Πηγή: Η διεθνής των ναρκωτικών, του Κώστα Τσαρούχα, εκδόσεις Αλήθεια

Τη δεκαετία του 1990, στο Μεντεγίν, τη δεύτερη κατά σειρά πόλη της Κολομβίας ή στο Κάλι ήταν δυνατόν να συναντήσεις στον δρόμο μια παρέα ανθρώπων και αμέσως μετά να γνωριστείς μ΄ έναν δολοφόνο, που για ασήμαντα ποσά, μπορεί να σκοτώσει για λογαριασμό σου οποιονδήποτε άνθρωπο του υποδείξεις.

Διευθυντές τραπεζών, άπιστες σύζυγοι, ερωτικοί αντίζηλοι, όλοι γίνονται υποψήφια θύματα των δολοφόνων του Μεντεγίν και του Κάλι, αρκεί να τους ζητηθεί. Το έγκλημα είναι το επάγγελμα τους. Οι περιγραφές των Άγγλων δημοσιογράφων, που επισκέφθηκαν το Μεντεγίν είναι ανατριχιαστικές. Στην πόλη λειτουργούν σχολεία δολοφόνων, με μαυροπίνακες στις τάξεις και χώρους για σκοποβολή. Εκεί τους εκπαιδεύουν να ακινητοποιούν το θύμα τους, να μπλοκάρουν τηλέφωνα, να σημαδεύουν στο «δόξα πατρί».
Μια γκάνγκστερ, η Γκριζέλντα Μπλάνκο έχει το δικό της σύστημα: πυροβολεί το θύμα της, κόβει το σώμα του κομματάκια και το ταχυδρομεί μέσα σε βαλίτσα στην οικογένειά του.

Στην πόλη πουλιόνται μπλουζάκια με την επιγραφή «Αγαπώ το Μεντεγίν». Η βρετανική και αμερικανική πρεσβεία προειδοποιούν τους επισκέπτες να μην πλησιάσουν ένα μέρος γνωστό σαν Πόλη της Κόκας. Η παγκόσμια πρωτεύουσα της κόκας είναι γεμάτη με ανθρώπους που φορούν μπλουτζίν και χρυσές αλυσίδες και κορίτσια με κοντές φούστες και λευκά στιλέτα, ίδια με τις κούκλες της Μπάρμπι.

Οι καθημερινές ιστορίες

Ένας έμπορος κόκας έδωσε στη φίλη του περίπου 4 εκατομμύρια δραχμές για να τα ξοδέψει σε ένα μαγαζί με δερμάτινα. Ένας άλλος χάρισε στην κοπέλα του ένα κλειστό φορτηγό με κλιματισμό για να ταξιδεύει ανενόχλητη, προφυλαγμένη από τη ζέστη και τα αδιάκριτα βλέμματα. Ο πατέρας μιας 15χρονης μαθήτριας έδωσε για χάρη της έναν χορό και πλήρωσε από περίπου 40 χιλιάδες ευρώ στον καθένα από τους πέντε άντρες που ανέλαβαν να τη χορεύουν όλο το βράδυ. Τα λεφτά της κόκας είναι παντού. Στην πολυκατοικία με τις πισίνες. Στις μπουτίκ με τα ιταλικά και τα γαλλικά μοντέλα. Στις ντισκοτέκ και στα πολυτελή αυτοκίνητα. Στο Μεντεγίν δολοφονούνται κάθε μέρα έντεκα άνθρωποι. Οι διάδρομοι του τοπικού νοσοκομείου είναι κατακόκκινοι από το αίμα, των θυμάτων.

Ο δήμαρχος του Μεντεγίν χρειάζεται δώδεκα ενόπλους φρουρούς για να πάει με την οικογένεια του σ’ έναν ποδοσφαιρικό αγώνα. Οι βαρόνοι του λευκού θανάτου δεν νοιάζονται για τη ζωή αυτού του οικογενειάρχη. Όταν αρνήθηκε να εξυπηρετήσει τα σχέδια τους, του έστειλαν μια ντουζίνα σφαίρες από το παράθυρο της κουζίνας του. Το σπίτι του έχει μετατραπεί σε φρούριο, με αυτόματα, περιπόλους και αστυνομικά τζιπ. Ο δήμαρχος συνεχώς χαμογελά και πολλές φορές αναρωτιέται. «Τι μπορώ να κάνω; Να το βάλω στα πόδια; Κάποιος πρέπει να εκπροσωπεί τους καθαρούς ανθρώπους σε αυτή την πόλη».

Ο άνθρωπος που φωνάζουν «στρατηγό Ράμπο» έχει αφιερώσει τη ζωή του στη μάχη κατά των εγκληματιών. Είναι ο στρατηγός Χαιμέ Ρουζί, ο οποίος ανέλαβε τη στρατιωτική διοίκηση της πόλης και καμαρώνει πως έκτοτε οι βαρόνοι των ναρκωτικών έπαψαν να παρελαύνουν προκλητικά στους δρόμους με τους σωματοφύλακες και τις λιμουζίνες τους.
Γνωρίζει ωστόσο ότι η διαφθορά κυριαρχεί γύρω του. Έχει ανακαλύψει ότι ένας από τους συνταγματάρχες του δουλεύει για έναν έμπορο. Οι βασιλιάδες των ναρκωτικών, σαν τον Πάμπλο Εσκομπάρ και τους αδελφούς Οχόα, ήταν και είναι σε θέση να πληρώσουν τα καλύτερα δικηγορικά γραφεία. Κι αν κάτι προχωρήσει ως το δικαστήριο, τη μέρα της δίκης ο δικαστής βρίσκει πάνω του μια φωτογραφία της οικογένειας του. «Σαν να του λένε ότι πρέπει να διαλέξει». Σπάνια όμως οι άνθρωποι το διακινδυνεύουν.

Πηγή: Η διεθνής των ναρκωτικών, του Κώστα Τσαρούχα, εκδόσεις Αλήθεια

Διαβάστε ακόμη στη «ΜτΧ»: Η κοκαΐνη η «ελπίδα» των φτωχών. Πώς οι φτωχοί κάτοικοι της λατινικής Αμερικής ζουν από την κοκαΐνη, με την ανοχή των κυβερνήσεων

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here