Από την πρώτη στιγμή της κήρυξης του ελληνοϊταλικού πολέμου δεν επιστρατεύθηκαν μόνο φαντάροι, αλλά και χιλιάδες ζώα από τις πόλεις και την ύπαιθρο. Άνθρωποι και ζώα έγιναν αχώριστοι σύντροφοι, μοιράστηκαν κακουχίες, πείνα, ακόμη και το θάνατο.

Η έλλειψη οχημάτων και το δύσβατο έδαφος της Ηπείρου ήταν οι βασικοί λόγοι που χρησιμοποιήθηκαν χιλιάδες ζώα στον ελληνοϊταλικό πόλεμο. Από την πρώτη στιγμή, παράλληλα με την επιστράτευση φαντάρων έγινε επίταξη χιλιάδων ζώων. Άλογα, γαϊδούρια και μουλάρια έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στο αλβανικό μέτωπο και έπεσαν ηρωικά από βολές ή από τις κακουχίες στο μέτωπο της Αλβανίας.

Οι ιδιοκτήτες ζώων από την Αθήνα, οι μανάβηδες που γύριζαν με τα ζώα τους, οι λίγες καρότσες που είχαν απομείνει τότε και έσερναν άλογα, όλοι οδήγησαν τα άλογά, τα μουλάρια και τα γαϊδούρια τους στο άλσος Παγκρατίου.
Ταξινομήθηκαν και όσα ήταν ικανά για να συνοδεύσουν το στρατό, επιτάχθηκαν και έφυγαν μαζί με τους φαντάρους για το μέτωπο. Σύμφωνα με τις επίσημες στρατιωτικές πηγές, επιτάχθηκαν περίπου 150.000 άλογα και μουλάρια.

Στα χωριά, η επίταξη των ζώων εξελίχθηκε σε δράμα. Το μουλάρι και το άλογο για τον έλληνα αγρότη, ήταν μέσο επιβίωσης καθώς έτσι καλλιεργούσε τη γη.
Ακόμη και όσοι δούλευαν μεροκάματο στις οικοδομές, αν είχαν ζώο έπαιρναν διπλό μισθό. Η επίταξη είχε μεγάλο κόστος, αλλά προτεραιότητα ήταν η υπεράσπιση της χώρας.
Στα τρένα και στα αμπάρια των πλοίων, άνθρωποι και ζώα φορτώθηκαν μαζί. Ο αποχωρισμός τους ήταν συγκινητικός, αφού έκλαιγαν όχι μόνο οι ιδιοκτήτες που τα αποχωρίζονταν, αλλά και τα ζώα που ήταν δεμένα με τα αφεντικά τους. Όσα προέρχονταν από τα νησιά έπρεπε να μεταφερθούν με πλοία. Οι στιγμές που εκτυλίσσονταν ήταν συγκλονιστικές. Γερανοί τα έδεναν, τα φάσκιωναν και τα ανέβαζαν, ενώ δεν έλειψαν και τα ατυχήματα. Σύμφωνα με μαρτυρίες, ενίοτε τα σκοινιά κόβονταν και τα ζώα έπεφταν στην προβλήτα. Οι αναχωρήσεις γίνονταν από παντού. Τον Πειραιά, τη Χαλκίδα, την Πάτρα, όπου υπήρχε λιμάνι.

Οι μουλαράδες

Ως ημιονηγοί επιλέγονταν άτομα, συχνά λόγω πολιτικών φρονημάτων ή μεγαλύτερης ηλικίας. Οι μουλαράδες εκτός από το να οδηγούν τα μουλάρια, μετέφεραν πυρομαχικά αλλά και τους βαριά τραυματισμένους. Στην αρχή επέλεγαν να γίνουν ημιονηγοί για να αποφύγουν να στρατευθούν στην πρώτη γραμμή του πολέμου. Γρήγορα ωστόσο  διαπίστωσαν ότι δεν ήταν καθόλου εύκολη υπηρεσία καθώς τελικά ήταν εκτεθειμένοι στον εχθρό.
Οι μουλαράδες ήταν παράλληλα από τα πρώτα θύματα των ιταλικών αεροπορικών επιδρομών. Ο ελληνικός στρατός δεν διέθετε μηχανοκίνητα μέσα, άρα τα αεροπλάνα κυνηγούσαν τις φάλαγγες των μουλαριών.

Επίσης δεν ήταν όλοι εξοικειωμένοι με τα ζώα. Αν οι μουλαράδες ήταν άνθρωποι της φύσης, του χωριού και της αγροτιάς ήξεραν πώς να τα μεταχειριστούν.
Αν όμως ζούσαν στην πόλη, δεν είχαν καμιά εμπειρία. Τοποθετούσαν λάθος τα σαμάρια με αποτέλεσμα να πληγώνουν τα ζώα. Αυτά δεν μπορούσαν να περπατήσουν πληγωμένα και σιγά σιγά αποδεκατίζονταν.
Στα χιονισμένα βουνά της Αλβανίας, τα ζώα γλιστρούσαν σε χαράδρες, βούλιαζαν στη λάσπη, πέθαιναν από το κρύο ή από την πείνα. Η απώλεια του ζώου ήταν πολύ σημαντική για όλη την διμοιρία και φυσικά για τον ημιονηγό. Όχι μόνο γιατί το είχε χρεωθεί αλλά και γιατί είχε δεθεί μαζί του.
Ως ημιονηγοί του ελληνικού στρατού υπηρέτησαν, προφανώς λόγω αριστερού παρελθόντος, ο ποιητής Νίκος Καββαδίας και ο ηθοποιός Μάνος Κατράκης.
Οι στρατεύσιμοι από τα χωριά είχαν το δικαίωμα να φέρουν μαζί το ζώο τους, συνήθως το μουλάρι τους. Το ιδιαίτερο συναισθηματικό δέσιμο έκανε πολύ βαριά και την απώλεια του ζώου. Πάρα πολλοί άφησαν μαζί με τα ζώα τους και τα κόκαλά τους στο μέτωπο.

Μαρτυρία του Κωνσταντίνου Λιανού από το Παλαιοχώρι Φθιώτιδας, Στρατιώτη του 5/42 Τάγματος Ευζώνων Λαμίας (Αρχείο Απόστολου Μπρέντα)

“Πως δεν τα λυπόμασταν. Τα φροντίζαμε καλύτερα κι απ’ τον εαυτό μας. Δεν τα λυπόμασταν αφού σ’ αυτά ήταν η ζωή μας. Όχι μόνο η δική μας η ζωή, η ζωή όλου του στρατού. Τα περιποιούμασταν καλύτερα απ’ τον εαυτό μας. Ψάχναμε μέσα στα δέντρα μέσα στα πουρνάρια να βρούμε έστω και μια χεριά χορταράκι να τους δώσουμε να φάνε…Τραυματίζονταν τα ζώα. Ο Θεός μου έδωσε μεγάλη αντίληψη και κουβάλαγα πάντα μαζί μου σίκαλη, άλλο τίποτα δε βρίσκαμε, ξερή σίκαλη κουβάλαγα μαζί μου, χεράδες σίκαλη και γέμιζα τα σαμάρια τους μέσα και τα φρόντιζα και έτσι πολλά ζώα γλύτωσα. Για να έχουν μαλακό (μέρος να μην πιέζονται)”… Εγώ ευτυχώς το περιποιούμουν πολύ ένα άλογο που είχα και μ’ έβγαλε καλά μέχρι το Μάρτιο μήνα. Μάρτιο μήνα περνάγαμε μέσα στο ποτάμι αυτό που ερχόταν από το Καλαράτες κι αυτό είχε πολύ νερό και κρύο νερό παγωμένο νερό και παραπάτησε το καημένο μέσα στο ποτάμι. Κι έπεσε μέσα στο ποτάμι. Έτρεξα εγώ και το έβγαλα, έβγαλα πρώτα το φορτίο που είχε, πυρομαχικά είχαμε φορτωμένα, έβγαλα τα πυρομαχικά και το γλίτωσα, αλλά το είχε πιάσει τρεμούλα, το πάγωσε το κρύο νερό και ψόφησε. Μετά πήρα ένα άλλο άλογο κι εκείνο το κράτησα, το έζησα και το έφερα εδώ. Δούλεψε στο στρατό και το έφερα μέχρι εδώ…
Και είχαμε πάρει και πολλά τρόφιμα από τους Αλβανούς για τα ζώα. Γιατί ζώα είχανε κι αυτοί. Τα είχαν κρύψει τα ζώα τους απάνω στα βουνά… Το βόρειο μέρος του βουνού που θα κατεβαίναμε κάτω, το μονοπάτι ήταν όλο παγωμένο. Είχε χιόνι παγωμένο, δεν μπορούσαν να πατήσουν τα ζώα να κατεβούνε κάτω, γλιστράγανε και θα μας σκοτώνονταν. Τότε λοιπόν σκέφτηκα εγώ, γιατί πάντα είχα τέτοιες εμπειρίες, θα μείνουν 2 στρατιώτες να φυλάνε τα ζώα και 4 στρατιώτες θα τα κατεβάζουμε ένα – ένα κάτω από τον παγωμένο δρόμο. Έπρεπε να πάμε περί τα 200 μέτρα, μετά δεν υπήρχε κίνδυνος. Πιάναμε ένα – ένα ζώο, ο ένας το έσπρωχνε από μπροστά από το κεφάλι, απ’ την καπιστράνα δηλαδή, 2 βοηθάγανε το φορτίο, κρατάγανε το φορτίο και ένας τράβαγε απ’ την ουρά πίσω το ζώο και σιγά-σιγά λοιπόν, ένα-ένα τα κατεβάσαμε κάτω. Γυρίζαμε πίσω και παίρναμε και τ’ άλλο. Έτσι τα κατεβάσαμε κάτω όλα τα ζώα και καταφέραμε και περάσαμε με πολύ μεγάλη δυσκολία… Τραυματίζονταν τα ζώα. Ο Θεός μου έδωσε μεγάλη αντίληψη και κουβάλαγα πάντα μαζί μου σίκαλη, άλλο τίποτα δε βρίσκαμε, ξερή σίκαλη κουβάλαγα μαζί μου, χεράδες σίκαλη και γέμιζα τα σαμάρια τους μέσα και τα φρόντιζα και έτσι πολλά ζώα γλύτωσαν. Για να έχουν μαλακό (μέρος να μην πιέζονται)…”. 

Οι στρατιώτες δεν μπορούσαν να σκοτώσουν το τραυματισμένο τους ζώο ή να το αφήσουν έρμαιο των λύκων και των τσακαλιών. Σε πολλές όμως περιπτώσεις, η πείνα αποδείχθηκε δυνατότερη από τα συναισθήματα. Ετοιμοθάνατα ή νεκρά ζώα καταναλώθηκαν από πεινασμένους φαντάρους, που έδιναν τον αγώνα για την ελευθερία.

Διαβάστε επίσης: 25 Οκτωβρίου 1940. Οι Ιταλοί οριστικοποιούν την ημερομηνία επίθεσης κατά της Ελλάδας και στήνουν προβοκάτσια με μεθοριακό επεισόδιο στην Αλβανία. Στην Αθήνα προσπαθούν να παραπλανήσουν και παρουσιάζουν όπερα με καλεσμένο τον γιο του Πουτσίνι…

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here