Σε υψόμετρο περίπου 400 μέτρων βρίσκεται χτισμένο το χωριό Πλαίσιο στη Θεσπρωτία. Χτίστηκε πάνω σε ερείπια κάστρου των βυζαντινών χρόνων και είναι ένα από τα πιο γραφικά χωριά του δήμου Φιλιατών.
Έχει πέτρινα σπίτια, καλντερίμια και παρά τη μικρή έκταση που καλύπτει έχει συνολικά 14 εκκλησίες με κεντρική της εκκλησία του Προφήτη Ηλία. Ο πληθυσμός του σήμερα δεν ξεπερνά τα 90 άτομα. Όμως, το 1431, κατά την οθωμανική καταστίχωση, στο χωριό υπήρχαν 41 οικογένειες με 250 περίπου άτομα. Ήταν δυσπρόσιτο και ασφαλές στις οθωμανικές πιέσεις.

Το κάστρο Κασνετσίου της ρωμαιοβυζαντινής περιόδου που βρίσκεται στην κορυφή λόφου στην Πλεσίβιτσα. Το χωριό αρχικά ονομάστηκε Πλησίβρυσα, το οποίο με τα χρόνια παραφράστηκε σε Πλησίβιτσα και τελικά Πλεσίβιτσα ή Πλεσιβίτση.Εκείνη την περίοδο το χωριό ήκμαζε και ήταν οικονομικά ισχυρό. Το λεκανοπέδιο είχε εκχερσωθεί και οι κάτοικοι είχαν φτιάξει αμπέλια και περιβόλια με ελιές και σπαρτά. Ασχολούνταν επίσης με την κτηνοτροφία.
Μετά τη συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή το 1774, οι κάτοικοι επέκτειναν τις δραστηριότητές τους πέρα από τα όρια του χωριού. Τα προϊόντα τους έφταναν στις αγορές της Κέρκυρας, των Ιωαννίνων, της Θεσσαλονίκης, των Σερρών, της Ανδριανούπολης, της Κωνσταντινούπολης, της Σμύρνης, της Φιλιππούπολης, της Κωνστάντζας και της Οδησσού. Από την Κέρκυρα μεταφέρονταν σε Βενετία, Τεργέστη, Παρίσι και Κάιρο.

Το παράνομο νομισματοκοπείο και η αρπαγή της κυρά-Βασιλικής

Στα χρόνια του Αλή Πασά των Ιωαννίνων στρατιωτικό απόσπασμα κύκλωσε το χωριό. Η πληροφορία ότι είχε στηθεί παράνομο νομισματοκοπείο, που έπληττε τα οικονομικά συμφέροντα του πασαλικιού, τον εξόργισε και αποφάσισε να κάνει επιδρομή για να το διαλύσει. Υπεύθυνος για την κοπή κίβδηλων νομισμάτων θεωρήθηκε ο Χρήστος Κονταξής, πατέρας της πανέμορφης κυρα- Βασιλικής που έμελλε να κλέψει την καρδιά του Αλή πασά.

Ο πατέρας της είχε βρει μια σπηλιά σε ένα απρόσιτο μέρος ανατολικά της Πλεσιβίτσας, όπου έστησε το παράνομο εργαστήριο με μηχανήματα που είχε φέρει από τη Βενετία. Κατά τη διάρκεια κοπής των νομισμάτων, έμπιστοι τσοπάνηδες φύλασσαν την περιοχή. Για αντιπερισπασμό άφηναν τα κοπάδια τους να βοσκήσουν, ενώ οι σκύλοι τους θα τους ειδοποιούσαν, αν κάποιος άγνωστος πλησίαζε απειλητικά.

Η αρπαγή της κυρά- βασιλικής, λαϊκή ζωγραφιά του 1969 (Συλλογή Α. Παπασταύρου) Πηγή εικόνας: το βιβλίο του Αναστάσιου Παπασταύρου «Αλή Πασάς. Από λήσταρχος ηγεμόνας)

Ο πατέρας της είχε βρει μια σπηλιά σε ένα απρόσιτο μέρος ανατολικά της Πλεσιβίτσας, όπου έστησε το παράνομο εργαστήριο με μηχανήματα που είχε φέρει από τη Βενετία. Κατά τη διάρκεια κοπής των νομισμάτων, έμπιστοι τσοπάνηδες φύλασσαν την περιοχή. Για αντιπερισπασμό άφηναν τα κοπάδια τους να βοσκήσουν, ενώ οι σκύλοι τους θα τους ειδοποιούσαν, αν κάποιος άγνωστος πλησίαζε απειλητικά.

Στη συνέχεια τα νομίσματα μεταφέρονταν σε κρύπτη μέσα στο σπίτι του Κονταξή. Η διακίνηση γινόταν μέσω πραματευτάδων που ταξίδευαν με τα καραβάνια τους σε διάφορες μακρινές περιοχές.
Κάποια στιγμή το σχέδιο αποκαλύφθηκε. Τα κίβδηλα νομίσματα έπεσαν σε «λάθος» χέρια που το ανέφεραν στους Τούρκους. Ο σουλτάνος έστειλε φιρμάνι στον Αλή πασά να βρει τους κιβδηλοποιούς. Ο Κονταξής το πληροφορήθηκε και πήρε τα μέτρα του. Το μόνο που κράτησε στην κρύπτη του ήταν η μήτρα των κίβδηλων.

Οι έρευνες οδήγησαν την οθωμανική αστυνομία στο Πλεσιβίτση, καθώς από εκεί προέρχονται οι περισσότεροι έμποροι, που διακινούσαν το πλαστό χρήμα. Ο αρχιαστυνόμος Ταχήρ Αμπάζης είχε αναλάβει την υπόθεση και ανέφερε ότι βασικοί ύποπτοι είναι οι Κονταξήδες, καθώς και στο παρελθόν ασχολούνταν με την επεξεργασία μετάλλων.
Ο Αλή πασάς ντύθηκε απλός στρατιώτης και με μία φρουρά εφίππων ξεκίνησαν για το χωριό. Έφτασαν
τα μεσάνυχτα Ένας κολαούζος χτύπησε την πόρτα του σπιτιού του Κονταξή. Εκείνος ρώτησε ποιος ήταν και εκείνος απάντησε «από την πόλη ασπρόρουχα κι από τη Βενετιά χρυσαφικά». Αυτό ήταν το συνθηματικό, με το οποίο έμπαιναν μέσα οι έμποροι.
Ο Κοντάξης άνοιξε την πόρτα και οι οπλισμένοι άνδρες του Αλή εισέβαλαν στο σπίτι. Η γυναίκα του έτρεξε χωρίς να την καταλάβει κανείς να κρύψει την μήτρα των κίβδηλων νομισμάτων στο σημείο όπου μία κότα κλωσούσε τα αυγά της. Ο Ταχήρ Αμπάζης με την απειλή μαχαιριού τους ανέκρινε για να του αποκαλύψουν πού ήταν το εργαστήριό τους. Τους έλεγε ότι δεν θα σκοτώσουν μόνο αυτούς, αλλά όλο το χωριό και μετά θα το κάψουν.
Παρά τις εξονυχιστικές έρευνες δεν κατάφεραν να βρουν ένα ενοχοποιητικό στοιχείο. Το επόμενο πρωινό προχώρησαν σε συλλήψεις και ανακρίσεις συγγενών των Κονταξήδων και όσων ασχολούνταν με το εμπόριο.

Πήραν τους άνδρες Κονταξήδες και τα μεγάλα παιδιά τους και τα έκλεισαν σε αποθήκη στην εκκλησία του Προφήτη Ηλία. Τα γυναικόπαιδα τα κρατούσαν στην αυλή του αρχοντικού των Κονταξήδων. Κάποια στιγμή η 14χρονη Βασιλική, κόρη του Χρήστου Κονταξή, έτρεξε προς το μέρος του Αλή Πασά με δάκρυα στα μάτια. Γονάτισε μπροστά του και τον παρακάλεσε να αφήσει τον πατέρα, τα αδέρφια και τους συγγενείς της να ζήσουν.

Απομεινάρια του αρχοντικού Κονταξή στο χωριό Πλεσίβιτσα

Ο Αλή Πασάς θαμπώθηκε από την ομορφιά της και λύγισε. Της υποσχέθηκε ότι δεν θα τους σκότωνε. Έτσι, δεν σώθηκαν μόνο αυτοί, αλλά και ολόκληρο το χωριό από σίγουρη πυρπόληση. Ο Αλή επέστρεψε στα Γιάννενα, παίρνοντας μαζί του και μερικούς Κονταξήδες για ανακρίσεις. Όμως, το μυαλό του ήταν πίσω στη Πλεσίβιτσα, στη νεαρή Βασιλική, που κατάφερε να ανακόψει το σχέδιο του να καταστρέψει το χωριό και να τιμωρήσει τους ενόχους.
Τότε, διέταξε την απαγωγή της. Οι τούρκοι αξιωματούχοι συνωμότησαν με τη θεία της, Μαρίνα Τάτσαινα, η οποία πήρε το ανάλογο «μπαξίσι» και την οδήγησε σε απόμερο μέρος με τη δικαιολογία ότι θα πήγαιναν να κόψουν ξύλα. Οι τούρκοι στρατιώτες την άρπαξαν, την ανέβασαν πάνω στο άλογο και εξαφανίστηκαν.
Η Βασιλική μόλις αντίκρισε τον Αλή πασά, τον παρακάλεσε για μια ακόμη φορά να αφήσει τους δικούς της ελεύθερους και εκείνος το έκανε.

Το τζαμί της Κώτσικας που χτίστηκε τον 17ο αιώνα

Την κράτησε στο χαρέμι του και αργότερα, το 1808, την παντρεύτηκε. Έγινε η τελευταία σύζυγος του Αλή πασά και εκείνη που του έκλεψε την καρδιά. Η Βασιλική έκτισε το σαράι της στην Αμπολιάνα, εκεί όπου βρισκόταν παλιό το αρχοντικό της οικογένειας. Όμως, μετά τον αποκεφαλισμό του Αλή Πασά το σαράι πυρπολήθηκε από τους κατοίκους, ώστε να μην εγκατασταθούν εκεί Τούρκοι με τις οικογένειές τους. Στην Αμπολάνια υπήρχε και ένας πλάτανος, τον οποίο ο Αλή πασάς είχε προστάξει να τον ποτίζουν με κρασί. Στην κεντρική πλατεία του χωριού υπάρχει το άγαλμα της κυρα-Βασιλικής.

Δείτε το βίντεο του Λάζαρου Τσάτσου και της ιστοσελίδας του Epirustravel.eu που παρουσιάζει μαγευτικά τοπία της Ηπείρου:

 

Όλες οι πτήσεις drone ανεβαίνουν με την υποστήριξη του καταστήματος DJI Store Greece που διαθέτει και υποστηρίζει με επίσημο σέρβις τα κορυφαία μοντέλα Phantom και Mavic. Μάθε να πετάς στην Σχολή εκπαίδευσης Drone pilot school
Το κάστρο

Στην κορυφή ενός λόφου περίπου έξι χιλιόμετρα από το χωριό, δίπλα στο ξεροπόταμο, Μπογάζι, βρίσκονται τα απομεινάρια ενός ρωμαιουβυζαντινού κάστρου του οικισμού Κασνέτσι. Εκεί ξεκινά και η ιστορία του χωριού Πλεσίβιτσα, καθώς εκεί ήταν η παλιά τοποθεσία του.
Το κάστρο είχε χτιστεί εκεί για να προστατεύει την περιοχή από τη Σαγιάδα προς τους Φιλιάτες και την ενδοχώρα. Σύμφωνα με την παράδοση ήταν μια πόλη με 4.000 κατοίκους, 40 εκκλησίες και ένα μοναστήρι. Οι κάτοικοι άρχισαν να φτιάχνουν οικισμούς βορειότερα, μετά από εχθρικές επιδρομές. Σήμερα σώζονται ελάχιστα ερείπια.
Κοντά στην Πλεσίβιτσα βρίσκεται και ένα από τα τρία τζαμιά του οικισμού της Κώτσικας. Θεωρούνταν ένα από τα ομορφότερα και κτίστηκε από τον Ιµπραήµ Αγά τον 17ο αιώνα.

 Πληροφορίες αντλήθηκαν από το βιβλίο του Ιωάννη Παναγιώτη Πέγκα για την ιστορία της Πλεσιβίτσας.
Διαβάστε στην «ΜτΧ»: Ποιος ανατίναξε το Κούγκι; Ο ανυπότακτος καλόγερος Σαμουήλ ή ο αρχηγός των Σουλιωτών που είχε κάνει συμφωνία με τον Αλή Πασά; Δείτε το σημείο (drone)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here