Υπολογίζεται ότι 380.000 άνδρες του αυτοκρατορικού στρατού της Γαλλίας άφησαν την τελευταία τους πνοή στις αχανείς ρωσικές εκτάσεις.

Μετά την αποτυχία της συμμαχίας του με τον Αλέξανδρο Α΄, ο Ναπολέων αποφάσισε να εξουδετερώσει τον ρωσικό κίνδυνο καταλαμβάνοντας την αυτοκρατορία του Τσάρου. Στις 23 Ιουνίου 1812, φόρεσε τη στολή ενός Πολωνού αξιωματικού και κάλπασε μέχρι τον Νιεμέν, τον ποταμό που όριζε τα σύνορα με τη Ρωσία, για να κάνει αναγνώριση. Από το σπίτι ενός γιατρού παρατήρησε τη ρωσική πόλη Κόβνο στην απέναντι όχθη.
Καθώς κάλπαζε, το άλογο σκόνταψε και έριξε κάτω τον βραχύσωμο αυτοκράτορα.
Το συμβάν ήταν ασήμαντο, αλλά κάποιος από τη συνοδεία του ψιθύρισε: «ένας Ρωμαίος θα γύριζε πίσω»!

Η εκστρατεία

Το εγχείρημα ονομάστηκε «δεύτερη εκστρατεία της Πολωνίας», η οποία ήταν το μήλο της έριδος. Όμως, ο αντικειμενικός στόχος ήταν η Μόσχα.

Ο Ναπολέων είχε συγκεντρώσει 700.000 άνδρες εκ των οποίων οι 300.000 ήταν Γάλλοι νεοσύλλεκτοι, ενώ οι υπόλοιποι 400.000 μια Βαβέλ εν κινήσει, ένα συνονθύλευμα από διάφορους στρατούς.
Ο εισβολέας είχε μπροστά του τέσσερις οδούς:
τον δρόμο του νότου προς το Μπρεστ Λίτοφσκ, ακολουθούσε τον Πρίπετ ως τη συμβολή του με τον Δνείπερο, ανηφόριζε προς το Κίεβο και έστριβε προς βορρά μέχρι τη Μόσχα. Οι δύο δρόμοι στο κέντρο συνέκλιναν προς τη Μόσχα, ο ένας από το Γκροντίνο, το Μινσκ και το Σμόλενσκ και ο άλλος από το Βιτέμπσκ για τη Βίλνα.
Ο τέταρτος δρόμος οδηγούσε στην Πετρούπολη από το Τιλσίτ και τη Βίλνα.

Υπολογίζεται ότι 380.000 άνδρες του αυτοκρατορικού στρατού της Γαλλίας άφησαν την τελευταία τους πνοή στις αχανείς ρωσικές εκτάσεις. Wikimedia Commons

Οι Ρώσοι είχαν οργανώσει δύο γραμμές άμυνας: Η πρώτη επί του Ντβίνα από το Ντούναμπουργκ μέχρι το Βιτέμπσκ και η δεύτερη κατά μήκος του Δνείπερου, από το Σμόλενσκ ως το Ρογκάσεβ.

Ο Ναπολέων προήλαυνε ανάμεσά τους για να τις εμποδίσει να ενωθούν και σκόπευε να συγκλίνει πλαγίως και να τις πλήξει χωριστά.
Το σχέδιο απαιτούσε ταχύτητα, αλλά η πορεία της Μεγάλης Στρατιάς ήταν αργή, εξαιτίας του βαρύτατου χειμώνα, με συνέπεια να αρχίσουν γρήγορα οι απώλειες.
Χιλιάδες άλογα πέθαναν από έλλειψη σανού, ενώ οι 400.000 άνδρες του στρατού εισβολής είχαν μείνει 225.000. Η ατέλειωτη φάλαγγα αραίωνε όσο προχωρούσε, με δεδομένο ότι χάνονταν κάθε μέρα περισσότεροι από 5.000 άνδρες χωρίς μάχη.
Μεγάλες απώλειες υπέστη και η «αήττητη φρουρά» που αριθμούσε πλέον 28.000 άνδρες, από 37.000 στην αρχή.

Ήταν η απόλυτη επιβεβαίωση της δήλωσης του πρίγκηπα Ροστοπσίν στον Τσάρο, ότι η αυτοκρατορία του διαθέτει δύο ισχυρές άμυνες: την έκταση και το κλίμα.

Η σφαγή του Μποροντίνο

Οι Γάλλοι νίκησαν τους Ρώσους στο Μοχίλεβ, αλλά ο στρατηγός Μπαγκράτιον κατάφερε να ξεφύγει από τον αδελφό του Ναπολέοντα, Ιερώνυμο και γλίτωσε τη συντριβή. Στις 3 Ιουλίου ο Ναπολέων άρχισε νέα πορεία προς το Βιτέμπσκ, αλλά όταν έφτασε στις 24 του μηνός, οι καταρρακτώδεις βροχές είχαν μετατρέψει τους χωματόδρομους σε λάσπη.

Στις 18 Αυγούστου ο στρατός του Ναπολέοντα κατέλαβε το Σμόλενσκ, το οποίο οι Ρώσοι είχαν εγκαταλείψει βάζοντας φωτιές παντού και οι Γάλλοι στρατιώτες έτρεχαν να τις σβήσουν. Ο αυτοκράτορας διέταξε προέλαση στη Μόσχα.

Οι Ρώσοι τον περίμεναν στο Μποροντίνο, περίπου 100 χλμ πριν από την πρωτεύουσα και έστησαν οχυρώσεις σε μήκος τριών χιλιομέτρων, με σημαντικότερη το «Μεγάλο Προπύργιο». Οι δύο πλευρές αντιπαρέταξαν σχεδόν 130.000 άνδρες η κάθε μία.

Ο Ναπολέων διέταξε επίθεση κατά μέτωπο και γύρω από το «Μεγάλο Προπύργιο» διεξάγεται η πιο αιματηρή μάχη του 19ου αιώνα.
Όπως μαρτυρούσε αργότερα ένας μαχητής: «η είσοδος, οι τάφροι και, το εσωτερικό του οχυρωματικού έργου είχαν εξαφανισθεί κάτω από ένα λόφο νεκρών και ετοιμοθάνατων, ένα λόφο πάχους έξι ως οκτώ ανδρών, που ήταν στοιβαγμένοι ο ένας πάνω στον άλλον».

Οι Ρώσοι άφησαν στο πεδίο της μάχης 45.000 άνδρες, αλλά υποχώρησαν συντεταγμένα. Παρά την απώλεια 10.000 Γάλλων, ο στρατηγός Νέυ ονομάστηκε «πρίγκηπας του Μόσκοβα». Στο αντίπαλο στρατόπεδο, ο Τσάρος προβίβασε τον στρατηγό Κουτούζωφ σε στρατάρχη.

Ο γαλλικός στρατός μπήκε στην έρημη Μόσχα στις 13 Σεπτεμβρίου. Wikimedia Commons

Η κατάληψη της Μόσχας και η άτακτη υποχώρηση

Ο γαλλικός στρατός μπήκε στην έρημη Μόσχα στις 13 Σεπτεμβρίου. Πριν από την εκκένωση, ο πρίγκηπας Ροστοπσίν άνοιξε τις πύλες των φυλακών και αφού πήρε μαζί του τις πυροσβεστικές αντλίες, άφησε τους κρατούμενους να πυρπολήσουν την πόλη. Από τα 9.300 σπίτια και τα 800 μαγαζιά παρέμειναν κατοικήσιμα μόλις 2.000 σπίτια και ανέπαφο το Κρεμλίνο.

Ο Ναπολέων περιμένει προτάσεις ειρήνης που δεν έρχονται ποτέ και δεν μπορεί να κάνει πίσω, γιατί θα δώσει μήνυμα ανατροπής σε όλη την Ευρώπη. Μετά από περίπου 40 ημέρες παίρνει τη μεγάλη απόφαση της επιστροφής. Η «Μεγάλη Στρατιά» που αριθμεί ακόμη 100- 140.000 άνδρες, εφοδιάστηκε με τρόφιμα για 15 ημέρες, ενώ στη Μόσχα παρέμεινε μια φρουρά 10.000 στρατιωτών που θα ακολουθούσε αργότερα.

Μια νέα τραγωδία αρχίζει για τον γαλλικό στρατό.

Ο Κουτούζωφ είχε φράξει τη νότια οδό προς την εύφορη περιοχή της Καλούγκα και η πορεία της υποχώρησης κατευθύνθηκε προς το Σμόλενσκ.
Το θερμόμετρο στις 8 Νοεμβρίου έδειχνε 18 βαθμούς υπό το μηδέν. Ακόμη και οι Ρώσοι χάνουν τους μισούς τους άνδρες, αλλά η στρατιά του Ναπολέοντα, που δεν είχε υποστεί ούτε μια σοβαρή ήττα στο πεδίο της μάχης, κυριολεκτικά αποδεκατίζεται.

Στη διάβαση του ποταμού Μπερεζίνα, Κοζάκοι επιτίθενται και εξοντώνουν τις οπισθοφυλακές που περίμεναν να στηθούν γέφυρες, πάνω από τα παγωμένα νερά. Οι χωρικοί γίνονται αντάρτες και φθείρουν το στράτευμα με σκληρό κλεφτοπόλεμο.

Από τις 25 έως τις 29 Νοεμβρίου, οι Κοζάκοι εξόντωσαν 9.000 Γάλλους που περίμεναν να περάσουν τον Μπερέζινα. Wikimedia Commons

Τρεις ρωσικές στρατιές σφίγγουν σαν τανάλια τους 65.000 Γάλλους που έχουν απομείνει, εκ των οποίων μόνο οι 28.000 κρατούν όπλο.

Στις 5 Δεκεμβρίου ο Ναπολέων εγκαταλείπει τους άντρες του για να τρέξει στο Παρίσι, όπου τον Οκτώβριο, είχε γίνει απόπειρα πραξικοπήματος από τον στρατηγό Μαλέ. Ο αρχηγός του γενικού επιτελείου τηλεγραφεί στον Βοναπάρτη: «Μεγαλειότατε, οι στρατός δεν υφίσταται πλέον».

Μετά από μια φονική νύχτα που το κρύο θανάτωσε τους 12.000 από τους 15.000 άνδρες μιας μεγάλης μονάδας, το κύριο σώμα της Μεγάλης Στρατιάς αποτελείτο από 3.000 άνδρες της μεραρχίας Λουαζόν και περίπου 1.000 άνδρες της φρουράς. Είχαν χαθεί 380.000 άνδρες και άλλοι 100.000 βρίσκονταν στα χέρια του εχθρού.

Η εκστρατεία της Ρωσίας είχε τελειώσει και άρχιζε η αντίστροφη μέτρηση για το Βατερλώ.
Έναν αιώνα και πλέον αργότερα, ο ρωσικός χειμώνας, η αχανής χώρα και η ανδρεία του ρωσικού λαού θα τιμωρούσε σκληρά άλλον ένα εισβολέα. Τον Χίτλερ.

Πηγή χαρακτηριστικής εικόνας: Wikimedia Commons 

Διαβάστε στη «ΜτΧ»: Βατερλό, η ολοκληρωτική ήττα του Ναπολέοντα από τον βρετανό Δούκα του Ουέλινγκτον. Γιατί η μάχη έγινε συνώνυμο της καταστροφής και της αποτυχίας 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here