Αποσπάσματα από το άρθρο του  Σπύρου Αραβανή, music paper

«Θα έρθει μια εποχή που οι άνθρωποι θα νοιάζονται πολύ λίγο για τις συνθήκες και τις περιστάσεις της ομορφιάς. Θα νοιάζονται για την ίδια την ομορφιά. Ίσως να μη νοιάζονται ούτε για τα ονόματα ή τις βιογραφίες των ποιητών». 

Στην περίπτωση του ποιητή-στιχουργού Άλκη Αλκαίου η παραπάνω προφητεία του Αργεντινού συγγραφέα, Χόρχε Λουίς Μπόρχες,  εκπληρώθηκε όσο αυτός ήταν εν ζωή ιδανικά.
Δυο-τρεις φωτογραφίες του, μια τηλεοπτική του εμφάνιση, λίγα μικρά εισαγωγικά του κείμενα σε δίσκους και ορισμένες δημόσιες μαρτυρίες των συνεργατών του ήταν το μοναδικό υλικό με το οποίο συνθέσαμε, για τριάντα και πλέον χρόνια, το πορτρέτο του Βαγγέλη Λιάρου, όπως είναι το αληθινό του όνομα.
Ο θάνατός του, τον Δεκέμβρη του 2012, άνοιξε τον ασκό του ιδιωτικού του Αιόλου αφού άρχισαν να βγαίνουν στην επιφάνεια στοιχεία από τη ζωή του μέσα από τις μνήμες των φίλων του, επωνύμων και μη, όπως αυτές εμφανίζονται σε τόπους κοινωνικής δικτύωσης και κυρίως στο βιβλίο του φίλου του και συνεργάτη, Μίλτου Πασχαλίδη, «Αγύριστο κεφάλι- ο Άλκης Αλκαίος που γνώρισα».

Η ανθρώπινη ιστορία του Αλκαίου  

Γεννημένος στην Κοκκινιά Φιλιατών, το 1949, κοντά στα ελληνοαλβανικά σύνορα και πολιτογραφημένος κάτοικος της Πάργας, ο Άλκης Αλκαίος σπούδασε και άσκησε τη δικηγορία.
Συνελήφθη από τη Χούντα εξαιτίας της ενεργούς συμμετοχής του στον αντιδικτατορικό αγώνα όταν και έκρυβε, φρόντιζε και φυγάδευε τους κυνηγημένους στο εξωτερικό. Έμεινε κρατούμενος για πέντε μήνες πρώτα στην Μπουμπουλίνας και μετά στο ΕΑΤ-ΕΣΑ περνώντας φρικτά βασανιστήρια.
Από το 1974 και μετά άρχισε να έχει σοβαρότατα προβλήματα υγείας εξαιτίας αυτών των βασανιστηρίων και του αυτοάνοσου που του παρουσιάστηκε, ρευματοειδή και αγκυλωτική σπονδυλαρθρίτιδα.

Ο Πασχαλίδης αποκαλύπτει μια συνταρακτική ιστορία:
«Τους δυο βασανιστές του ο Αλκαίος τους συνάντησε κάποτε. Τον ένα στην Ευελπίδων, έξω από μια αίθουσα δικαστηρίου. Ήταν αστυνομικός. Ο Άλκης τον γνώρισε αμέσως. Του λέει ‘Με θυμάσαι;’ Ο άλλος δεν τον κατάλαβε. ‘Κάτι μου θυμίζεις αλλά δεν είμαι σίγουρος. Μήπως υπηρετήσαμε μαζί φαντάροι;’ Ο Άλκης χαμογέλασε και του είπε: ‘Έχεις δίκιο. Μαζί υπηρετήσαμε. Μόνο που εσύ ήσουν από πάνω και εγώ από κάτω’. Έκανε μεταβολή και έφυγε. Τον άλλο τον πέτυχε στο καράβι. Ήταν μαζί με τον αδελφό του Γρηγόρη ο οποίος του λέει: ‘Δειξ τον μου τον πούστη να τον σκίσω’. Δεν του τον έδειξε. Έκανε μόνο μια κίνηση με το δεξί χέρι. ‘Προχώρα, δεν έχει σημασία'».

Από το 1984 και μετά ο Αλκαίος δεν μπορούσε να σταθεί ούτε όρθιος έστω και για λίγη ώρα.
Έπινε γάλα, κάπνιζε και έγραφε στίχους γεμάτους ζωή και ταξίδια. Ωστόσο ο λόγος που δεν πολυέβγαινε έξω ειδικά τα πρώτα χρόνια ήταν γιατί, όπως αναφέρει ένας αδελφικός του φίλος, «δεν γούσταρε να τον βλέπουν δημόσια σε κοινωνικές εκδηλώσεις και να νιώθει ότι προκαλεί οίκτο».
Αξίζει να τονιστεί και πάλι αυτή η άτυπη «ομερτά» την οποία είχαν συμφωνήσει οι ελάχιστοι που τον γνώριζαν προσωπικά και δεν αποκάλυψαν ποτέ τίποτα δημοσίως για την κατάστασή του όσο ζούσε, παρόλο που ο ίδιος δεν τους το είχε ποτέ απαγορεύσει.
Έτσι, ετράφησαν θρύλοι και μύθοι σχετικά με τον Αλκαίο που αφορούσαν ακόμα και για το αν είναι υπαρκτό πρόσωπο…

Από το 1974 και μετά άρχισε να έχει σοβαρότατα προβλήματα υγείας εξαιτίας αυτών των βασανιστηρίων και του αυτοάνοσου που του παρουσιάστηκε, ρευματοειδή και αγκυλωτική σπονδυλαρθρίτιδα.

Η συνεργασία με τον Θάνο Μικρούτσικο

Στον χώρο της δισκογραφίας μπήκε ως ανακάλυψη του Θάνου Μικρούτσικου, το 1977, όταν και διάβασε ένα ποίημά του στην εφημερίδα «Ριζοσπάστης».
Η γνωριμία τους έφερε την πρώτη τους συνεργασία, το 1978, στα «Τραγούδια της Λευτεριάς» δίνοντας με το τραγούδι «Φλεβάρης 1848» το ισχυρό διεθνιστικό του στίγμα, τις αριστερές του καταβολές και την επιρροή του από τα επικά οράματα ποιητών όπως ο Πάμπλο Νερούδα.

Ο Θάνος Μικρούτσικος σε αφιέρωμα για τον Αλκαίο αφηγείται χαρακτηριστικά:
«Τον συνάντησα πριν 30 χρόνια με ένα κείμενο του που δημοσιεύθηκε σε μια εφημερίδα, το μελοποίησα, έψαξα να τον βρω, τον βρήκα, του το έπαιξα τηλεφωνικά, του άρεσε και έτσι ξεκινήσαμε… ακολουθούν τέσσερα χρόνια καθημερινής σχεδόν αλληλογραφίας, στίχοι απ’ τη μεριά του, κασέτες επιστροφή απ τη δικιά μου, για να καταλήξουμε στα πρώτα σαράντα που μελο-ποίησα και απ τα οποία προέκυψαν τα έντεκα του «Εμπάργκο«.

Ο στιχουργός Αλκαίος με τη πρώτη του συνεργασία με τον Μικρούτσικο αποκτά αμέσως ταυτότητα ξεχωρίζοντας από τους υπόλοιπους σύγχρονούς του πολιτικοποιημένους στιχουργούς στο ότι γράφει και ως πολίτης του κόσμου, ως εκφραστής της παγκόσμιας ελευθερίας με ένα θεωρητικό μαρξιστικό υπόβαθρο, όπως στη «Γαμμαγραφία (Σαλβαντόρ ’80)», όπου περιγράφει με αριστοτεχνικό τρόπο τον εμφύλιο πόλεμο του Ελ Σαβαδόρ ο οποίος μόλις είχε ξεσπάσει.

Όπως σημειώνει ο Ηρακλής Οικονόμου στη μελέτη του για την παρουσία των ιστορικών στοιχείων στο έργο του Αλκαίου:
«Στο έργο του Αλκαίου μπορεί να επισημανθεί μία συγκεκριμένη φιλοσοφία της ιστορίας, σύμφωνα με την οποία η ιστορία δεν είναι ούτε μία τυχαία διαδοχή γεγονότων, ούτε μία ντετερμινιστικά προδιαγεγραμμένη πορεία, ούτε ένδοξο έργο μεμονωμένων ηγετών και ηρώων.
Ρητά ή άρρητα, η ιστορία εδώ νοείται ως τάση και ως σύγκρουση, που υπόκειται στη δύναμη της συλλογικής δράσης. Η αναγκαιότητα που ενυπάρχει στην ιστορία διαμεσολαβείται από την ανθρώπινη πράξη και βούληση. Πώς βλέπει ο ποιητής το ρόλο του εντός της;
Η ιστορία για τον Αλκαίο συνίσταται σε υπόγειες φλέβες και ρεύματα, σε μετακινήσεις τεκτονικών πλακών που σε τελική ανάλυση έχουν εγγεγραμμένες μέσα τους την ταξική πάλη και τις αντιθέσεις που γεννιούνται στη σφαίρα του κοινωνικού. Και οι ήρωες του ποιητή δεν ξεφυτρώνουν ουρανοκατέβατα, ούτε προσφέρονται για μπλουζάκια και είδωλα.
Στις περισσότερες των περιπτώσεων βουτάνε μέσα στην αντίφαση και στην ανάγκη, «πάντα γελαστοί και γελασμένοι», έχοντας όμως πρώτα αποπειραθεί το αδύνατο και έχοντας περισώσει την υποψία μιας διαφορετικής έκβασης των πραγμάτων.

Εξέλιξη της στιχουργίας του Αλκαίου

Η δεύτερη περίοδος της στιχουργίας του Αλκαίου ξεκινά με το κοσμοτραγουδισμένο «Πρωινό τσιγάρο» (αφιερωμένο στον Μάνο Λοΐζο) που μελοποιεί ο Νότης Μαυρουδής, το 1984, και ολοκληρώνεται το 1999, με το δίσκο «Εντελβάις», ο τρίτος δίσκος στον οποίο υπογράφει όλους τους στίχους – συνθέτης εδώ ο Μάριος Τόκας.
Μέσα σε αυτά τα 15 χρόνια ο λόγος του Αλκαίου  αποκτά μια στιχουργική τεχνική η οποία ακροβατεί ανάμεσα στο κυριολεκτικό και στο υπερρεαλιστικό.
Έτσι, εκφράζει έναν πιο καθημερινό λόγο και κυρίως απευθύνεται πιο άμεσα στο άλλο πρόσωπο, στον μη εκπληρωμένο έρωτά του.
Η στιχουργική του αποκτά μια ποιητική λαϊκότητα και αφαιρεί σκέψεις, προσθέτοντας εικόνες.
Στρέφει το φακό του περισσότερο στους ανθρώπους της πόλης («Βικτώρια» 1989, «Χρόνια Πολλά», 1991) και τοποθετεί τους ήρωες της Ιστορίας ως ήρωες των τραγουδιών του («Πόρτο Ρίκο», 1994, «Ρόζα», 1996) συνταιριάζοντας αρμονικά πρόσωπα και εποχές πχ. «Ερνέστο τον ελέγανε ή Νίκο» και «Αν χάθηκε στο Μετς ή στο Πόρτο Ρίκο» γράφει στο «Πόρτο Ρίκο» συνδέοντας δυο αγωνιστές διαφορετικών εποχών, τον Τσε Γκεβάρα και τον Νίκο Μπελογιάννη.

Οι εννέα στίχοι του στο δίσκο του Θάνου Μικρούτσικου, «Στου αιώνα την παράγκα» συμπυκνώνουν όλο το ποιητικό του «είναι».
Ερωτικός χωρίς να λαϊκίζει συναισθηματικά («Τα μάτια σου έκλεισες και μ’ άφησες απέξω»), ουσιαστικός εκφραστής της πραγματικότητας και όχι κατασκευαστής ψευδό- διανοουμενίστικων σλόγκαν («Πώς η ανάγκη γίνεται ιστορία/ Πώς η ιστορία γίνεται σιωπή»), εξαιρετικός ισορροπιστής μεταξύ του ιδιωτικού και δημόσιου οράματος («Σαν πλανόδιο τσίρκο») και αισθήματος («Πάντα γελαστοί»,  με την δική του αφιέρωση: «Ισαάκ και Σολωμού και Μαρίνου Μαρτύρων» [με άλλα λόγια στους δολοφονηθέντες, το 1996, Κυπρίους Τάσο Ισαάκ και Σολωμό Σολωμού και στον αναρχικό Χριστόφορο Μαρίνο, ο οποίος «αυτοκτόνησε» (;) την ίδια χρονιά υπό περίεργες συνθήκες ενώ βρισκόταν εν πλω).

Πουλί σε δέντρο αρχοντικό…  

Με την πρώτη του συνεργασία με τον Σωκράτη Μάλαμα το 1998, στο δίσκο 13.000 μέρες, αρχίζει σιγά σιγά να μας αποκαλύπτει και μια ακόμα στιχουργική του έκφανση η οποία χαρακτηρίζει –μαζί με τον ταξιδιωτικό στίχο- την τρίτη περίοδο της πορείας του: αυτή του ποιητή που πατά πάνω στη δημοτική μας παράδοση.
Έτσι, και στο δίσκο «Εντελβάις» είναι έξοχα αφηγηματικός, όπως πάντα προσωπικός/ συλλογικός («Οι φίλοι στα γρανάζια τους/ τα φρένα και τα γκάζια τους/ κι η Ελλάδα ν’ αρμενίζει/ με μιαν ελπίδα κόσκινο») και αδιαλείπτως ποιητικά ανατρεπτικός («Τα δεσμά σου θα λιμάρω/ μ’ ένα τριαντάφυλλο»).
Εκτός όμως από αυτά τα «δάνεια» και τις επιρροές αρκετοί δικοί του στίχοι, κατορθώνει να φαντάζουν, θα λέγαμε, ανώνυμου δημιουργού, σαν να είναι συνθετικό έργο ολόκληρων γενεών, δημιούργημα της λαϊκής μας σοφίας.
Κι αυτό εξαιτίας των πολλών αφορισμών τους οποίους συνηθίζει να βάζει στις κατακλείδες των στροφών του, των διδακτικών παραινέσεων και του επιγραμματικού χαρακτήρα των δίστιχών του, που θυμίζουν μαντινάδες).

Μερικοί χαρακτηριστικοί στίχοι:

«Όσο μακραίνω απ’ το γκρεμό/ Τόσο ο γκρεμός με θέλει»
«Ο χρόνος είναι του Θεού κι ο πόνος του ανθρώπου»
«Στου Χάρου τις λαβωματιές βότανα δεν χωρούνε»
«Ό,τι κερδίζω στ’ όνειρο το χάνω στη ζωή»
«Όποιες λέξεις κι αν διαλέξεις τ’ όνειρο το καις»
«Πουλιά είναι οι έρωτες και δέντρα οι καημοί»
«Το χώμα ξεδιψά η βροχή και το Θεό η προσευχή»
«Ο μοναχός μοιράζεται τη μοναξιά με τ’ άστρα»
«Πίνω θάνατο κι αγάπη απ’ το ίδιο το ποτήρι»
«Δώσε μου την αρμύρα σου και πάρε τη βροχή μου»
«Αλλού ματώνει η ομορφιά κι αλλού το αίμα στάζει»

Οι συνεργασίες του με τον Σωκράτη Μάλαμα , τον Μίλτο Πασχαλίδη, τον Δημήτρη Ψαρρά, τους Χαρη κα Πάνο Κατσιμίχα, τον Βασίλη Παπακωνταντίνου, η τελευταία του εν ζωή συνεργασία του με τον Μπάμπη Στόκα,  καθώς και τη μεταθανάτια δισκογραφική του παρουσία στο δίσκο  του συγκροτήματος Αρμός, συγκλίνουν στο μεγαλύτερό τους μέρος πάνω στο είδος αυτό του λόγου.

Δεν λείπουν ασφαλώς και οι στίχοι που σχολιάζουν με τον δικό του τρόπο την εποχή:
«Βγαίνουν στην άγρα της TV τα συνεργεία/ όλα είναι ζήτημα τιμής σ’ αυτόν τον κόσμο/ τα όνειρά μου κατεβαίνουν σ’ απεργία/ άσωτοι άγγελοι μου δείχνουνε το δρόμο» και που σκιαγραφούν πρόσωπα και καταστάσεις: «Τα μάρμαρα στο φως αντιφεγγίζουν/ σε ποιο ταξίδι σ’ έχω ξαναδεί/ τυφλά πουλιά το τζάμι μου ραμφίζουν/ το πλένει στα φανάρια ένα παιδί/ κι ένας τελάλης σ’ έρημη πλατεία/ τριάντα χρόνια ψάχνει την αιτία» («Αγύριστο κεφάλι»), τραγούδι που με υπότιτλο «Μάης του ΄98» το οποίο αναφέρεται εμμέσως στον «τελάλη» της Κομοτηνής, Θανάση Γκαϊφύλλια, στα «αγύριστα κεφάλια» Μίλτο Πασχαλίδη και στον εαυτό του, καθώς και στα γεγονότα της διάλυσης της Γιουγκοσλαβίας…

 

Της θάλασσας τα μάγια…  

Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός το πώς κατορθώνει εν γένει ο Αλκαίος να «ταξιδέψει» με τους στίχους του όντας ο ίδιος «σχεδόν τριάντα χρόνια εθελούσια αποκλεισμένος σε δυο δωμάτια, ένα στην Κάτω Κηφισιά και ένα στην Πάργα», όπως γράφει ο Πασχαλίδης, πώς δημιουργεί σαν να είναι πολίτης του κόσμου και πώς περιγράφει τα γεγονότα σαν να είναι αυτόπτης μάρτυρας. Η παρουσία της θάλασσας και του ταξιδιού ερμηνεύεται από το βαθύ στίγμα που έχει αφήσει μέσα του η αγαπημένη του Πάργα.

Όπως ο ίδιος ο Αλκαίος είχε γράψει:
«Στους φίλους μου καλλιτέχνες όταν με ρωτούν για την καταγωγή μου, απαντώ ότι ο μεν Βαγγέλης [Λιάρος] είναι γέννημα Κοκκινιώτης και θρέμμα Παργινός, ο δε Άλκης [Αλκαίος] είναι γέννημα και θρέμμα Παργινός. Την Πάργα άλλωστε «περιέχουν» όλα μου τα τραγούδια κι ας είναι μόνο ένα απ’ αυτά που την αναφέρει ρητά (είναι η “Άνοιξη της Πάργας”) γιατί επί 45 χρόνια απ’ αυτήν φεύγω και σ’ αυτήν επιστρέφω κάθε καλοκαίρι. Γιατί η Πάργα μας είναι η νιότη μου, ο έρωτάς μου, το ταξίδι μου και η Ιθάκη μου».

Τραγούδι του Οδυσσέα Ιωάννου αφιερωμένο στον Άλκη Αλκαίο: 

Ο Άλκης Αλκαίος κληροδότησε στους φίλους του συνθέτες και τραγουδοποιούς αρκετό ανέκδοτο υλικό.
Το σίγουρο πάντως είναι πως ο Άλκης Αλκαίος «ήταν ένας σπουδαίος ποιητής που παρίστανε τον στιχουργό», όπως λέει ο πιο στενός φίλος και συνοδοιπόρος του, Θάνος Μικρούτσικος.

Πηγή: Music Paper

Διαβάστε στη «ΜτΧ»: Ο άγνωστος Δημήτρης Μητροπάνος. Γνώρισε τον εξόριστο πατέρα του όταν ήταν 29 ετών. Οι αποβολές από τα σχολεία και η στενή σχέση με τον Γιώργο Ζαμπέτα 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here