Στις 26 Ιουνίου 1974, δηλαδή έναν μήνα πριν από την πτώση της χούντας στην Ελλάδα, εμφανίστηκε για πρώτη φορά στους γαλλικούς κινηματογράφους η ταινία «Εμμανουέλα».

Οι Γάλλοι έκαναν ουρές για να δουν την ερωτική ταινία που «διαπαιδαγώγησε» ερωτικά εκατομμύρια νέους σε όλο τον κόσμο. Σε λιγότερο από έναν μήνα την είχαν δει περισσότεροι από 500 χιλιάδες θεατές. Στην Ελλάδα η ταινία ήρθε σχεδόν έναν χρόνο αργότερα. Την έφερε ο Βίκτωρας Μιχαηλίδης της μεγάλης κινηματογραφικής εταιρίας «Δαμασκηνός – Μιχαηλίδης». Όμως, δεν έπαιξε πολύ στις κινηματογραφικές αίθουσες. Λογοκρίθηκε αμέσως και κόπηκε λίγες μέρες μετά την πρώτη προβολή της παρόλο που είχε εισπρακτική επιτυχία.

Την τελευταία μέρα του Μαρτίου του 1975 η «Εμμανουέλα» έπαιξε σε 15 κινηματογράφους της Αθήνας. Σύμφωνα με στοιχεία που είχε δημοσιεύσει η εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ στις 2 Απριλίου 1975, την πρώτη μέρα προβολής της κόπηκαν 40 χιλιάδες εισιτήρια, «από το συνολικό αντίτιμο των οποίων, το 1.000.000 δραχμών αντιπροσωπεύει κρατικό έσοδο». Αυτό σήμαινε ότι προσέλκυσε το κοινό ήδη από την πρώτη μέρα και έφερε στο κράτος σημαντικά έσοδα από τον φόρο των δημόσιων θεαμάτων.

Όμως, λίγες μέρες μετά την πρεμιέρα της η ταινία αποσύρθηκε από τους κινηματογράφους. Εκείνη την εποχή όλες οι ταινίες περνούσαν από την Επιτροπή Λογοκρισίας, μια υπηρεσία που είχε καθιερωθεί στα χρόνια της χούντας, ώστε να μην προβάλλονται ταινίες που προσέβαλαν «το έθνος, τη θρησκεία και την οικογένεια». Παρόλο που είχε αποκατασταθεί η δημοκρατία στην Ελλάδα, η Επιτροπή Λογοκρισίας λειτουργούσε ακόμη. Η «Εμμανουέλα» είχε περάσει τον έλεγχο της πρωτοβάθμιας επιτροπής. Είχε θεωρηθεί ακατάλληλη μόνο για νέους και νέες ηλικίας κάτω των 17 ετών.

Η ιστορία της φιλελεύθερης Εμμανουέλας που δεν δίσταζε να μοιραστεί το κρεβάτι της και με άλλους άνδρες, αλλά και γυναίκες, πέραν του συζύγου της, προσέλκυσε τους θεατές. Στην Ελλάδα θεωρήθηκε άσεμνη. Πηγή εικόνας Wikimedia Commons

Οι αντιδράσεις του κόσμου και κυρίως της εκκλησίας οδήγησαν την «Εμμανουέλα» στα δικαστήρια. Στο εδώλιο οδηγήθηκαν ο Βίκτωρας Μιχαηλίδης που είχε φέρει την ταινία στην Ελλάδα, καθώς και 12 αιθουσάρχες που την είχαν προβάλλει. Την υπεράσπιση είχε αναλάβει ο Αλέξανδρος Λυκουρέζος.
Ο εισαγγελέας Λαμπρόπουλος ζήτησε αρχικά επανέλεγχο από τη δευτεροβάθμια επιτροπή. Όμως, τα μέλη της επιτροπής διχάστηκαν.
Όσοι πρότειναν την απαγόρευση της ταινίας υποστήριζαν ότι «η Εμμανουέλα είναι ταινία πανηδονιστική και υπονομεύει υγιείς αντιλήψεις που έχει το ελληνικό κοινό για την έννοια της οικογένειας.»
«Είναι απαράδεκτο να δοθεί άδεια σε ένα τέτοιο φιλμ όπου ο σύζυγος ενθαρρύνει τη σύζυγό του να μοιχεύεται, πράγμα που είναι τελείως ασύμφωνο με την ελληνική κοινωνική πραγματικότητα», έλεγαν. Και συνέχιζαν: «Σύμφωνα με την υπάρχουσα νομοθεσία μια ταινία κρίνεται «απαγορευτέα» όταν είναι επιβλαβής για τη νεότητα, δυσφημεί τη χώρα, προπαγανδίζει ανατρεπτικές θεωρίες, καθάπτεται της χριστιανικής θρησκείας και υπονομεύει τας υγιείς παραδόσεις του ελληνικού λαού».
Η άλλη πλευρά υποστήριζε την ελεύθερη προβολή της ταινίας ελεύθερα χωρίς λογοκρισία. Τελικά, η δευτεροβάθμια επιτροπή έδωσε την άδεια για την προβολή.

Η «Εμμανουέλα» στην Ελλάδα έκοψε 40 χιλιάδες εισιτήρια την πρώτη ημέρα προβολής της. Ο μητροπολίτης Φλώρινας στραφηκε αμέσως κατά του έργου με αφορισμούς. Απρίλιος 1975. Πηγή εικόνας Youtube

Η ιδιωτική  προβολή της ταινίας για τους δικαστές

Ο εισαγγελέας Λαμπρόπουλος όρισε τριμελή επιτροπή για να εξετάσει την υπόθεση. Πρώτος μίλησε ο καθηγητής της Φιλοσοφικής Σχολής Σκιαδάς, ο οποίος χαρακτήρισε την ταινία «άσεμνη» και είπε «ότι προσβάλλει τη δημόσια αιδώ, αλλά πρόσθεσε ότι είναι ενάντια κάθε μορφής λογοκρισίας».
«Αυτό που οδηγούν τον κόσμο να δουν την ταινία, δεν είναι η ποιότητά της, αλλά οι λεσβιακοί έρωτες, οι παραφύσιν συνουσίες και άλλα σεξουαλικά όργια», είπε στη δίκη.
Το δεύτερο μέλος της επιτροπής, ο καθηγητής Μπακατσούλας τη χαρακτήρισε «αισχρό κατασκεύασμα» και είπε πως «η νεολαία κινδυνεύει».
Ο καθηγητής Νομικής Γιάννη Μόραλης τάχθηκε με σφοδρότητα ενάντια στην ταινία και τη χαρακτήρισε «σαν δυναμίτιδα στα θεμέλια της οικογένειας».
Όμως, για να μπορέσει ο πρόεδρος του δικαστηρίου, ο εισαγγελέας και οι δικαστές να σχηματίσουν μια ολοκληρωμένη άποψη είδαν την ταινία σε «πριβέ» προβολή  στον κινηματογράφο «Ορφέας».

Μητροπολίτης Φλωρίνης Καντιώτης: «Έξω από την Ορθόδοξον Χριστιανικήν μας Ελλάδα το πορνό. Έξω το «Εμμανουέλα». Έξω πάσα βρωμερά και βλάσφημος ταινία».

Τελικά, στις 18 Απριλίου 1975 απαγορεύτηκε η προβολή της ταινίας, ενώ ο Μιχαηλίδης και οι αιθουσάρχες αθωώθηκαν,  καθώς «είχαν άδεια προβολής».
Ωστόσο, ο εισαγγελέας άφησε ένα παραθυράκι ανοιχτό για να επιτραπεί κάποια στιγμή η προβολή της «Εμμανουέλας», όταν «θα άλλαζαν οι κοινωνικές συνθήκες» στη χώρα.

Λίγες μέρες αργότερα, ο μητροπολίτης Φλώρινας Αυγουστίνος είπε για τον παραγωγό της ταινίας: «Ο παραγωγός της ταινίας αυτής θα πρέπει να είναι ομοφυλόφιλος τις εκ των καθαρμάτων της αίσχρας και διεφθαρμένης Δύσεως, ο οποίος δια της ταινίας αυτής ηθέλησε να εξευτελίσει τη γυναίκα, να παρουσιάσει αυτή ως σκεύος ακαθάρτων ηδονών και να δικαιολογήσει όλας τας απιθάνους διαστροφάς του γεννετησίου ενστίκτου».

Και συνέχισε: «Έξω από την Ορθόδοξον Χριστιανικήν μας Ελλάδα το πορνό. Έξω το «Εμμανουέλα». Έξω πάσα βρωμερά και βλάσφημος ταινία».

«Ψωμί, σαρδέλα, Εμμανουέλα»

Η «Εμμανουέλα» επέστρεψε στη μεγάλη οθόνη της Ελλάδας περίπου έναν χρόνο αργότερα με την ένδειξη «αυστηρώς ακατάλληλο για ανηλίκους», ενώ αρκετές σκηνές κόπηκαν. Λέγεται ότι οι θεατές στον κινηματογράφο «Νιρβάνα» της Λεωφόρου Αλεξάνδρας κατά τη διάρκεια της προβολής της ταινίας άρχισαν να φωνάζουν «Άξιος! Άξιος!» για τον σύντροφο της Εμμανουέλας. Αργότερα, η έκφραση χρησιμοποιήθηκε για να χαρακτηρίσει τον Γκουσγκούνη που έκανε επιτυχία ήδη από την περίοδο της δικτατορίας. Στην οδό Αχαρνών και Περγάμου βρισκόταν το περίφημο τσοντάδικο «Εσπέρια». Εκεί πολλοί νέοι άρχισαν να φωνάζουν συνθήματα όπως «ο Γκουσγκούνης στη Βουλή» και «ο Γκουσγκούνης αρχηγός». Ήταν μια ιδιότυπη αντίδραση στη υποκριτική σεμνοτυφία της δικτατορικής κυβέρνησης που άνοιγε κεφάλια των αντιφρονούντων, αλλά ήθελε «χριστιανική» αρετή για την νεολαία.

Αυτός ο χιουμοριστικός τρόπος αντίδρασης κυριάρχησε και στη μεταπολίτευση. Η ταινία «Εμμανουέλα» έγινε σύνθημα και έτσι προέκυψε το «Ψωμί, σαρδέλα, Εμμανουέλα». Μια μέρα σηκώθηκε κάποιος στην σκηνή του σινεμά και είπε ότι θα κατεβάσει ψήφισμα: «Διαμαρτυρόμαστε ενάντια στις ξενόφερτες τσόντες τύπου Εμμανουέλας, που δεν αναγνωρίζουν τον ρόλο του μπροστάρη στον Γκουσγκούνη και το ελληνικό ερωτικό κίνημα. Γι’ αυτό ζητάμε πορεία στο Τριανόν και κατάληψη της αίθουσας», είπε.
Και συνέχισε «Και να φύγει η Εσπέρια από το ΝΑΤΟ!». Και τότε όλοι άρχισαν να φωνάζουν «Έξω η Εσπέρια- από το ΝΑ-ΤΟ», καθώς μιμούνταν τον Ανδρέα Παπανδρέου που τασσόταν κατά του ΝΑΤΟ στις ομιλίες του.

Το τραγούδι των τίτλων από την ταινία «Εμμανουέλα» έγινε διάσημο και σύμβολο ερωτισμού:

Διαβάστε επίσης στην ΜτΧ: Εμμανουέλα. Η καταραμένη ζωή της Σίλβια Κριστέλ που έγινε σύμβολο του σεξ. Ο βιασμός, η απώλεια, τα ναρκωτικά και το κάπνισμα που ξεκίνησε από 11 ετών

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here