Ο χειμώνας του 1929 ήταν φοβερός. Στις αρχές Φεβρουαρίου το χιόνι στην περιοχή της Ιστιαίας είχε φτάσει σε ύψος πέντε μέτρων, στην Εύβοια μαίνονταν οι χιονοθύελλες, στη Θεσσαλονίκη πάγωσε ο Θερμαϊκός κόλπος και τέσσερις γυναίκες που επέστρεφαν από τον Βόλο στο χωριό Σκλίβενο πέθαναν από το κρύο.

Στο μεγαλύτερο μέρος της ηπειρωτικής Ελλάδας οι συγκοινωνίες είχαν διακοπεί, τα κοπάδια είχαν αποδεκατιστεί από την έλλειψη τροφής και οι άνθρωποι πεινούσαν και ξεπάγιαζαν από το κρύο. Την ίδια εποχή, οι κάτοικοι των περισσότερων χωριών της Ελλάδας που βρισκόταν σε δεινή οικονομική θέση, υπέφεραν κάτω από τη δυσβάστακτη φορολογία που είχε επιβάλει η κυβέρνηση Βενιζέλου.

Τον Ιανουάριο του 1929 στην περιφέρεια των Γρεβενών, υπήρχαν εκατοντάδες εντάλματα «προς εκτέλεσιν» που έφταναν στους αστυνομικούς σταθμούς. Πολλοί κάτοικοι κυρίως της υπαίθρου συλλαμβάνονταν και προσωποκρατούνταν για τη μη καταβολή φόρων προς το δημόσιο. Πολλοί για να αποφύγουν τη σύλληψη αναγκάζονταν να πουλήσουν όσο όσο χρυσαφικά και τιμαλφή και αρκετοί δήλωναν πως αν εξακολουθούσε η ίδια κατάσταση και δεν λαμβάνονταν υπόψη τα διάφορα συλλαλητήρια διαμαρτυρίας που ετοιμάζονταν να πραγματοποιηθούν, θα έβγαιναν στο βουνό και «ό,τι ήθελε προκύψει».

Μέσα σε αυτό το κλίμα ο λήσταρχος Λεωνίδας Μπαμπάνης και η συμμορία του συνέχιζαν αδιάκοπα τη ληστρική τους δράση. Η πληροφορία ότι στις αρχές του 1930 ο λήσταρχος είχε καταφύγει βαριά τραυματισμένος με τους συντρόφους του Γιώργο Τράντο και Τάκη Φορτούνα στη δασώδη περιοχή του Κοκκινόλογγου, στα όρια της περιφέρειας Ελασσόνας – Καλαμπάκας, κοντά στο χωριό Βαρδικούσα, ξεσήκωσε τα αποσπάσματα Τρικάλων, Γρεβενών, Κοζάνης, Σερβίων και Ελασσόνας που υπό τις διαταγές του ανθυπομοίραρχου Φλέγκα έσπευσαν να αποκλείσουν όλους τους δρόμους που οδηγούσαν στην περιοχή.

Ο λήσταρχος Μπαμπάνης ανήκε στη συμμορία του Γιαγκούλα. Ήταν θρύλος στην περιοχή της Θεσσαλίας, αλλά και για ολόκληρη την Ελλάδα του μεσοπολέμου. Είχε απαγάγει, είχε ληστέψει, είχε σκοτώσει, είχε ξεφτιλίσει ολόκληρα αποσπάσματα της Χωροφυλακής που στάλθηκαν να τον εξοντώσουν. Εκτός από τις ληστείες και τους φόνους που διέπραξε, υπήρξε «μάνα» στην τακτική των αντιπερισπασμών.

Θεωρούνταν «γάτος» στις αποδράσεις, αλλά και για την ικανότητα του να ξεφεύγει πηδώντας από μεγάλο ύψος.

Σε κάθε θορυβώδη αιχμαλωσία εμφανιζόταν και αιχμαλώτιζε όποιον έβρισκε μπροστά του για να αποσπάσει την προσοχή των καταδιωκτικών δυνάμεων και να διασπείρει ανάμεσά τους τη σύγχυση και τον πανικό. Κυρίως ενδιαφερόταν για την τιμωρία όσων πήραν μέρος στον θάνατο του συντρόφου του Γιαγκούλα, του αδερφού και του ξαδέρφου του Κώστα Τσαμήτα. Ο Μπαμπάνης όμως, λειτουργούσε σαν «μεθυσμένος» χωρίς να παίρνει αναγκαία μέτρα προφύλαξης.

Η δολοφονία και ο αποκεφαλισμός του

Σύμφωνα με επίσημη ανακοίνωση της αστυνομίας, ο Λεωνίδας Μπαμπάνης σκοτώθηκε στις 31 Ιανουαρίου 1930. Ήταν ένα άδοξος θάνατος. Στις 3 Σεπτεμβρίου 1932, η εφημερίδα Ελευθέρα Γνώμη έγραφε «ο τρομερός λήσταρχος Λεωνίδας Μπαμπάνης εσφάγη σαν κοκορόπουλο από μερικούς ειρηνικούς χωρικούς Βαρδιουσιώτες, διότι τον συνέλαβον επ’ αυτοφώρω εις ανοίκειον στάσιν με την κόρη ενός πτωχού χωρικού που τον υπέθαλπε και τον φιλοξενούσε».

Τα πράγματα μπορεί να έγιναν κάπως έτσι αλλά η «επίσημη εκδοχή» ήθελε τους αξιωματικούς και τους άνδρες των καταδιωκτικών αποσπασμάτων να καλύπτονται από την αίγλη ενός ηρωισμού που χρειάζονταν.

Σύμφωνα με την εκδοχή αυτή, στις 6 το απόγευμα της 31ης Ιανουαρίου 1930 και ύστερα από καλά εξακριβωμένες πληροφορίες, ο αξιωματικός της χωροφυλακής Φλέγκας και ο χωροφύλακας Χαρίτος μπήκαν με όλες τις απαιτούμενες προφυλάξεις στο δάσος του Κοκκινόλογγου όπου είχε εντοπιστεί ο Λεωνίδας Μπαμπάνης, έχοντας μαζί τους ένα κυνηγετικό σκυλί.

Ύστερα από λίγο το κυνηγάρικο ζώο έγινε ανήσυχο, απομακρύνθηκε από τους δυο αξιωματικούς, μύριζε έντονα τον αέρα, γάβγιζε και όλα έδειχναν ότι προσπαθούσε να παρασύρει τους δυο άνδρες στο βάθος του δάσους. Ταυτόχρονα ακούγονταν πυροβολισμοί.

Οι δυο αξιωματικοί έπεσαν στο έδαφος, οχυρώθηκαν πίσω από κορμούς δέντρων και ανταπέδωσαν τα πυρά προς τα εκεί που έρχονταν οι σφαίρες. Ξαφνικά άκουσαν μια πονεμένη κραυγή «Με φάγανε τα σκυλιά»! Ακολούθησε σιωπή. Οι δυο άνδρες προσπάθησαν να συνεννοηθούν χαμηλόφωνα. Άρχισαν να σέρνονται σιγά σιγά με προφυλάξεις και πήγαν στο σημείο που ακούστηκε η κραυγή οδύνης.

Ξαφνικά σκόνταψαν στο άψυχο σώμα του Λεωνίδα Μπαμπάνη. Ύστερα πήραν με προσοχή το κοφτερό γιαταγάνι του λήσταρχου και με τη βοήθεια ενός κλεφτοφάναρου επιδίδονταν στη μακάβρια πράξη που θα πιστοποιούσε το τέλος του. Του έκοψαν το κεφάλι και το πήραν μαζί τους, κρατώντας το από τα πλούσια ματωμένα μαλλιά του.

Οι αξιωματικοί επέστρεψαν στο χωριό Βαρδικούσα, όπου ήταν μαζεμένοι οι κάτοικοι του ζητώντας να μάθουν το αποτέλεσμα της αναμέτρησης.

Όταν έφτασαν στην πλατεία σήκωσαν ψηλά το κομμένο κεφάλι του λήσταρχου. Το έδειξαν. Το γύρισαν γύρω γύρω να το δουν καλά όλοι και να ησυχάσουν. Στη συνέχεια το κομμένο κεφάλι του Λεωνίδα Μπαμπάνη, που είχε τρία τραύματα καθώς και γρατσουνιές από το σύρσιμό του μέσα στους θάμνους, μεταφέρθηκε στην κεντρική πλατεία της Ελασσόνας σε δημόσια θέα. Την επόμενη μέρα ένα απόσπασμα χωροφυλάκων πήγε στο δάσος και έθαψε το αποκεφαλισμένο κορμί.  

Η επικήρυξή του

Πριν πεθάνει, η επικήρυξη είχε φτάσει στο μυθικό ποσό των 1.200.000. Οι 950.000 δόθηκαν σε πέντε χωρικούς της Βαρδικούσας που είχαν καταδώσει το κρησφύγετο του λήσταρχου και στη συνέχεια πήραν μέρος στην επιχείρηση και 200.000 μοιράστηκαν στον ανώτερο διοικητή χωροφυλακής Θεσσαλονίκης Δροσόπουλο, τον υπομοίραρχο Μαμαλέτη, τον ανθυπομοίραρχο Φλέγκα και στους χωροφύλακες Καραϊτη, Τσαντίλα, Χαρίτο και Τζόγια, οι οποίοι θεωρήθηκε ότι είχαν σκοτώσει τον λήσταρχο.

Σύμφωνα με τις περιγραφές της επικήρυξης ο Μπαμπάνης είχε την εξής μορφή: «απίσιου εσκιμώου, ερυθροπόρου και ήταν μάλλον ξανθός, έτρεφεν αραιάν γενειάδα και κόμην ξανθή και μακριάν κατερχόμενην κάτω του αυχένος. Το στόμα του ήταν υπερμέτρως μέγα ενώ οι οφθαλμοί ήταν μικροί, λάμποντες, με χρώμα αλώπεκος. Το ανάστημά του ήταν σπιθάμιαίο, εφόρει δε φουστανέλλαν εκ λευκού μεν υφάσματος αλλά κατάμαυρον». 

Η πρώτη επικήρυξη του Μπαμπάνη δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως τον Φεβρουάριο του 1925 και ανερχόταν στο ποσό των 10.000 δραχμών για την υπόδειξη του κρησφύγετου του και 20.000 για τη σύλληψη ή τον φόνο του. Το 1926 με απόφαση της Επιτροπής Ασφαλείας του νομού Λαρίσης, το ποσό της επικήρυξης αυξήθηκε σε 30.000 και 70.000 αντίστοιχα. Λίγο πριν από την εξόντωσή του, τα ποσά της επικήρυξης είχαν ανέβει σε 500.000 για την υπόδειξη ή τη σύλληψή του και 700.000 για την εξόντωσή του.

Όταν η είδηση της εξόντωσης του λήσταρχου, ο οποίος ήταν ο τελευταίος της θρυλικής συμμορίας Γιαγκούλα, Μπαμπάνη και Τσαμήτα, ανακοινώθηκε στον Ελευθέριο Βενιζέλο, ο «πρωθυπουργός εξέφρασε την ικανοποίησήν του», καθώς είχε δώσει την υπόσχεσή στους κατοίκους των Ιωαννίνων για την οριστική εξάλειψη της ληστείας.

 Βασίλης Τζανακάρης, “Οι λήσταρχοι: Τα παλληκάρια τα καλά σύντροφοι τα σκοτώνουν”, εκδόσεις Μεταίχμιο 

Διαβάστε επίσης στην ΜτΧ: Λήσταρχος Γιαγκούλας προς αρχηγό χωροφυλακής: «Τι πιέζεις τους εργατικούς ανθρώπους βρε κωλογαλονάδες γαμώ τ’ αστέρια σας». Οι κινηματογραφικές αποδράσεις και οι μεταμφιέσεις του

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here