(Απόσπασμα από το βιβλίο Μια σταγόνα ιστορία – Μέρος τρίτο, Δημήτρης Καμπουράκης, Εκδόσεις Πατάκη)

Στο διάστημα από τον Δεκέμβριο του 1941 και για όλο το 1942, οι ιάπωνες μιλιταριστές, έχοντας εξουδετερώσει προσωρινά τον αμερικανικό στόλο με την επίθεση στο Περλ Χάρμπορ, κατέλαβαν το ένα μετά το άλλο τα νησιά του Ειρηνικού.

Η Σιγκαπούρη ήταν την εποχή εκείνη σημαντικότατος εμπορευματικός σταθμός της Βρετανικής Αυτοκρατορίας με μεγάλη ναυτική βάση, αεροδρόμιο, οχυρώσεις υψηλού κόστους και προσωπικό άνω των 100.000 ανδρών. Η σπουδαιότητά της για τους Βρετανούς ήταν προφανής. Μέσω αυτής έλεγχαν τον δρόμο από τις Ινδίες προς την Αυστραλία και εκμεταλλευόταν μια πελώρια περιοχή, που κατείχε το 40% της παγκόσμιας παραγωγής καουτσούκ και το 60% της παγκόσμιας παραγωγής κασσίτερου.

Στρατιωτικός διοικητής της Σιγκαπούρης ήταν ο σερ Σέλτον Τόμας, ο οποίος είχε σπουδάσει θεολογία και είχε διοριστεί στη θέση με ρουσφέτι λόγω της καταγωγής του και των ισχυρών ερεισμάτων της οικογένειάς του στην αγγλική κοινωνία. Διακατεχόταν από την υπεροψία του άγγλου αριστοκράτη, που θεωρούσε όλες τις ντόπιες φυλές -των Ιαπώνων συμπεριλαμβανομένων- βιολογικά κατώτερες και ανίκανες να αντιμετωπίσουν τα στρατεύματα της Αυτοκρατορίας.

Δεν έκανε το παραμικρό για να ενισχύσει την άμυνα της Σιγκαπούρης και συνέχισε να πηγαινοέρχεται σε δεξιώσεις και τροπικά κοκτέιλ μέχρι τη στιγμή που οι Ιάπωνες φάνηκαν μπροστά στην πόρτα του, έχοντας διασχίσει μια ζούγκλα που θεωρούνταν απροσπέλαστη. Τότε μόνο μάζεψε τους στρατηγούς του και τους έδωσε μια λακωνική διαταγή, που έμεινε στη στρατιωτική ιστορία ως το απαύγασμα της ανοησίας και της υπεροψίας: «Υποθέτω ότι θα διώξετε αυτούς τους κοντούς».

Όμως, οι κοντοί, 30.000 έναντι 100.000 Βρετανών, κατέλαβαν το νησί μέσα σε έξι μέρες, κατέλαβαν τη ναυτική βάση δίχως ντουφεκιά, κατέστρεψαν το αεροδρόμιο, βύθισαν δύο βρετανικά θωρηκτά, έσφαξαν περίπου 50.000 αμάχους και αιχμαλώτισαν όλη τη δύναμη των Βρετανών. Όταν ο πρωθυπουργός Τσόρτσιλ έμαθε τα νέα, είπε: «Έκλεισα το τηλέφωνο. Ευτυχώς που ήμουν μόνος. Στη διάρκεια του πολέμου δεν έπαθα άλλο τόσο ισχυρό σοκ». Οι κοντοί είχαν κάνει περίπατο.

Έλληνες και Βούλγαροι, αφού είχαν κατανικήσει ως σύμμαχοι την Τουρκία λίγους μήνες νωρίτερα στον Α’ Βαλκανικό Πόλεμο, ετοιμάζονταν τώρα να εμπλακούν σε πόλεμο μεταξύ τους. Wikimedia Commons

Κάτι αντίστοιχο είχε προβλέψει κι ένας βρετανός δημοσιογράφος, ο Κρόφορντ Πράις των Times, όταν το 1913 βρέθηκε στην προσφάτως απελευθερωθείσα Θεσσαλονίκη. Έλληνες και Βούλγαροι, αφού είχαν κατανικήσει ως σύμμαχοι την Τουρκία λίγους μήνες νωρίτερα στον Α’ Βαλκανικό Πόλεμο, ετοιμάζονταν τώρα να εμπλακούν σε πόλεμο μεταξύ τους. Ο Πράις, συγκρίνοντας τους Έλληνες και τους Βούλγαρους στρατιώτες που έβλεπε στη Θεσσαλονίκη, έγραψε: «Η αρρενωπή διάπλαση και το στρατιωτικό παράστημα των Βουλγάρων μας έχουν εντυπωσιάσει όλους. Ο Έλληνας στρατιώτης, σε σύγκριση με τον Βούλγαρο, είναι μικροσκοπικός, έχει λιγότερη πειθαρχία και δεν έχει καν μάθει να φορά σωστά τη στολή του».

Με βάση αυτές τις παρατηρήσεις, ο Πράις προέβλεπε ότι σε μια ελληνοβουλγαρική σύγκρουση, οι ψηλοί, ευθυτενείς και πειθαρχημένοι Βούλγαροι θα νικούσαν κατά κράτος τους κοντούς και ατημέλητους Έλληνες, που θεωρούσαν την πειθαρχία χαζό εξαναγκασμό. Πιθανότατα, κάθε επαγγελματίας στρατιωτικός θα έκανε την ίδια διαπίστωση.

Κι όμως, στον Β΄ Βαλκανικό Πόλεμο που ακολούθησε, οι κοντοί Έλληνες διέλυσαν τις πειθαρχημένες ταξιαρχίες των Βουλγάρων, καταλαμβάνοντας όλη την ανατολική Μακεδονία και τη Θράκη, και διδάσκοντας ότι ο πόλεμος δεν είναι θέμα ύψους, αλλά πατριωτισμού και φιλότιμου.

Πηγή χαρακτηριστικής εικόνας: Wikipedia

Διαβάστε στη «ΜτΧ»: «Σπάγαμε πέτρες μέσα στη βροχή, το χιόνι και τον καύσωνα». Ντουρντουβάκια, Έλληνες όμηροι στα βουλγαρικά τάγματα εργασίας. Συγκλονιστικές μαρτυρίες όσων επέζησαν στη «Μηχανή του Χρόνου». Νέα εκπομπή

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here