γέλιο, ενώ ο ίδιος παρέμενε ανέκφραστος.

Στα τέλη του 1989, έπαιξε σε μία από τις μεγάλες κινηματογραφικές επιτυχίες, το «Ghostbusters».
Ήταν πλέον καταξιωμένος κωμικός, αλλά κανείς δεν τον θεωρούσε ικανό να παίξει πιο σοβαρούς ρόλους.
Αυτό άλλαξε το 2003, όταν πρωταγωνίστησε στην ταινία της Σοφία Κόπολα, «Χαμένοι στη Μετάφραση».
Για την ερμηνεία του, κέρδισε Χρυσή Σφαίρα και λίγο έλειψε να κερδίσει και το Όσκαρ, το οποίο τελικά πήγε στον Σον Πεν για το «Mystic River».
Είναι ο ηθοποιός Μπιλ Μάρεϊ.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here