Πώς το Ισραήλ αντιμετώπισε πέντε αραβικά κράτη το 1948. Το σχέδιο του ΟΗΕ για διχοτόμηση της Παλαιστίνης (χάρτες)

Πώς το Ισραήλ αντιμετώπισε πέντε αραβικά κράτη το 1948. Το σχέδιο του ΟΗΕ για διχοτόμηση της Παλαιστίνης (χάρτες)

15 Μαΐου 1948, μία ημέρα μετά την ίδρυση του κράτους του Ισραήλ. Πέντε αραβικά κράτη (Αίγυπτος, Υπεριορδανία, Συρία, Λίβανος και Ιράκ) εξαπέλυσαν επίθεση εναντίον των Ισραηλινών. Ήταν η αρχή του Α’ Αραβοϊσραηλινού Πολέμου.

Αν και οι επιδιώξεις των πέντε αραβικών χωρών ήταν διαφορετικές, όλες συμφωνούσαν στο ότι δεν αποδέχονταν την ύπαρξη του ισραηλινού κράτους στην περιοχή της Παλαιστίνης, έκτασης περίπου 26.000 τ. χλμ..

Σε αυτήν την περιοχή συνυπήρχαν για αιώνες Εβραίοι και Άραβες, αλλά τόσο επί Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (1516-1918) όσο και επί Βρετανικής Διοίκησης (1920-1948), το μουσουλμανικό στοιχείο ήταν πολυπληθέστερο. Όταν έμαθαν για τη δημιουργία του Ισραήλ, θέλησαν να συντρίψουν το σχέδιο εν τη γενέσει του.

Οι συγκρούσεις που ακολούθησαν μεταξύ Ισραηλινών και Αράβων ήταν σφοδρές και αιματηρές. Οι πρώτοι έκαναν λόγο για “πόλεμο της ανεξαρτησίας” εναντίον των “Αράβων εισβολέων”, ενώ οι δεύτεροι για “Νάκμπα” (“καταστροφή”), η οποία οδήγησε 700.000 Παλαιστίνιους στην προσφυγιά.

Το τέλος του Α’ Αραβοϊσραηλινού Πολέμου “γράφτηκε” το πρώτο εξάμηνο του 1949 με τις λεγόμενες ανακωχές της Ρόδου. Όμως η ειρήνη στην Παλαιστίνη δεν έπαψε ποτέ να αποτελεί ζητούμενο, δεδομένου ότι και οι δύο πλευρές απέκλειαν εκ των προτέρων το ενδεχόμενο συνύπαρξης.

israeli_soldiers_afula

Ισραηλινοί στρατιώτες σε θέση μάχης στην πόλη Αφούλα. Πηγή εικόνας: Wikipedia

Το ευρύτερο πλαίσιο και η βρετανική αρμοστεία

Στα τέλη του 19ου αιώνα, το σιωνιστικό κίνημα γνώρισε μεγάλη ανάπτυξη. Εδραίωσε την πεποίθηση στους Εβραίους ότι η επιστροφή (αλίγια) στην αρχέγονη πατρίδα τους και η δημιουργία ανεξάρτητου κράτους ήταν μονόδρομος, προκειμένου να επιβιώσουν από τον κατατρεγμό.

Η πεποίθηση αυτή γιγαντώθηκε μετά την άνοδο του Χίτλερ στη Γερμανία και το Ολοκαύτωμα στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η πρώτη αλίγια πραγματοποιήθηκε το 1882, αλλά τα κύματα μετανάστευσης αυξήθηκαν κατακόρυφα από τη δεκαετία του 1920 και μετά.

Το 1922, ο αραβικός πληθυσμός της Παλαιστίνης ήταν περίπου 600.000, ενώ ο εβραϊκός δεν ξεπερνούσε τους 84.000.

Εκείνη την εποχή, η Παλαιστίνη τελούσε υπό βρετανική διοίκηση. Η απόφαση πάρθηκε από την Κοινωνία των Εθνών (ΚτΕ) στον απόηχο της κατάρρευσης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας μετά το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Οι Βρετανοί υποσχέθηκαν από τη μία στους Άραβες ότι θα υποστήριζαν το αίτημά τους για τη δημιουργία ανεξάρτητου κράτους και από την άλλη στους Εβραίους ότι θα συνέδραμαν στη δημιουργία της πολυπόθητης εβραϊκής εστίας.

Οι σχέσεις, όμως, μεταξύ Βρετανών και Εβραίων επιδεινώνονταν όσο περνούσαν τα χρόνια. Από τον Οκτώβριο του 1945, οι παραστρατιωτικές οργανώσεις Χαγκάνα, Ιργκούν και Λέχι οργάνωναν ξεχωριστά ή από κοινού επιθέσεις δολιοφθοράς εναντίον βρετανικών υποδομών και ενθάρρυναν την παράνομη μετανάστευση προς την Παλαιστίνη.

Το σχέδιο του ΟΗΕ για τα δύο κράτη

Οι Βρετανοί δεν μπορούσαν πλέον να ελέγξουν την αραβοϊσραηλινή βία. Μία ύστατη προσπάθεια για την επίλυση του Παλαιστινιακού έπεσε στο κενό και το Φεβρουάριο του 1947, αποφάσισαν να μεταθέσουν την επίλυση του ζητήματος στον νεοσύστατο τότε ΟΗΕ.

Στις 29 Νοεμβρίου 1947, η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ υιοθέτησε πρόταση της Ειδικής Επιτροπής των Ηνωμένων Εθνών για την Παλαιστίνη (UNSCOP), η οποία τασσόταν υπέρ της διχοτόμησης της Παλαιστίνης σε δύο κράτη: ένα εβραϊκό και ένα αραβικό.

Μία πρόταση που επίσης εκπονήθηκε από την επιτροπή, αλλά απορρίφθηκε ως μειοψηφούσα, έκανε λόγο για σχηματισμό ενός ενιαίου ομοσπονδιακού κράτους που θα αποτελείτο από αυτόνομες εβραϊκές και παλαιστινιακές περιοχές.

Το τελικό σχέδιο προέβλεπε το 56,47% της βρετανοδιοικούμενης Παλαιστίνης για το κράτος του Ισραήλ και το 42,88% για τους Παλαιστίνιους, συμπεριλαμβανομένης της Λωρίδας της Γάζας.

Η πόλη της Ιερουσαλήμ, η οποία ανέκαθεν ήταν το “μήλον της Έριδος” για Εβραίους και μουσουλμάνους, θα βρισκόταν υπό διεθνή έλεγχο ως “ξεχωριστή οντότητα” (“corpus separatum“).

Το σχέδιο διχοτόμησης, που έμεινε γνωστό ως “Ψήφισμα 181“, εγκρίθηκε με 33 ψήφους υπέρ, ανάμεσά τους και η Σοβιετική Ένωση, 13 κατά και 10 αποχές. Η Βρετανία και η Κίνα απείχαν, η Ελλάδα και η Τουρκία ήταν ανάμεσα στις χώρες που ψήφισαν “όχι” και ορισμένα κράτη, όπως η Λιβερία και οι Φιλιππίνες, είπαν “ναι” μετά από έντονες πιέσεις των ΗΠΑ.

collage_sxedio_ohe_gia_palaistinh_1947_xartes

Απεικόνιση του σχεδίου του ΟΗΕ για τη διχοτόμηση της Παλαιστίνης. Στον αριστερό χάρτη, με μπλε χρώμα τα εδάφη του προτεινόμενου ισραηλινού κράτους και με σκούρο κίτρινο αυτά του προτεινόμενου παλαιστινιακού. Πηγές: Wikipedia και βιβλίο Γιάννη Σακκά “Το Παλαιστινιακό

Η εβραϊκή πλευρά αποδέχθηκε το λεγόμενο “Ψήφισμα 181“, όχι όμως και η αραβική, η οποία το ερμήνευσε ως μια κίνηση ευρωπαϊκού αποικισμού και εξάλειψης του μουσουλμανικού στοιχείου από τη Μέση Ανατολή.

Όπως αναφέρουν οι ιστορικοί, το σχέδιο διχοτόμησης του ΟΗΕ ήταν μια ευκαιρία που οι Παλαιστίνιοι απώλεσαν, αλλά όχι εντελώς αβάσιμα.

Το σχέδιο έδινε στο αραβικό κράτος μόνο 42,88% του παλαιστινιακού εδάφους, τη στιγμή που οι Παλαιστίνιοι Άραβες αποτελούσαν τα 2/3 του πληθυσμού και ήλεγχαν το 93% του εδάφους“, αναφέρει ο ιστορικός Γιάννης Σακκάς.

Στα χέρια των Εβραίων εποίκων θα περνούσαν οι γονιμότερες αγροτικές περιοχές γύρω από τη λίμνη Τιβεριάδα και παραλιακά από το Τελ Αβίβ έως τη Χάιφα και την κοιλάδα του Εσδρελόν, αφήνοντας στους Παλαιστίνιους αφιλόξενες ερήμους, πετρώδεις εκτάσεις και άγονους λόφους.

Η Γιάφα, το ιστορικό παλαιστινιακό λιμάνι, θα ήταν αποκλεισμένη […] ενώ η κατοχή της ερήμου της Νεγευής, στην οποία κατοικούσαν Άραβες νομάδες, θα προσέφερε στο Ισραήλ άλλη μία διέξοδο προς τη θάλασσα“, συμπληρώνει ο κ. Σακκάς.

Πώς έγειρε η πλάστιγγα υπέρ του Ισραήλ

Μετά την απόρριψη του σχεδίου του ΟΗΕ, οι συγκρούσεις μεταξύ Εβραίων και Αράβων στην Παλαιστίνη δεν άργησαν να ξεσπάσουν. Στις 30 Νοεμβρίου 1947, Άραβες έστησαν ενέδρα ενός λεωφορείου που μετέφερε Εβραίους επιβάτες από την πόλη Νετάνια στην Ιερουσαλήμ.

Στις 14 Μαΐου 1948, το ανώτατο σιωνιστικό συμβούλιο ανακήρυξε την ανεξαρτησία του Ισραήλ και όρκισε πρόεδρο τον Χάιμ Βάιζμαν και πρωθυπουργό τον σιωνιστή ηγέτη, Δαβίδ Μπεν-Γκουριόν. Οι Άραβες δεν αποδέχθηκαν το νεοσύστατο κράτος και τις πρώτες πρωινές ώρες της 15ης Μαΐου πήραν τα όπλα.

Τις πρώτες εβδομάδες μετά την εισβολή, οι Άραβες σημείωσαν σημαντικές επιτυχίες, φέρνοντας τον ισραηλινό στρατό στα πρόθυρα της κατάρρευσης. Η Αίγυπτος εξαπέλυσε αεροπορική επίθεση στο Τελ Αβίβ. Δυνάμεις από την Υπεριορδανία, το Ιράκ, τη Συρία και τον Λίβανο κατέλαβαν περιοχές στη νότια και ανατολική Παλαιστίνη.

1948_Arab_Israeli_War_map

Χάρτης που απεικονίζει τις επιθέσεις που δέχθηκε το Ισραήλ από τις 14-15 Μαΐου έως τις 10 Ιουνίου 1948. Πηγή: Wikipedia

Οι συγκρούσεις παρομοιάστηκαν με τη βιβλική ιστορία του Δαβίδ με τον Γολιάθ, καθώς τα ισραηλινά στρατεύματα ήρθαν αντιμέτωπα με τις πανίσχυρες στρατιές του αραβικού συνασπισμού. Παρ’ όλ’ αυτά, οι Ισραηλινοί ήταν αυτοί που αναδείχθηκαν νικητές.

Σύμφωνα με νεότερες ιστορικές προσεγγίσεις, η νίκη του “Δαβίδ” εναντίον του “Γολιάθ” δεν προήλθε από θαύμα. Τα αραβικά κράτη μπορεί να υπερτερούσαν αριθμητικά, αλλά δεν ήταν καλά προετοιμασμένα και οργανωμένα, ούτε κινητοποίησαν όλες τις στρατιωτικές τους δυνάμεις.

Δεν είχαν επίσης κοινά συμφέροντα, καθώς το καθένα απέβλεπε να αυξήσει την επιρροή του στην περιοχή της Μέσης Ανατολής. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του βασιλιά Αμπντάλα Α’ της Υπεριορδανίας, ο οποίος φιλοδοξούσε να δημιουργήσει τη “Μεγάλη Συρία”.

Negev_Brigade_soldiers_1948

Ισραηλινοί στρατιώτες κατά τον πόλεμο του 1948. Πηγή εικόνας: Wikipedia

Το Ισραήλ, από τη μεριά του, εκμεταλλεύτηκε τις σύντομες περιόδους εκεχειρίας, για να ανασυνταχθεί, ενώ, παράλληλα, καθοριστικό ρόλο έπαιξε η αγορά σοβιετικού πολεμικού υλικού μέσω της Τσεχοσλοβακίας, σε μια περίοδο που ο ΟΗΕ είχε επιβάλει έμπαργκο στην πώληση όπλων και στα δύο αντιμαχόμενα μέρη.

Όταν στις 8 Ιουλίου ξανάρχισαν οι συγκρούσεις, ο ισραηλινός στρατός, που πλέον ήταν σε θέση να αντιπαρατάξει 65.000 άνδρες, κατάφερε να ανακτήσει το χαμένο έδαφος. Ο αριθμός αυτός αυξήθηκε στους 96.000 στρατιώτες το Δεκέμβριο.

Χιλιάδες άνθρωποι σκοτώθηκαν και τραυματίστηκαν και περισσότεροι από μισό εκατομμύριο Παλαιστίνιοι εκτοπίστηκαν στην Ιορδανία, τον Λίβανο, τη Συρία, καθώς και στη Γάζα, τη Δυτική Όχθη και την Ανατολική Ιερουσαλήμ.

Οι χώρες που υποδέχθηκαν τους Παλαιστίνιους πρόσφυγες δεν έδειξαν την πολιτική βούληση να τους ενσωματώσουν στις κοινωνίες τους, παραχωρώντας τους δικαίωμα υπηκοότητας. Ούτε όμως και οι “ξεριζωμένοι” επιθυμούσαν να αφομοιωθούν, διότι ήθελαν να κρατήσουν “ζωντανή” την ελπίδα τους για μια ελεύθερη πατρίδα.

collage_nakba_palestine_1948

Ο Α’ Αραβοϊσραηλινός Πόλεμος οδήγησε 700.000 Παλαιστίνιους στην προσφυγιά. Πηγές εικόνων: Wikipedia και WikimediamtxCommons

Οι πρόσκαιρες ανακωχές και τα εδαφικά οφέλη του Ισραήλ

Ο Α’ Αραβοϊσραηλινός Πόλεμος ουσιαστικά έφτασε στο τέλος του με τα σύμφωνα εκεχειρίας που υπογράφτηκαν ανάμεσα στο Ισραήλ και τέσσερα από τα πέντε αραβικά κράτη.

Το Ιράκ, που πήρε μέρος στη σύρραξη, μολονότι δεν διέθετε κοινά σύνορα με το Ισραήλ, απέσυρε τα στρατεύματά του από την Παλαιστίνη το Μάρτιο του 1949 και δεν σύναψε ξεχωριστό σύμφωνο με τους Ισραηλινούς.

Οι διαπραγματεύσεις πραγματοποιήθηκαν στο εμβληματικό “Ξενοδοχείο των Ρόδων στη Ρόδο και το ρόλο του διαμεσολαβητή του ΟΗΕ ανέλαβε ο Αμερικανός πολιτικός επιστήμονας και διπλωμάτης, Ραλφ Μπαντς, ο οποίος, το 1950, βραβεύτηκε με το Νόμπελ Ειρήνης.

Αρχικά, διαμεσολαβητής είχε οριστεί ο Σουηδός διπλωμάτης, κόμης Φόλκε Μπερναντότε, ο οποίος, όμως, δολοφονήθηκε από παραστρατιωτική σιωνιστική ομάδα στην Ιερουσαλήμ, στις 17 Σεπτεμβρίου 1948.

Η πρώτη συνθήκη κατάπαυσης του πυρός υπογράφτηκε με την Αίγυπτο στις 24 Φεβρουαρίου 1949. Ακολούθησαν εκείνες με τον Λίβανο (23 Μαρτίου 1949), την Υπεριορδανία (3 Απριλίου 1949) και τη Συρία (20 Ιουλίου 1949).

Οι “ανακωχές της Ρόδου” όριζαν ρητά ότι οι γραμμές κατάπαυσης του πυρός δεν αποτελούσαν “πολιτικό ή εδαφικό όριο“. Όμως, τελικά διαμόρφωσαν τα σύνορα του κράτους του Ισραήλ, το οποίο προσάρτησε εδάφη πέραν εκείνων που όριζε στο σχέδιο των Ηνωμένων Εθνών.

Ενώ το “Ψήφισμα 181” προέβλεπε το 56% της βρετανοδιοικούμενης Παλαιστίνης για το κράτος του Ισραήλ, στο τέλος του πολέμου το Ισραήλ βρέθηκε να κατέχει το 77%.

Η Υπεριορδανία πήρε τον έλεγχο της Δυτικής Όχθης και της Ανατολικής Ιερουσαλήμ, ενώ η Αίγυπτος κατείχε τη Λωρίδα της Γάζας, την οποία θεωρούσε προέκταση της κυριαρχίας της. Το παλαιστινιακό κράτος, που προβλεπόταν στο σχέδιο των Ηνωμένων Εθνών, δεν εμφανίστηκε ποτέ στον χάρτη της Μέσης Ανατολής.

Το 1967, το Ισραήλ κατέλαβε τη Γάζα και τη Δυτική Όχθη με τον πόλεμο “αστραπή” των έξι ημερών και διατήρησε τις δυνάμεις του στον “Πόλεμο του Γιομ Κιπούρ” έξι χρόνια αργότερα.

Το Ισραήλ, πολεμώντας για την ίδια την ύπαρξή του, είχε καταφέρει να αποκρούσει τη συντονισμένη επίθεση πέντε αραβικών κρατών και να επεκταθεί εδαφικά. Απέτυχε, όμως, να κερδίσει αυτό που, ως νέο μέλος της διεθνούς κοινότητας, χρειαζόταν περισσότερο: την ανάπτυξη φιλικών σχέσεων με τα γειτονικά του κράτη“, καταλήγει ο ιστορικός Μανόλης Κούμας.

Με πληροφορίες από:

  • Britannica
  • Ο πρώτος αραβοϊσραηλινός πόλεμος“, άρθρο Μανόλη Κούμα στην “Καθημερινή
  • Το Παλαιστινιακό, Ο σιωνισμός, οι Άραβες και ο διεθνής παράγοντας 1882-1948“, βιβλίο Γιάννη Σακκά (εκδόσεις Πατάκη)

Πηγή κεντρικής φωτογραφίας: Government Press Office (Israel) (Wikipedia)

Ακολουθήστε τη mixanitouxronou.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Διαβάστε τις σημαντικότερες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στη mixanitouxronou.gr

ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ

Παρακαλούμε σχολιάζετε κόσμια. Υβριστικά σχόλια δεν θα γίνονται αποδεκτά

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

close menu