Όταν η Θράκη υποδουλώθηκε από τους Οθωμανούς το Διδυμότειχο, ως η δεύτερη πόλη του Βυζαντίου με τα ισχυρότερα διπλά τείχη, ορίστηκε η πρωτεύουσα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, έως την πτώση της Κωνσταντινούπολης το 1453. Μετά όμως λίγο καιρό την θέση του Διδυμότειχου πήρε η Ανδριανούπολη, που μετονομάστηκε σε Edirne.

Το Δεδέαγατς (σημερινή Αλεξανδρούπολη) τότε είχε μικρό πληθυσμό, αλλά σταδιακά έγινε η πόλη του εμπορίου και των προξενείων. Εκτός από το λιμάνι, απέκτησε και σιδηρόδρομο. Το 1871 αποφασίστηκε να συνδεθεί με την Θεσσαλονίκη και την Κωνσταντινούπολη. Από εκεί περνούσε και το περίφημο Όριαν Εξπρές. Έτσι άρχισαν να έρχονται στην πόλη, Έλληνες, Εβραίοι, Φράγκοι, Γάλλοι, Ρώσοι, Βούλγαροι και πολλοί άλλοι.

Μετά τον Ρώσο -Τουρκικό πόλεμο η πόλη δόθηκε στην Ρωσία με την Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου στην Κωνσταντινούπολη (3 Μαρτίου 1878). Η νέα συνθήκη ευνοούσε απίστευτα την Βουλγαρία, σύμμαχο της Ρωσίας που αποκτούσε πρόσβαση στη θάλασσα. Το νέο μόρφωμα της αποκαλούμενης Μεγάλης Βουλγαρίας περιελάμβανε την περιοχή από τον Δούναβη μέχρι το Αιγαίο, από Μαύρη θάλασσα μέχρι τον Δρίνο ποταμό, τμήμα της Ανατολικής Θράκης, την περιοχή της Ξάνθης και μέρος της Μακεδονίας εκτός από τη Θεσσαλονίκη, την Πιερία και τη Χαλκιδική. Η Συνθήκη δεν προέβλεψε τίποτα για τον Ελληνισμό της περιοχής με αποτέλεσμα να ξεκινήσει ο βίαιος και υποχρεωτικός εκβουλγαρισμός της Βαλκανικής με απώτερο σκοπό τον ολοκληρωτικό ξεριζωμό του ελληνικού πληθυσμού από την περιοχή.

Οι Ρώσοι πήραν τον έλεγχο της Αλεξανδρούπολης και άρχισαν να ανακαινίζουν τα κτίρια, να φτιάχνουν σύγχρονο ρυμοτομικό σχέδιο με μεγάλους δρόμους, πλατείες και άλση. Η πόλη αναπτύχθηκε ξεχωριστά από τις άλλες και απέκτησε τον γνωστό φάρο που έγινε σύμβολο της πόλης. Στην μικρή πόλη δημιουργήθηκαν οκτώ προξενεία και την Ελλάδα εκπροσωπούσε ο Ίωνας Δραγούμης.

Η συνθήκη του Αγ. Στεφάνου μετά τον ρωσοτουρκικό πόλεμο ευνόησε τους Βούλγαρους που είδαν να γίνεται πράξη το όραμα της Μεγάλης Βουλγαρίας. Σε αυτήν περιέρχονταν όλα τα εδάφη μεταξύ Δούναβη και Ροδόπης, το μεγαλύτερο μέρος της Μακεδονίας και ολόκληρη η κοιλάδα του Αξιού. Ένα σημαντικό μέρος της Θράκης πέρασε στον έλεγχο των Ρώσων

Η συνθήκη αυτή θεωρήθηκε έργο του «Πανσλαβιστικού Κομιτάτου» του οποίου επικεφαλής ήταν ο Ρώσος πρέσβης στην Κωνσταντινούπολη Νικόλαος Ιγνάντιεφ, ο οποίος και αποκλήθηκε από τους διπλωμάτες της εποχής «πατέρας του ψεύδους και νεκροθάφτης του Ελληνισμού«. Σε συνέντευξή του στην εφημερίδα του Λονδίνου «Ημερήσια Νέα» τον Μάιο του 1878 ρωτήθηκε γιατί παραγκωνίζεται τόσο πολύ το ελληνικό στοιχείο της περιοχής. Η απάντησή του ήταν αποστομωτική: «Επιχειρήσαμεν τον πόλεμον ουχί υπέρ των Ελλήνων, αλλά υπέρ των Βουλγάρων. Δεν είναι δυνατόν να χάνω πολύτιμον χρόνον εργαζόμενος υπέρ των Ελλήνων». Ο Ιγνάντιεφ, κατά την υπογραφή της συνθήκης, φέρεται να είπε στους Βουλγάρους συμμάχους του: «και τώρα οι Έλληνες ας έρθουν κολυμπώντας στην Κωνσταντινούπολη».

Ο Ιγνάτιεφ εξέφρασε την Ρωσική πολιτική στα Βαλκάνια. Ο ίδιος ο Τσάρος Αλέξανδρος Β΄ το 1878 δήλωνε για την Ελλάδα:

«Δεν συμφέρει εις την Αυτοκρατορίαν (Ρωσία) να γίνει η Ελλάς ισχυρό κράτος. Ελληνικό Βασίλειο ισχυρό θα αποτελούσε σιδηρούν μοχλόν επί των μεσημβρινών πυλών της Ρωσίας. Η προέκτασις των ελληνικών ορίων, αν όχι μέχρι του Ευξείνου τουλάχιστον μέχρι του Ελλησπόντου, αφαιρεί από την Ρωσίαν την ναυτικήν επικράτησιν και επ’ αυτού ακόμη του Ευξείνου, και κατακλείει εντός της Μαύρης Θαλάσσης πάσαν προς την μεσημβρίαν τάσιν της Ρωσίας». 

Την συνθήκη του Αγίου  Στεφάνου κατήγγειλε ο Άγγλος υπουργός Εξωτερικών Λόρδος Ρόμπερτ Σέσιλ, αλλά και άλλοι εξέχοντες πολιτικοί, ιστορικοί και διπλωμάτες. Χαρακτηριστά ο Άγγλος διπλωμάτης Σερ Ουίλιαμ Γουάιτ που βρισκόταν τότε στο Βουκουρέστι σημείωσε: «Οι Βούλγαροι εδημιουργήθησαν, (εννοώντας το κράτος), αν όχι δια να κρατήσουν τα Στενά των Δαρδανελίων, δια λογαριασμόν της Ρωσίας, πάντως δια να εμποδίσουν τους Έλληνας να θέσουν πόδα επ΄ αυτών«». Αποτέλεσμα αυτής της διεθνούς αντίδρασης ήταν να ακολουθήσει η Αγγλορωσική Συμφωνία Λονδίνου (1878) με την οποία αποφασίστηκε η τροποποίηση της συνθήκης. Υπό την πίεση και της Αυστρίας, η Ρωσία δέχθηκε τελικά τον χαρακτηρισμό της Συνθήκης του Αγίου Στεφάνου ως «μη τελεσίδικη»  και ότι την τελική απόφαση θα λαμβανόταν στο Συνέδριο του Βερολίνου (1878). Εκεί αναγνωρίστηκε αυτονομία μόνο το Πριγκιπάτο της Βουλγαρίας (βόρεια της οροσειράς του Αίμου), ενώ οι επαρχίες της Ανατολικής Ρωμυλίας και της Μακεδονίας επεστράφησαν στους Οθωμανούς, ανατρέποντας τα ρωσικά σχέδια για μια ανεξάρτητη – και ρωσόφιλη – «Μεγάλη Βουλγαρία».

Η Νοτιοανατολική Ευρώπη μετά το Συνέδριο του Βερολίνου

Ο Α΄ Βαλκανικός Πόλεμος φέρνει Ελλάδα και Βουλγαρία στο ίδιο στρατόπεδο

Το 1912 ξέσπασε ο Α΄Βαλκανικός πόλεμος μεταξύ των συνασπισμένων χωρών της Ελλάδας, της Βουλγαρίας, της Σερβίας και του Μαυροβουνίου, εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Πρόκειται για λαούς που ξεσηκώθηκαν εναντίον της πολιτικής του κινήματος των νεότουρκων που προσπαθούσαν με τρομοκρατία να εκτουρκίσουν όλους τους λαούς της γερασμένης Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Οι Νεότουρκοι απευθύνθηκαν για βοήθεια στους Γερμανούς. Ο στρατηγός Κόλμαρ Φον Ντερ Γκολτς ήταν αυτός που ανέλαβε να τους συμβουλεύσει και να σταθεί δίπλα στον νεαρό τότε Κεμάλ Πασά, τον μετέπειτα Ατατούρκ. Τους συμβούλευσαν να εκκαθαρίσουν τα εδάφη τους από τους άλλους λαούς και ειδικά από τους Έλληνες που ζούσαν στα δυτικά παράλια, στη Μικρασία. Έτσι ξεκίνησε και το Μικρασιατικό δράμα.

Ο Κόλμαρ Φράιχερ φον ντερ Γκολτς (με πλήρες όνομα Wilhelm Leopold Colmar Freiherr von der Goltz) (1843 – 1916), ήταν Πρώσος στρατάρχης υπήρξε αναδιοργανωτής του οθωμανικού στρατού. το τουρκικό οχυρό στο Μπιζάνι έξω από τα Γιαννενα είναι δικό του έργο

Η βαλκανική  συμμαχία ήταν ασαφής ως προς τις εδαφικές διεκδικήσεις. Κάθε χώρα θα κρατούσε τα εδάφη που θα κατακτούσε. Αν και θεωρητικά οι Έλληνες είχαν τότε τον πιο αδύναμο στρατό, ο Ελευθέριος Βενιζέλος πήρε το ρίσκο και μπήκε στον πόλεμο παρά τις αντιρρήσεις του παλατιού. 
Ο πόλεμος διήρκεσε από τον Οκτώβριο του 1912 έως τον Μάιο του 1913. Το αποτέλεσμα αυτής της σύγκρουσης ήταν η εκδίωξη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας από όλη σχεδόν την Βαλκανική χερσόνησο. Η Ελλάδα απελευθέρωσε την Μακεδονία και ενσωμάτωσε την Θεσσαλονίκη.  Οι Βούλγαροι όμως δεν ικανοποιήθηκαν με την Συνθήκη του Λονδίνου (1913) που επικύρωσε τις αλλαγές συνόρων στα Βαλκάνια και ήθελαν και άλλα εδάφη. Έτσι άνοιξε ο δρόμος για νέες διεκδικήσεις και νέο πόλεμο. Τον Β Βαλκανικό.

Με τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου (1913) δόθηκε τέλος στο Β’ Βαλκανικό Πόλεμο. Η ηττημένη Βουλγαρία μετά από αυτήν την έκβαση έπρεπε να εγκαταλείψει το σχέδιο της ηγεμονίας των Βαλκανίων. 

Τον Ιούνιο του 1913 η Βουλγαρία επιτέθηκε κατά των πρώην συμμάχων της. Οι επιθέσεις αποκρούστηκαν και οι στρατοί της Ελλάδας και της Σερβίας εισέβαλαν σε Βουλγαρικό έδαφος. Οι Οθωμανοί κατάφεραν να προωθηθούν στην Ανατολική Θράκη και επανακατέλαβαν την Αδριανούπολη, ενώ η Ρουμανία βρήκε ευκαιρία και προέλασε μέχρι την βουλγαρική πρωτεύουσα, τη Σόφια. Μπροστά στο προφανές αδιέξοδο, η Βουλγαρία αναγκάστηκε να συμφωνήσει σε εκεχειρία και να αρχίσει τις ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις στην πρωτεύουσα της Ρουμανίας, Βουκουρέστι.
Με την Συνθήκη Βουκουρεστίου (28 Ιουλίου 1913) δόθηκε τέλος στο Β’ Βαλκανικό Πόλεμο. Η Βουλγαρία απέτυχε να κερδίσει την Μακεδονία και τις περιοχές της Οχρίδας και της Μπίτολα, που ήταν η κύρια επιδίωξή της. Τα ελληνοβουλγαρικά σύνορα μεταφέρθηκαν προς τα ανατολικά πέρα ​​από την Καβάλα, περιορίζοντας έτσι τα παράλια της Βουλγαρίας στο Αιγαίο σε συνολικό μήκος 110 χλμ και με επίνειο την Αλεξανδρούπολη. Παρόλα αυτή η Δυτική Θράκη παρέμεινε υπό βουλγαρικό ζυγό και οι Έλληνες της περιοχής βίωσαν μια εξοντωτική κατοχή.

Χάρτης των Βαλκανίων (1913)
Χάρτης των Βαλκανίων 1) μετά την Συνδιάσκεψη του Λονδίνου (1913) και β) μετά την Συνθήκη του Βουκουρεστίου (1913) 

Το τέλος του Α Παγκοσμίου Πολέμου βρήκε την σημερινή Αλεξανδρούπολη (τότε  Δεδεαγάτς – Dedeagatch) υπό  Βουλγαρική κατοχή

Πολλοί κάτοικοί του είχαν αναγκαστεί από τους Βούλγαρους να εγκαταλείψουν τις κατοικίες τους, το λιμάνι ήταν γεμάτο από λείψανα των σκαφών που είχαν βυθιστεί στους βομβαρδισμούς. Σύμφωνα με τον τύπο της εποχής («εφημερίς των Βαλκανίων» 12.11.1919) 150 οικίες ήταν τελείως κατεστραμμένες και 250 ημικατεστραμμένες.

Στις 29 Σεπτεμβρίου 1918 η Βουλγαρία υπέγραψε στη Θεσσαλονίκη ανακωχή πρώτη από τις κεντρικές δυνάμεις που αντιμάχονταν την Αντάντ. Έτσι συμφώνησε να εγκαταλείψει όλα τα Σερβικά και Ελληνικά εδάφη που εξακολουθούσε να κατέχει ο στρατός της και που μέχρι τότε ισχυριζόταν ότι είναι δικά της. Οι Βρετανοί μπήκαν στη Σόφια και ο Φρανσε ντ’ Εσπερέ αρχιστράτηγος των συμμαχικών δυνάμεων στο βαλκανικό μέτωπο διέταξε το Άγγλο στρατηγό Miln που είχε υπό τις διαταγές του επτά συμμαχικές μεραρχίες να επιτεθεί εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Η 22η Βρετανική Μεραρχία έφυγε στις 25 Οκτωβρίου από το Σταυρό Χαλκιδικής και με ατμόπλοια αποβιβάστηκε στην Αλεξανδρούπολη αναλαμβάνοντας την προκάλυψη από τη θάλασσα μέχρι το Σουφλί. Επίσης η 122η Γαλλική Μεραρχία έλαβε θέσεις προκαλύψεως από το Σουφλί μέχρι το Αχούρμπεη (σημερινό Χειμώνιο), με αντικειμενικό σκοπό την κατάληψη της σιδηροδρομικής γραμμής που συνέδεε την Αλεξανδρούπολη με την Ανδριανούπολη.

Οι Τούρκοι υπογράφουν τη Συνθήκη του Μούδρου

Οι συμμαχικές δυνάμεις όμως δεν χρειάστηκε να ρίξουν ούτε μια ντουφεκιά γιατί από το φόβο της επικείμενης επιθέσεως και με το στρατό τους αιχμαλωτισμένο και υποχωρούντα στην Παλαιστίνη, οι Οθωμανοί στις 30 Οκτωβρίου 1918 υπέγραψαν και αυτοί ανακωχή στο Μούδρο της Λήμνου με τον Άγγλο ναύαρχο Κάλθορπ.  Σύμφωνα με τους όρους της ανακωχής η κατάπαυση των εχθροπραξιών θα λάμβανε χώρα το μεσημέρι της 18/31 Οκτωβρίου 1918, ο διάπλους των Δαρδανελίων και του Βοσπόρου θα ήταν ελεύθερος, ο τουρκικός Στρατός θα αποστρατευόταν, τα πολεμικά πλοία θα παραδίδονταν στους Συμμάχους καθώς και η χρήση όλων των λιμένων της Τουρκίας όπου αυτό κρινόταν αναγκαίο. Τα στρατεύματα εκτός Τουρκίας θα παραδίδονταν στη πληρέστερη Συμμαχική Διοίκηση και η Τουρκία θα διέκοπτε κάθε σχέση με τις κεντρικές δυνάμεις. Ο Φρανσε ντ’ Εσπερέ διέταξε την 28η Βρετανική μεραρχία να επιβιβαστεί σε πλοία από τη Θεσσαλονίκη και την 122η Γαλλική Μεραρχία να συγκεντρωθεί στην Αλεξανδρούπολη. Από εκεί θα μεταφέρονταν ατμοπλοϊκώς στο Βόσπορο.

Η συνθήκη του Μούδρου στη Λήμνο υπογράφτηκε επί του αγγλικού θωρηκτού «Αγαμέμνων», μεταξύ του ναυάρχου Κάλθορπ, πληρεξούσιου των Συμμάχων και των αντιπροσώπων του Σουλτάνου. Υπήρξε σαφής δυσφορία των Γάλλων και των Ιταλών, που θεώρησαν ότι τους ‘καπέλωσαν» οι Βρετανοί στο Ανατολικό ζήτημα.

Μετά την υπογραφή της ανακωχής εκ μέρους της Βουλγαρίας και την αποχώρηση των συμμαχικών στρατευμάτων, η Δυτική Θράκη εξακολούθησε να παραμένει υπό την κατοχή. Ολιγάριθμα συμμαχικά στρατεύματα κατέλαβαν τα σπουδαιότερα κέντρα για την εξασφάλιση των συγκοινωνιών και τη φρούρηση της σιδηροδρομικής γραμμής Κουλελί Μπουργάς (Πύθιο) – Κων/πολεως, αλλά και τη διατήρηση της τάξεως στις πόλεις και την ύπαιθρο.
Τα συμμαχικά στρατιωτικά τμήματα αποτελούνταν από ένα γαλλικό τάγμα, ένα τάγμα Σενεγαλέζων, ένα γαλλικό λόχο και μια βρετανική διμοιρία. Αρχηγός των στρατευμάτων κατοχής ήταν ο Γάλλος συνταγματάρχης Allier (Αλλιέ) με έδρα αρχικώς την Αλεξανδρούπολη και εν συνεχεία την Ξάνθη και την Κομοτηνή.

Το Συνέδριο της Ειρήνης στο Παρίσι. Οι Αμερικανοί υπέρ των Βουλγάρων

Τα εδαφικά ζητήματα θα έλυνε η Σύνοδος ειρήνης του Παρισιού (1919) που συγκλήθηκε υπό την προεδρία του πρωθυπουργού της Γαλλίας και με την παρουσία αντιπροσώπων 32 συνολικά κρατών, που συμμετείχαν στον «μεγάλο πόλεμο». Κυρίαρχο όργανο ήταν το αποκαλούμενο «Συμβούλιο των Δέκα». Μετά τις 24 Μαρτίου του 1919 περιορίστηκε σε «Συμβούλιο των Τεσσάρων», με την συμμετοχή των πρωθυπουργών Γαλλίας, Αγγλίας, Ιταλίας και του προέδρου των ΗΠΑ. Οι διπλωματικές διεργασίες στο Συνέδριο της Ειρήνης ήταν έντονες και η Δυτική Θράκη βρέθηκε στο επίκεντρο των ανταγωνισμών των ενδιαφερομένων κρατών.

Το Συμβούλιο των Τεσσάρων στη σύνοδο ειρήνης : Λόιντ Τζορτζ, Βιττόριο Ορλάντο, Ζωρζ Κλεμανσώ και Γούντροου Ουίλσον. 27 Μαΐου 1919

Οι Αμερικανοί δήλωναν απερίφραστα ότι η Δυτική Θράκη θα πρέπει να παραμείνει στην Βουλγαρία αρνούμενοι το βουλγαρικό αποκλεισμό από το Αιγαίο. Συγκεκριμένα πρότειναν να δοθεί στην Ελλάδα μόνο η περιοχή Ξάνθης – Γκιουμουλτζίνας, ενώ η υπόλοιπη βόρεια δυτική Θράκη θα πήγαινε στη Βουλγαρία και η υπόλοιπη νότια δυτική Θράκη μαζί με όλη την Ανατολική στο νεοσύστατο κράτος της Κων/πολεως το οποίο ήλπιζαν ότι θα αναλάμβαναν υπό την κηδεμονία τους με εντολή της νεοσύστατης Κοινωνίας των Εθνών. Η στάση τους αυτή οφειλόταν και στη ένθερμη συμπάθεια του Δημοκρατικού προέδρου Wilson προς τη Βουλγαρία εξαιτίας της επιρροής τόσο της γυναίκας του και της αδερφής της που είχε παντρευτεί τον πρεσβευτή της Βουλγαρίας στην Ουάσιγκτον, όσο και των ανθελληνικών κύκλων του Ροβερτείου Κολλεγίου Κων/πολεως, καθώς και των μεγαλεμπόρων καπνού ανταγωνιστών των ελληνικών συμφερόντων.

Η Γαλλία πρότεινε σαν συμβιβασμό τη δημιουργία ενός ελεύθερου κράτους του  Δεδεαγάτς (Αλεξανδρούπολη). Αυτό θα περιείχε ένα διάδρομο κατά μήκος της σιδηροδρομικής γραμμής που συνέδεε το λιμάνι με την Αδριανούπολη. Μετά από πολλές διαπραγματεύσεις τελικά, ύστερα σχεδόν από ένα χρόνο από το τέλος του πολέμου και αφού αποτραβήχτηκε λόγω ασθενείας από το προσκήνιο ο τιμηθείς με Νόμπελ Ειρήνης για το έτος 1919 πρόεδρος Wilson, η Δυτική Θράκη αφαιρέθηκε από τη Βουλγαρία με τη συνθήκη του Neuilly sur Seine (14/27.11.1919). Με το άρθρο 48 της συνθήκης αυτής η Δυτική Θράκη θα υπάγονταν μέχρι της διευθέτησης της οριστικής της τύχης υπό τη διοίκηση Γάλλου αρμοστή και θα αποτελούσε ένα είδος διασυμμαχικού κράτους (Thrace Interalliee).

Ήδη ενώ προετοιμαζόταν η υπογραφή της οι σύμμαχοι εξουσιοδότησαν τον Φρανσε ντ’ Εσπερέ, αρχηγό πλέον του συμμαχικού στρατού της Ανατολής, όπως εντός του Οκτωβρίου του 1919 διατάξει την εκκένωση της Δυτικής Θράκης από τους Βουλγάρους. Αρμοστής ορίστηκε ο Γάλλος στρατηγός Charpy, ο οποίος στις 10 Οκτωβρίου 1919 εγκαταστάθηκε στην Κομοτηνή όπου παρέλαβε τη διοίκηση από τον Allier (Αλλιέ). Το πρωινό της 4ης Οκτωβρίου 1919 τα συμμαχικά στρατεύματα με επικεφαλής τον στρατηγό Λεοναρδόπουλο μπαίνουν στην Ξάνθη και στη συνέχεια ελευθερώνουν όλη τη Δυτική Θράκη από τους Βούλγαρους. Με αυτόν τον τρόπο οι συμμαχικές δυνάμεις επέβαλαν καθεστώς διασυμμαχικής κατοχής, ονομάζοντας την περιοχή “Διασυμμαχική Θράκη”.

“Διασυμμαχική Θράκη”. Επίσημη γλώσσα ήταν η Γαλλική. Τη Διοίκηση ανέλαβε κατ΄ εξουσιοδότηση του Γάλλου Αρχιστράτηγου, ο Στρατηγός Σαρπύ

Η απελευθέρωση της Θράκης

Η πόλη της Αλεξανδρούπολης και της Κομοτηνής απελευθερώθηκαν επίσημα στις 14 Μαΐου 1920, δηλαδή 99 χρόνια μετά την Ελληνική Επανάσταση του 1821. Εκείνη την ημέρα ο Ελληνικός Στρατός διατάχθηκε να αναλάβει εξ ονόματος των συμμάχων την κατάληψη και διοίκηση της Δυτικής Θράκης, αντικαθιστώντας τα Γαλλικά στρατεύματα. Τον Ιούλιο του ίδιου χρόνου, με τη Συνθήκη των Σεβρών, η Θράκη προσαρτήθηκε οριστικά στην Ελλάδα.

Οι Θρακιώτες έμαθαν το πολυπόθητο γεγονός στις 30 Ιουλίου 1920 από το τηλεγράφημα του Ελευθέριου Βενιζέλου προς τον κυβερνητικό αντιπρόσωπο της Θράκης: «Χαίρω μεγάλως αγγέλων υμίν ότι σήμερον εβδόμην επέτειον Συνθήκης Βουκουρεστίου υπεγράφη συνθήκη ειρήνης μετά Τουρκίας, δι’ ης αι κυριότεραι σύμμαχοι δυνάμεις μεταβίβασαν ημίν Δυτικήν Θράκην».

Με πληροφορίες από elthraki.gr,  tanea-diaspora.net και evrosonline.gr

Διαβάστε στη «ΜτΧ»: Η Συνθήκη των Σεβρών που έδινε στην Ελλάδα την ΄Ιμβρο, την Τένεδο και την ανατολική Θράκη ως τα όρια της Κωνσταντινούπολης. Γιατί δεν εφαρμόστηκε ποτέ από καμία χώρα εκτός από την Ελλάδα 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here