Η περίοδος της Φραγκοκρατίας στην Εύβοια κατέχει σημαντικό κεφάλαιο τόσο στην ιστορία όσο και στην εξέλιξη του πολιτισμού της. Οι ενετικοί πύργοι αποτελούν ένα από τα χαρακτηριστικότερα γνωρίσματα των Ενετών στην περιοχή. 

Οι Πύργοι βρίσκονταν στην κυριότητα του εκάστοτε Ενετού ευγενή-φεουδάρχη της περιοχής σε αντάλλαγμα των στρατιωτικών υπηρεσιών. Οι Ενετοί φεουδάρχες είχαν εγκατασταθεί στην Εύβοια μετά την άλωση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας από τους Σταυροφόρους το 1204, όταν στην Εύβοια εγκαθιδρύθηκε ένα ιδιότυπο φεουδαρχικό σύστημα. Το νησί χωρίστηκε σε τρία τιμάρια που διοικούνταν από τους «τριτημόριους», υποτελείς του Λατίνου αυτοκράτορα: ο Ravano dalle Carcieri είχετο νότιο τμήμα της Καρύστου, ο Guiberto Dalle Carceri την κεντρική Εύβοια και ο Pegoraro dei Pegorari το βόρειο μέρος.

Με το πέρας των χρόνων η εξουσία πέρασε στη Βενετία και τον αντιπρόσωπό της τον Βάϊλο. Το Νεγκροπόντε (η σημερινή Χαλκίδα) αναδείχτηκε σε σημαντικό κόμβο του διεθνούς εμπορίου και η Εύβοια γνώρισε περίοδο δημογραφικής και οικονομικής ακμής.
Η βενετσιάνικη κυριαρχία δεν θα μπορούσε να μην αφήσει το στίγμα της στην Εύβοια και ειδικότερα, στην κεντρική Εύβοια. Οι ενετικοί πύργοι αποτελούν ένα από τα χαρακτηριστικότερα γνωρίσματα των Ενετών στην Εύβοια. Αποτελούσαν βασικά σημεία για την άμυνα κάθε περιοχής, κυρίως ήταν παρατηρητήρια και ένα μέρος προστασίας των ισχυρών (φυλάκων ή επιστατών), μέχρι την έλευση ενισχύσεων.

Ο πύργος Μόστρα είναι κτίσμα με τετραγωνική κάτοψη που υψώνεται σε δυο ορόφους.

Η ορεινή τοποθεσία και το μέγεθος των ενετικών πύργων «βοηθούσε» τη χρήση του συστήματος συνεννόησης, το οποίο ήταν γνωστό ως «φρυκτωρίες». Ένα σύστημα γνωστό από την αρχαιότητα. Μεταβίβαζαν σήματα από περιοχή σε περιοχή με τη χρήση πυρσών στη διάρκεια της νύκτας και την ημέρα με την μέθοδο του πυκνού καπνού. Μέσω της φωτιάς χρησιμοποιούταν ένας κώδικας αναπαράστασης γραμμάτων για την μετάδοση μηνυμάτων σε μεγάλες αποστάσεις (πάνω από 100χλμ).

Ένας εξ αυτών βρίσκεται ερειπωμένος, στο χωριό του Πισσώνα, είναι γνωστός με το όνομα «Πύργος του Μόστρα» και κατέχει ακόμα και σήμερα ξεχωριστή θέση στο κέντρο του σύγχρονου οικισμού, έτσι όπως άλλωστε είχε την περίοδο της Φραγκοκρατίας, περίοδο στην οποία χρονολογείται και η κτίση του μεταξύ του (1207-1470 μ.Χ.).
Είναι κτίσμα με τετραγωνική κάτοψη που διαρθρώνεται σε δυο ορόφους. Ο κατεξοχήν χώρος διαμονής του φεουδάρχη διαμορφώνεται στον δεύτερο όροφο με μεγάλα παράθυρα, τζάκι και εξώστη. Ο εξώστης (σφραγισμένος σήμερα) εν καιρώ ειρήνης εκτελούσε χρέη αποχωρητηρίου, ενώ εν καιρώ πολέμου από εκεί έριχναν πέτρες, βέλη ή καυτά υγρά στον εχθρό κάτωθέ τους.

Ο φεουδάρχης διέμενε στον δεύτερο όροφο όπου υπήρχαν μεγάλα παράθυρα, τζάκι και εξώστης. Η πρόσβαση μεταξύ των ορόφων γινόταν, με τη βοήθεια ξύλινης σκάλας.

Είχαν συνήθως υπόγειο, ισόγειο, πρώτο όροφο και είσοδο πάντα στο επίπεδο του πρώτου ορόφου, με τη χρήση ενός σταθερού ή φορητού ξύλινου κλιμακοστασίου και σπανιότερα από φορητή ανεμόσκαλα. Δύσκολα το ύψος των πύργων αυτής της κατηγορίας ξεπερνούσε τα 10μ. Ο χώρος του ισογείου και ο τελευταίος όροφος συνήθως είχαν θολωτές οροφές.
Οι ενδιάμεσοι όροφοι είχαν ξύλινα πατώματα, στοιχείο που ενισχύουν και οι οπές στα πλαϊνά των κάθετων τοίχων. Η πρόσβαση μεταξύ των ορόφων γινόταν με τη βοήθεια ξύλινων σκαλών. Ο υπόγειος χώρος είχε πάντα διαφορετικό ύψος, με σκοπό την ενίσχυση και την πλευρική σταθερότητα του κτιρίου. Το επάνω τμήμα των πύργων έφερε απολήξεις, οι οποίες χρησίμευαν και ως πολεμίστρες.

Ο Πισσώνας είναι χωριό της Εύβοιας στην καρδιά μιας περιοχής που κάποτε παρήγε τα 3/4 της ελληνικής ορνιθοπαραγωγής. Ο πύργος στην περιοχή πήρε το σημερινό του όνομα από τον τελευταίο ιδιοκτήτη του, Σπυρίδωνα Μόστρα. Πηγή : Καστρολόγος

Η οικονομική κατάσταση και η κοινωνική θέση των ισχυρών συνήθως διοικητών αποτελούσαν τα κυριότερα κριτήρια για το μέγεθος, το οποίο λάμβανε ο πύργος. Αξίζει να αναφερθεί ότι ο πύργος από την τελευταία δεκαετία του 19ου αι. (1890) και έπειτα ανήκε στον απόγονο της ομώνυμης και πολύκλαδης οικογένειας από το Πέτα της Άρτας, που προσέφερε ανεκτίμητες υπηρεσίες στο Έθνος από τα μέσα περίπου του 18ου έως τα τέλη του 19ου αιώνα. Επρόκειτο για τον Σπυρίδωνα Αθανασίου – Μόστρα που είχε παντρευτεί την Ελένη, θυγατέρα του ονομαστού Ηπειρώτη Λέοντα Μελά και ήταν ανιψιός του Μιχαήλ Ν. Μόστρα (αντισυνταγματάρχη χωροφυλακής, 1802- 1877). Στο χωριό ο Σπύρος Αθανασίου – Μόστρας διατηρούσε σπίτι, καθώς το επισκεπτόταν συχνά για να ελέγξει τις μεγάλες εκτάσεις αγροτεμαχίων τις οποίες κατείχε.

Νικόλαος Σπ. Καρατζάς, Ιστορικός – Αρχαιολόγος , ΜΑ Κλασικής Αρχαιολογίας

Πηγές:

  • Δ. Μπαλλάς, Ο Μιχαήλ Ν. Μόστρας, αντισυνταγματάρχης χωροφυλακής (1802- 1877), Επιθεώρηση Χωροφυλακής, τεύχος 146, σελ 99-102, Φεβρουάριος 1982.
  •  Θ. Σκούρας, «Οχυρώσεις στην Εύβοια, Μερικές λύσεις στα τοπογραφικά τους προβλήματα, ΑΕΜ 20, 1975.
  •  Θ. Σκούρας, Ακροπόλεις-Κάστρα-Πύργοι της Εύβοιας, Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Εύβοιας, Χαλκίδα 2003.
  •  Ν. Βασιλάτος, Κάστρα και Πύργοι της Εύβοιας, Μπλάντερ 1992.

Εικόνα εσωτερικού πύργου : δελτάριο Εφορείας Αρχαιοτήτων Ευβοίας. Aρχική φωτογραφία από τον Καστρολόγο

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ: Οι «Δίδυμοι Πύργοι» του ερωτευμένου ιππότη στην Εύβοια. Εξεγέρθηκε κατά του Φράγκου ηγεμόνα που τον χώρισε από την αγαπημένη του (βίντεο drone) 

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here