Οι Έλληνες που βρέθηκαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης των Ναζί είναι πολλοί. Λίγοι επέστρεψαν από την κόλαση και ακόμη λιγότεροι μίλησαν για την μεγάλη περιπέτεια του πολέμου. Ένας από αυτούς είναι ο Ηπειρώτης Παναγιώτης Γκιούσμας από τη Μερόπη Πωγωνίου. Διηγήθηκε την ιστορία του στα δύο του εγγόνια. Έτσι έγιναν γνωστές  οι λεπτομέρειες από την φρικτή ομηρία στα Γερμανικά κολαστήρια.

Στις αρχές του Ιουνίου 1944 στο Πωγώνι της Ηπείρου, οι Γερμανοί έκαναν μια ακόμα εκκαθαριστική επιχείρηση. Στόχο είχαν να χτυπήσουν αντάρτικες ομάδες. Η διοίκηση της γερμανικής μονάδας εγκαταστάθηκε στο χωριό της Πωγωνιανής και ένα τμήμα στρατοπέδευσε σε διάσπαρτα σπίτια.
Οι αντάρτες όμως δεν έδειξαν να πτοούνται. Μετά από σύσκεψη της τοπικής ηγεσίας του ΕΛΑΣ αποφασίστηκε να χτυπήσουν τον σταθμό επικοινωνίας των Γερμανών στο Σταυροσκιάδι. Η επιχείρηση έγινε τη νύχτα 8 προς 9 Ιουνίου χωρίς επιτυχή έκβαση.Μόνο ένα μουλάρι τραυματίστηκε.

Την επόμενη ημέρα οι Γερμανοί συνέλαβαν τους κατοίκους του χωριού, αλλά και του γειτονικού Κακολάκκου και της Μερόπης. Στη συνέχεια έκαψαν  τα σπίτια για αντίποινα. Η τραγωδία δεν είχε τέλος καθώς η φάλαγγα αυτοκινήτων με τους ομήρους, χτυπήθηκε από αγγλικά αεροπλάνα στο δρόμο για τα Γιάννενα. Κάποιοι από αυτούς κάηκαν ζωντανοί μέσα στα οχήματα.

Η πυρπόληση του χωριού και η ομηρία των Μεροπαίων

Οι αιχμάλωτοι που έφτασαν στην διοίκηση στα Γιάννενα, στάλθηκαν όμηροι στη Γερμανία σε στρατόπεδο εργασίας. Ένας από αυτούς ήταν ο Παναγιώτης Γκιούσμας. Επέζησε και  διηγήθηκε την μεγάλη περιπέτεια του πολέμου στα εγγόνια του. Περιέγραψε το μπλόκο των Γερμανών και την αντίδραση των ανταρτών που χτύπησαν έναν Ιταλό στρατιώτη. Όπως θυμάται οι Γερμανοί ανταπέδωσαν και έκαψαν όλο το χωριό. Στις 10 Ιουνίου έφτασε στη Μερόπη μία διμοιρία της Βέρμαχτ η οποία συγκέντρωσε όλους τους κατοίκους στο προαύλιο της εκκλησίας.

Η αυλή της εκκλησίας που συγκεντρώθηκαν οι άντρες του χωριού στις 10 Ιουνίου 1944

Πολλοί από τους κατοίκους, όταν έγινε η σύγκρουση ΕΛΑΣ – Γερμανών προτίμησαν να φύγουν. Όσοι έμειναν πίσω βρέθηκαν σε πολύ δύσκολη θέση. Αν οι Γερμανοί δεν έβρισκαν άντρες στο χωριό, θα θεωρούσαν ότι η επίθεση ξεκίνησε από εκείνους και έτσι θα προξενούσαν καταστροφές στο χωριό. Γι΄αυτό όσοι έμειναν, στάθηκαν για να γλιτώσουν τον τόπο τους. «Θα μας σκοτώσουν Γκιούσμα. Πάει γραφτό μας ήταν. Γι’ αυτό μας έφεραν εδώ», ψιθύριζαν.
Μαζί με τους Γερμανούς ήταν και ένα παιδί 18 χρονών. «Δεν ήταν καλά στα μυαλά του και γι’ αυτό οι Γερμανοί τον μάζεψαν από το δρόμο», θυμάται. Αυτός ο νεαρός άρχιζε να φωνάζει ότι οι άνδρες του χωριού ήταν τσολιάδες και οπλοφορούν:  «Γυρίζουν μες στη νύχτα μες στη νύχτα με φουστανέλες και ντουφέκια», έλεγε. Σύμφωνα με τον Παναγιώτη Γκιούσμα αυτή ήταν και η καταδίκη των αντρών.

Ξεδιψούσαν από ζουμί κρεμμυδιών

Με τη συνοδεία Γερμανών οδηγήθηκαν στα Γιάννενα, στη Ζωσιμαία Σχολή που είχε μεταβληθεί σε κολαστήριο κρατουμένων. Oι τουαλέτες ήταν πλημμυρισμένες από ακαθαρσίες. Έτρωγαν ρεβύθια μια φορά την μέρα από το συσσίτιο του Ερυθρού Σταυρού. Στη συνέχεια οδηγήθηκαν στη Θεσσαλονίκη. Ξεγελούσαν τη δίψα τους με το ζουμί από ξερά κρεμμύδια, που τους πέταγαν πολίτες στο δρόμο. Στις 12 Αυγούστου τους φόρτωσαν σε τρένα με μόνο εφόδιο ένα πουκάμισο και ένα εσώρουχο από τον Ερυθρό Σταυρό. Στο τέλος του ταξιδιού έφτασαν σε στρατόπεδο συγκέντρωσης στην πόλη Μέπεν της Γερμανίας. Συνολικά σε αυτό το στρατόπεδο βρέθηκαν 220 Έλληνες.

Έκαναν καταναγκαστική εργασία στο αεροδρόμιο και έπρεπε να χορτάσουν με 60 γραμμάρια ψωμί και μία κουταλιά σούπα. Υπήρχαν φορές που κατάφερναν να πάρουν μια πατάτα και ένα καρότο από τα χωράφια που υπήρχαν γύρω από το αεροδρόμιο. Δούλευαν πυρετωδώς και σταματούσαν μόνο όταν γίνονταν αερομαχίες και βομβαρδισμοί. Η μόνη ελπίδα ήταν να καταρρεύσουν και να οδηγηθούν ως ασθενείς σε άλλη πόλη. Ο Παναγιώτης Γκιούσμας διηγείται ότι λόγω της άθλιας κατάστασής του μεταφέρθηκε στο Μίνστερ. Εκεί συνέχισε την καταναγκαστική εργασία, αλλά με άλλο αντικείμενο. Η πολιτεία ήταν εντελώς κατεστραμμένη και οι ναζί υποχρέωσαν τους κρατούμενους να την ανοικοδομήσουν.
Κοιμόντουσαν πάνω σε χαρτόνια στο τσιμέντο χωρίς κουβέρτα. Σε περίπτωση που η αστυνομία έπιανε κάποιον να ψάχνει σε σπίτι ή να κάνει οτιδήποτε άλλο εκτός από το να βρίσκεται σε καταφύγιο όταν χτυπούσε συναγερμός, τον εκτελούσαν επί τόπου.

Ρίσκαραν τη ζωή τους για μια μερίδα φαγητού

Ο Παναγιώτης Γκιούσμας διηγήθηκε στα εγγόνια του μια αξέχαστη νύχτα όπου καθάριζε δρόμους και αντίκρισε ένα μαγαζί με διάπλατες σπασμένες πόρτες.
Η εικόνα της άφθονης χυμένης ζάχαρης φανέρωνε πως ήταν λεηλατημένο παντοπωλείο. Ήταν μια σπάνια ευκαιρία για προμήθεια φαγητού. Η εμφάνιση ενός Γερμανού δεν τον έκαμψε. «Ηχ κραγκ μαλαρία», του φώναξε αποφασιστικά. Μπροστά στον κίνδυνο ενός λοιμώδους νοσήματος ο Γερμανός στρατιώτης τρομοκρατήθηκε και εξαφανίστηκε.

Η φωτογραφία απεικονίζει μια ομάδα ομήρων μετά την απελευθέρωση. Μεταξύ τους και μερικοί Μεροπαίοι

Η απελευθέρωση και η σωτηρία

4 Απριλίου 1945. Η ομάδα των Ελλήνων κρατουμένων βρέθηκε στο Ανόβερο. Εκεί πληροφορήθηκαν από Γιουγκοσλάβους ότι έρχεται η ώρα της απελευθέρωσης. Οι Γερμανοί τους έκλεισαν σε έναν αχυρώνα. Ξαφνικά μπροστά τους πέρασε μια τεράστια φάλαγγα. Δεν αποτελούνταν από Γερμανούς, αλλά από Άγγλους και Αμερικανούς. Τότε όλοι άρχιζαν να φωνάζουν ότι ήταν Έλληνες. Η Γερμανική φρουρά παραδόθηκε και οδηγήθηκε από τους Συμμάχους σε ένα χωράφι για σωματικό έλεγχο. «Εκείνο το βράδυ κανείς δε μπόρεσε να κοιμηθεί», θυμάται ο Γκιούσμας.

Καθημερινά οι Άγγλοι τους προμήθευαν με διάφορα είδη. Μετά από λίγες μέρες τους μετέφεραν στο Πάτερ Μπον. Είχε φτάσει η ώρα για το ταξίδι της επιστροφής. Όταν έφτασαν στην Αθήνα, τους πήραν αποτυπώματα στο σταθμό Λαρίσης. Κανείς δεν είχε χρήματα μαζί του. Ο Γκιούσμας επιβιβάστηκε σε ένα φορτηγό και μετά από τρεις μέρες έφτασε στα Γιάννενα και από εκεί στην Παγωνιανή. Μετά από λίγο ξαναέβλεπε το χωριό του. «Έβλεπα τη γυναίκα, τα παιδιά μου, τους συγγενείς μου, τους φίλους μου, το σπίτι μου, τον τόπο μου. Ήμουν στον τόπο μου και ήμουν επιτέλους άνθρωπος».

Αποσπάσματα της μαρτυρίας από τον Παναγιώτη Γκιούσμα αντλήθηκε από το βιβλίο: Από τα γεγονότα της κατοχής 1944. Η ομηρία των Μεροπαίων

Διαβάστε ακόμη στη «ΜτΧ»: «Ξάπλωσα πάνω στα πτώματα και έκανα τη σκοτωμένη. Έτσι γλύτωσα από τη σφαγή». Ελένη Νανακούδη, η τελευταία μάρτυρας του Ολοκαυτώματος του Χορτιάτη. Δείτε τη συγκλονιστική μαρτυρία της

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here