Τα αγόρια φορούν τιράντες, ριγέ μπλουζάκια και γραβάτες.
Τα κορίτσια έχουν περιποιημένα μαλλιά, φορούν αέρινα φορέματα και χαμηλά παπούτσια για να είναι άνετες.

Οι χορευτές είναι μαύροι και λευκοί, χαμογελούν και ξεδίνουν σε μία από τις πολλές αίθουσες χορού που συναθροίζονταν.

Ιστορία του Σουίνγκ

Το Σουίνγκ ξεκίνησε στη διάρκεια του μεσοπολέμου στην Αμερική, ταυτίστηκε με τον έντονο χορό και τις ρυθμικές φιγούρες ανάμεσα στα ζευγάρια.
Ήταν η εξέλιξη της τζαζ μουσικής και χορεύτηκε για πρώτη φορά το 1923 στο Τσάρλεστον από αφρικανούς λιμενεργάτες.
Στις αρχές της δεκαετίας του ’30, στο Χάρλεμ της Νέας Υόρκης, οι αίθουσες γέμιζαν από καλοντυμένους νέους, που κουνιούνταν ρυθμικά υπό τους ήχους των ορχηστρών Big Band.
Οι “Bing Band” ορχήστρες αποτελούνταν από μαύρους και λευκούς μουσικούς, βρισκόταν στην κορυφή της πίστας και έδιναν το ρυθμό.
Το Σαβόι Μπόλρουμ (Savoy Ballroom) ήταν το γνωστότερο κλαμπ σουίνγκ στη Νέα Υόρκη, εκεί γεννήθηκαν οι πρώτες εναέριες φιγούρες και έγινε γνωστό το σουίνγκ στην υπόλοιπη Αμερική.
Ο χορός που συνόδευε τη σουίνγκ μουσική, ονομάστηκε «Λίντυ Χοπ» και πήρε το όνομα του από τον Τσαρλς Λίντμπερχ, ο οποίος πραγματοποίησε τη πρώτη σόλο πτήση από τη Νέα Υόρκη στο Παρίσι.
Το όνομα έδωσε ο χορευτής Τζορτζ Σνόουντεν, παρομοιάζοντας το τρελό βηματισμό και τις γρήγορες φιγούρες του σουίνγκ με το πήδημα του Λίντμερχ στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού.
Τα ζευγάρια πιάνονταν χέρι χέρι, διέσχιζαν όλη τη πίστα, γλιστρούσαν, περιστρέφονταν και επιδίδονταν σε ένα τρελό ξεφάντωμα.
Με τον χορό τους οι νέοι αντιδρούσαν στη κοινωνική καταπίεση και στο συντηρητισμό της εποχής.
Οι αίθουσες χορού λειτουργούσαν ως τόπος αποφόρτισης και διασκέδασης για τους νέους.
Στη ναζιστική Γερμανία οι χορευτές του σουίνγκ θεωρούνταν απροσάρμοστοι, καθώς δεν ταίριαζαν με τους υπόλοιπους συνομήλικους τους, που είχαν στρατευτεί στο κόμμα του Χίτλερ.

Οι ναζιστική απαγόρευση

«Απαγορεύεται η μουσική των μαύρων και των εβραίων» με αυτή τη φράση, η επίσημη μουσική ναζιστική οργάνωση (RMK) σε συνεργασία με τη Γκεστάπο, απαγόρευε στους Γερμανούς πολίτες να χορεύουν σουίνγκ.
Έως το 1938 οι καλλιτέχνες της τζαζ συνέχιζαν να παίζουν τη μουσική τους στη χιτλερική Γερμανία, οι αίθουσες χορού ήταν κατάμεστες και ο χορός θεωρούνταν αναπόσπαστο κομμάτι για τη νεολαία.
Τα βράδια πήγαιναν στα πάρτι και χορεύοντας αντιδρούσαν στην ομοιομορφία που προωθούσε το καθεστώς.
Οι χορευτές άφηναν μακριά μαλλιά, φορούσαν εκκεντρικά καπέλα και αρνούνταν να συμμετέχουν στη νεολαία του Χίτλερ.
Η ελευθερία που προωθούσε η μουσική ήταν αρκετή για να γίνει αντιπαθητική στις τάξεις των ναζιστών.
Η Γκεστάπο πραγματοποιούσε συχνά εφόδους στις αίθουσες χορού και διέλυε το πλήθος.

Η πρωτοτυπία του σουίνγκ ήταν ότι στις ορχήστρες συμμετείχαν λευκοί και νέγροι μουσικοί, ενώ ο «βασιλιάς του σουίνγκ», Μπένι Γούντμαν ήταν Εβραίος.

Η σύνδεση της σουίνγκ μουσικής με τις φυλετικές διακρίσεις ήταν βασικός λόγος που οι Ναζί πήραν αυστηρότερα μέτρα εναντίον της.
Στις αρχές του 1940, η Γκεστάπο συλλαμβάνει όσους χορεύουν και τους στέλνει στα στρατόπεδα συγκέντρωσης.

Οι μαζικές διώξεις πολλών οπαδών και μουσικών αποδυνάμωσε το σουίνγκ, με το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου παρήκμασε και το διαδέχτηκαν νέα είδη χορού.

Το 1993 γυρίστηκε η ταινία «Τα παιδιά του Σουίνγκ», η οποία πραγματεύεται την αντίδραση των νέων που χόρευαν σουίνγκ ενάντια στο Χιτλερικό καθεστώς που το απαγόρευε.

Πηγή χαρακτηριστικής εικόνας: Wikimedia Commons

Διαβάστε επίσης στη «ΜτΧ»: Βαλς, ο χορός που είχε απαγορευτεί επειδή θεωρούνταν προκλητικός. Πως από συνήθεια των αγροτών έγινε ο αγαπημένος χορός της υψηλής κοινωνίας και καθιερώθηκε με τη μουσική του Γιόχαν Στράους

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here