του ερευνητή ναυτικής ιστορίας και μικροναυπηγού Ευάγγελου Ν. Γρυπιώτη 

Οι Ελληνικοί Πάρωνες – μπρίκια, αποτέλεσαν μοναδική τομή στην ιστορία της ναυσιπλοΐας και της ναυπηγικής εξέλιξης του δεύτερου μισού του 18ου και των αρχών του 19ου αιώνα.

Ένα πλοίο σταθμός με μοναδικές καινοτομίες, τόσο στην ναυπηγική του κουλτούρα όσο και τις αξεπέραστες ικανότητες πλεύσης και εκμετάλλευσης της δύναμης των ανέμων.

Ένας θρύλος που έπλασαν οι μοναδικές δεξιότητες των Ελλήνων καραβομαραγκών και οι απαράμιλλες ικανότητες των Ελλήνων καπεταναίων και πληρωμάτων, σε μία εποχή που ξύλινα σκαριά και ναύτες από ατσάλι, όργωναν τις θάλασσες του κόσμου γράφοντας ιστορία.

Μία σχέση, πλοίων και πληρωμάτων που πολλές φορές άγγιζε το φανταστικό, το απραγματοποίητο, για τα πληρώματα των μεγάλων ναυτικών δυνάμεων που με θαυμασμό αλλά και φθόνο, έβλεπαν τους τότε ραγιάδες, αυθέντες των κυμάτων, των αέρηδων και των στοιχείων της θάλασσας.

Μπρίκια
Ευρωπαϊκά , Αμερικάνικα  και Ελληνικό Μπρίκι

«Αντελήφθην, ότι επρόκειτο περί ναυμαχίας μεταξύ οθωμανικού πλοίου της γραμμής και του βρικιού «ΝΑΖΑΡΕΤ», του οποίου ο πλοίαρχος χαίρει φήμης εξαίρετου ναυτικού. Ανέκοψα δια να παρακολουθήση την συμπλοκήν το πλήρωμα και να του χρησιμεύση ως δίδαγμα. Αλλ’ οι ελιγμοί του χριστιανικού βρικιού απετέλεσαν πολύτιμον δίδαγμα και δι’ εμέ προσωπικώς… Εντός συντόμου χρονικού διαστήματος το οθωμανικόν, αν και είχε την υπεροπλίαν, ετρέπετο εις επονείδιστον φυγήν, καταδιωκόμενον υπό του πειρατικού. Ολίγον αργότερον ανετινάσσετο, βληθέν εις την πυριτιδαποθήκην του… Δεν αποτελεί υπερβολήν η πρόβλεψις ότι, εις περίπτωσιν εξεγέρσεως, οι Έλληνες ναυτικοί, αν και στερούμενοι μεγάλων σκαφών, θα επικρατήσουν πλήρως.»

«Επί του πλοίου της γραμμής «ΤΟΥΛΩΝ» τη 26η Ιουλίου 1810

Φιλίπ ντ’ Εσπερόν

Πλοίαρχος Κυβερνήτης »

Tα Ευρωπαϊκά και τα Αμερικάνικα Μπρίκια κατασκευάζονταν εξ αρχής, είτε σαν πολεμικά, είτε σαν εμπορικά πλοία, σε αντίθεση με τα Ελληνικά που λόγω της κυριαρχίας των Οθωμανών και των περιορισμών που επέβαλαν, είχαν πάντα μικτό χαρακτήρα.

Είναι μία περίοδος που σε ότι  τουλάχιστον αφορά τα Ελληνικά σκαριά οι κανόνες μεταβάλλονται ανάλογα με τις δυνατότητες και τα οικονομικά των Ελλήνων πλοιοκτητών. Για αυτό τον λόγο συναντούμε και αυτές τις μεγάλες διαφορές στο εκτόπισμα, Ελληνικών πλοίων του ιδίου τύπου, Πάρωνες – Μπρίκια 200, 350 ή και 500 ακόμα τόνων.

Τον Έλληνα καπετάνιο ή πλοιοκτήτη τον ενδιέφερε να κατασκευάσει ένα σκαρί ικανό να μεταφέρει αρκετά εμπορεύματα και συνάμα να διαθέτει τον κατάλληλο για την άμυνα του, εξοπλισμό (κανόνια).

Αμπάρι εμπορευμάτων και κατάστρωμα μάχης

Η Γάστρα των Ελληνικών Μπρικιών ήταν, τουλάχιστον από τις περιγραφές, προσαρμοσμένη σε αυτές τις ειδικές συνθήκες. Ακόμα και τα πλοία που κατασκευάζονταν σε ναυπηγεία του εξωτερικού, «κτίζονταν» κάτω από την επίβλεψη των Ελλήνων πλοιοκτητών και μαστόρων που προσάρμοζαν την κατασκευή σύμφωνα με τις ανάγκες και το Βαλάντιο τους.

«Ταξίδι στον χρόνο» και στην καθημερινότητα των ανθρώπων της θάλασσας

Υπάρχουν εκατοντάδες εικόνες, πρωτότυποι πίνακες, μα και φωτογραφίες, από τον διασωθέντα ΆΡΗ, (το ιστορικό μπρίκι του Τσαμαδού) που μας δίνουν μία σαφή εικόνα της γάστρας, της ιστιοφορίας και του αριθμού, με βάσει τις μπουκαπόρτες, των πυροβόλων που έφεραν τα πλοία του αγώνα, καθώς και άφθονα στοιχεία σε ότι αφορά το εξωτερικό σκέλος των υπερήφανων αυτών πλοίων.

Μπρίκια
Μπρίκια διαφόρων τύπων

Δυστυχώς όμως πέραν των γραπτών περιγραφών που άφησαν οι καπεταναίοι και ιδιοκτήτες των περίφημων αυτών σκαριών, δεν υπάρχει, ή και εάν υπάρχουν είναι δυσεύρετες, καμία εικονική αποτύπωση, ζωγραφική ή φωτογραφική .

Κάτι που θα μπορούσε να έχει υπάρξει μιας και το ιστορικό μπρίκι Άρης του Τσαμαδού, διατηρήθηκε αλώβητο μέχρι και τις ημέρες μας, όπου και βυθίστηκε χωρίς κανένας αρμόδιος να φροντίσει να διαφυλάξει τον εθνικό αυτό θησαυρό και τα μυστικά της δομής και διάταξης των εσωτερικών χώρων, των ηρωικών αυτών πλοίων) που να σχετίζεται με τον εσωτερικό «μικρόκοσμο», τον εξοπλισμό και την διάταξη των χώρων που διέθεταν τα μπρίκια των Ελλήνων αγωνιστών.

Με απόλυτο σεβασμό στην ιστορία και μετά από ενδελεχή έρευνα των πηγών, των περιγραφών και της ναυπηγικής κουλτούρας της εποχής το ερευνητικό αυτό πόρισμα προσπαθεί να αποκωδικοποιήσει, μέσα από την τέχνη της Μικροναυπηγικής και της ψηφιοποίησης των εικόνων, τα μυστικά του εσωτερικού αυτού μικρόκοσμου των πλοίων του αγώνα της ανεξαρτησίας του 1821, παρέχοντας στους αναγνώστες-θεατές του, μία μοναδική εμπειρία.

Ο επικρατέστερος τύπος των Ελληνικών Μπρικιών, διαθέτει δύο επίπεδα (αμπάρια) με κατώτερο, μέσο και κύριο κατάστρωμα.

Με κύριο το «ξυρισμένο κατάστρωμα» όπου βρίσκονται τα πυροβόλα του πλοίου, ο «εργάτης της άγκυρας» και το σύστημα πλοήγησης του πλοίου (τιμόνι – πηδάλιο ), με τους χώρους διαμονής του καπετάνιου και του πληρώματος να βρίσκονται, στο πρώτο αμπάρι – μέσο κατάστρωμα όπου λογικά πρέπει να βρίσκεται ο χώρος διαμονής του πληρώματος, η αποθήκη των όπλων, των πυρομαχικών, οι προμήθειες, το μαγειρείο του πλοίου, με τους καθαρά αποθηκευτικούς χώρους των εμπορευμάτων να βρίσκονται στο δεύτερο αμπάρι – κατώτερο κατάστρωμα.

Πλάγια όψη του πλοίου - Το ανώτερο κατάστρωμα του πλοίου

Το μέσο κατάστρωμα του πλοίου, όπου φιλοξενούνται, από αριστερά προς τα δεξιά, η καμπίνα του πλοιάρχου ή πλοιοκτήτη, στον ενδιάμεσο χώρο διακρίνονται μικροί κλειστοί χώροι που φιλοξενούν τις αποθήκες των «ευγενών εμπορευμάτων» (μετάξια, μπαχαρικά, ακριβά ποτά) και των υλικών (σκοινιά, ιστία, πυριτιδαποθήκη, αποθήκη ξυλείας, το μπαλαούρο – φυλακή).

Στη συνέχεια βρίσκεται ο χώρος ενδιαίτησης, το υπνωτήριο και κάτω από το σκεπαστό μέρος βρισκόταν το μαγειρείο του πλοίου.

Στο κατώτερο αμπάρι του πλοίου υπήρχε ένας ενιαίος σχεδόν χώρος, κατάλληλος για την αποθήκευση μεγάλων ποσοτήτων εμπορευμάτων. Αυτός ο χώρος σε περιόδους όπου τα πλοία λειτουργούσαν σαν εμπορικά (κατά την προεπαναστατική κυρίως περίοδο) ήταν κατάμεστα από εμπορεύματα που έφερναν στους Έλληνες πλοιοκτήτες τεράστια κέρδη, ιδιαίτερα κατά την περίοδο των Ναπολεόντιων πολέμων.Μέσο κατάστρωμα, αποθήκες

Τότε όλες οι ναυτικές δυνάμεις της Ευρώπης είχαν παραμελήσει το εμπόριο, αλλά και το «σπάσιμο» των ναυτικών αποκλεισμών (κάτι που πετύχαιναν χάρη στις μοναδικές καινοτομίες των πλοίων τους), απέφεραν στους Έλληνες ναυτικούς τεράστιο πλούτο. Κατά την περίοδο των ναυτικών αγώνων της ανεξαρτησίας όπου τα πλοία λειτουργούσαν αμιγώς σαν πολεμικά, στο αμπάρι αυτό φυλάσσονταν οι προμήθειες του πλοίου.

Η ΚΑΜΠΙΝΑ ΤΟΥ ΚΥΒΕΡΝΗΤΗ

Ιδιαίτερος λόγος γίνεται από τους συγγραφείς για την κάμαρη (καμπίνα) του καπετάνιου. Πολλοί εύποροι καραβοκύρηδες έδιναν ιδιαίτερη σημασία στο χώρο διαμονής τους στο πλοίο. Για το λόγο αυτό φρόντιζαν η καμπίνα τους να μην υστερεί σε άνεση, πλούτο και πολυτέλεια από τα δωμάτια της οικίας τους.

Μία από τις πολλές αυτές περιπτώσεις επίδειξης πλούτου και άνεσης, αποτελούσε η καμπίνα του Μιαούλη στο πλοίο του, τον Αχιλλέα, όπου για τη διαμόρφωση του χώρου και τη διακόσμηση της είχαν δαπανηθεί 5.000 ισπανικά τάλιρα, όταν ολόκληρο το καράβι στοίχιζε 35.000- 40.000.

Ήταν ολόκληρη επενδεδυμένη από πολύτιμο ξύλο και βαρύτιμα υφάσματα. Το δάπεδο ήταν στρωμένο με πανάκριβες πλάκες από αυτές που χρησιμοποιούνταν στα Βενετσιάνικα παλάτια.

χώρος ενδιαίτησης, - υπνωτήριο

Η άνετη και πολυτελής καμπίνα του πλοιοκτήτη, στους χώρους δεξιά και αριστερά από το γραφείο του που διακρίνονται οι βαρύτιμες θύρες, βρίσκονταν οι κρεβατοκάμαρες του ιδίου και των παιδιών του, που σε πολλές περιπτώσεις είχαν μαζί τους σε κάποια ταξίδια, (χαρακτηριστικό παράδειγμα η οικογένεια των Αινιτών καπεταναίων Χατζή Αντώνη και Δόμνας Βισβίζη, οι οποίοι μεγάλωσαν και μόρφωσαν τα πέντε παιδιά τους στο μπρίκι τους την περίφημη ΚΑΛΟΜΟΙΡΑ).

Στους μικρότερους κλειστούς χώρους εκατέρωθεν του προθαλάμου της καμπίνας, υπήρχαν οι «τουαλέτες» που εξυπηρετούσαν την οικογένεια. Μέσα σε αυτούς τους χώρους υπήρχαν «δοχεία νυκτός» για τις ανάγκες. Την καθαριότητα των χώρων φρόντιζε πάντα κάποιο μέλος του πληρώματος ( συνήθως μικροί σε ηλικία, Καμαρότοι).

Τα βαρύτιμα έπιπλα αποτελούσαν πραγματικά ξυλόγλυπτα έργα τέχνης, φερμένα από το εξωτερικό, τα σκεύη ήταν όλα ασημένια ή και χρυσά, πανάκριβα χαλιά και μεταξωτά υφάσματα κάλυπταν το δάπεδο, το κρεβάτι και τα παράθυρα του πλοίου.

ΟΙ ΧΩΡΟΙ ΤΟΥ ΠΛΗΡΩΜΑΤΟΣ

Αυτό βέβαια δε συνέβαινε και με τον κουραδόρο, τον χώρο ενδιαίτησης του πληρώματος. Εκεί τα πράγματα ήταν απλούστερα και οι ανέσεις σχεδόν ανύπαρκτες. Ο κουραδόρος ήταν το πλωριό υπόφραγμα, ο θάλαμος με τα κρεβάτια του πληρώματος.

Τα κρεβάτια ήταν στενά και άβολα και επάνω σε αυτά άπλωναν στρώματα με χόρτο. Οι μπράντες- αιώρες δεν ήταν σε ευρεία χρήση στα ελληνικά πλοία. Την ώρα που οι ναύτες ήταν εκτός υπηρεσίας συγκεντρώνονταν στο κατάστρωμα από την πρύμνη μέχρι τον κύριο ιστό.

Κανείς τους δεν πλησίαζε την πρύμνη, ιερό χώρο του καπετάνιου, παρά μόνο όταν τελούσε σε διατεταγμένη υπηρεσία.

κουκέτες
Τα κρεβάτια του πληρώματος

Στην πλώρη του πλοίου, στο καφασωτό του ταλιαμά, βρίσκονταν οι τουαλέτες του πληρώματος. Ήταν ο καταλληλότερος χώρος μιας και διέθετε την δυνατότητα άμεσης «απομάκρυνσης» των λυμάτων, «καθαρισμό» από τα κύματα που μόνιμα έλουζαν την πλώρη του πλοίου, καθώς και την αποφυγή δυσάρεστων οσμών, μιας και ο αέρας που έσπρωχνε το πλοίο  τις έδιωχνε μακριά.

Η διαβίωση ήταν γενικά δύσκολη. Οι συνθήκες υγιεινής μέτριες και σε κάποιες περιπτώσεις κακές. Η τροφή και ο ιματισμός όχι πάντα επαρκείς, κάτι αναπόφευκτο βέβαια, για τα πλοία εκείνης της περιόδου.

ΤΑ ΞΥΛΟΓΛΥΠΤΑ ΠΟΥ ΚΟΣΜΟΥΣΑΝ ΤΟ ΣΚΑΡΙ

Ονομαστό ήταν το μεράκι των Ελλήνων καραβοκυραίων για το στόλισμα και το «σενιάρισμα» των καραβιών τους. Η διακόσμηση στα πλοία ήταν αρχαία συνήθεια. Για τον Έλληνα της Τουρκοκρατίας ήταν και ζήτημα κοινωνικής προβολής και καθιέρωσης.

Οι καπεταναίοι συναγωνίζονταν μεταξύ τους για την πιο εντυπωσιακή εμφάνιση του πλοίου τους και καμάρωναν όταν έβλεπαν στα μάτια των άλλων το θαυμασμό ή τη ζήλια. Η πλώρη και η πρύμνη του πλοίου γέμιζε στολίδια και ξυλόγλυπτα σχέδια.

Τα ξυλόγλυπτα
Τα ξυλόγλυπτα που διακοσμούσαν τα μπρίκια

Ξύλινες φιγούρες ανάγλυφες, ζωγραφισμένες που ονομάζονταν, όπως και στην αρχαιότητα, ακροστόλια. Το ακρόπρωρο ήταν πολύ σημαντικό και με ιδιαίτερη βαρύτητα γλυπτό, μιας και είχε άμεση σύνδεση με το πλοίο και κατά κάποιο τρόπο, εξέφραζε την προσωπικότητα του.

«Η πλώρη, το ιερότερο τμήμα του καραβιού, φιλοξενεί την προσωποποιημένη ψυχή του που διώχνει τα κακά, προστατεύει το πλήρωμα, φέρνει πλούτο και αφθονία αγαθών, δίνει δύναμη στους καραβοκυραίους και χαρίζει νίκες σε περίπτωση πολέμου.» Αλλά και τα στολίδια του «καθρέπτη» της πρύμνης αποτελούσαν πραγματικά έργα τέχνης.

Δρύινες συνήθως, ανάγλυφες παραστάσεις, αγκάλιαζαν όλη την ημικυκλική επιφάνεια της πρύμνης, απεικονίζοντας διάφορα συμπλέγματα. Πολεμικές παραστάσεις ηρώων, αγωνίσματα των αρχαίων, Τρίτωνες ,Σειρήνες και άλλα μυθικά θαλάσσια όντα.

Ο ιστορικός Ανάργυρος Αν. Χατζηανάργυρος μας αφήνει την πλέον αξιόπιστη μαρτυρία για τη διακόσμηση των ελληνικών καραβιών της εποχής. Γράφει για τον «Ποσειδώνα».

Την άνοιξη του 1818 είχε αγκυροβολήσει στην Κωνσταντινούπολη, ερχόμενος από τη Μασσαλία, όπου είχε κάνει την «δέουσαν συσκευήν». Είχε χρυσώσει το ακρόπρωρο και τα ανάγλυφα της πρύμνης…

«Έφερε δε, εκλεκτά πυροβόλα εξέχοντα από τις θυρίδες των τοίχων του πλοίου, του οποίου οι ζωστήρες ήταν ζωηρότατα και πλατύτατα χρωματισμένοι.»Επίσης, η περιγραφή του «Περικλή» αποτελεί μια αξιόπιστη και ακριβή περιγραφή του στολισμού της πρύμνης και της σημασίας του. Στο ημικύκλιο του καθρέφτη, κατά τον Χατζηανάργυρο, υπήρχαν τα εξής ανάγλυφα: αριστερά προς τα επάνω ήταν η θεά Τύχη τυφλή, κρατώντας το κέρας της Αμάλθειας, από το οποίο έπεφταν χρυσά και αργυρά “κερμάτια”. Επάνω από αυτήν ήταν τοποθετημένος, ο “Κερδώος” Ερμής, με το “κηρύκειο” στα χέρια φορώντας το φτερωτό του καπέλο. Στη μέση του θυρεού «κορωνίδα της πρύμνης» υπήρχε ο Ποσειδώνας «διαδηματοφόρος», μέσα σε ένα πλατύφυλλο όστρακο στολισμένο από όλες τις μεριές, με όλα τα σύμβολα του θαλάσσιου θεού, Τρίαινα κ.λπ.. Στη δεξιά πλευρά του στεκόταν ο θεός Έρωτας με τη φαρέτρα του, σημαδεύοντας «επί του κατόπιν ερχόμενου και καταλήγοντος Ηρακλέους», ο οποίος κρατούσε στα χέρια του ρόπαλο και είχε στους ώμους του Λεοντή. Η ερμηνεία δε που εδίδετο στην παράσταση είχε ως εξής: διαβάζοντας από αριστερά προς τα δεξιά «Διά να τύχεις παρά του κερδόου πλούτον και κατάστασιν ενστερνίσθητι τον Ποσειδώνα, προσιέμενον φίλους του, ουχί τους δειλούς, αλλά τους ηρακληδείς.» και από δεξιά προς τα αριστερά «Η ισχύς αποκτάται δια του έρωτος προς τον Ποσειδώνα συνεπάγοντας του κερδόου με τα αγαθά του».

ΤΑ ΙΣΤΙΑ ΚΑΙ Η ΙΣΤΟΦΟΡΙΑ ΤΟΥ ΣΚΑΡΙΟΥ

Το μπρίκι- πάρων ήταν το τελευταίο και το μικρότερο από τα μεγάλα πολεμικά. Εάν και ήταν μικρότερος από την κορβέτα και με δύο μόνο κατάρτια, ο ελληνικός πάρων πολλές φορές ισοδυναμούσε με αυτήν, σε ιστιοφορία και δύναμη πυρός.

Σύμφωνα με τον Πούκεβιλ, ο πρώτος Υδραϊκός πάρων θα γινόταν αντιπροσωπευτικός τύπος των πλοίων του ελληνικού εμπορικού ναυτικού. Τα δύο κατάρτια του είχαν μεγάλο ύψος, ώστε να μπορούν να φέρουν τόσα ιστία όσα και ένα τρικάταρτο πλοίο. Ενώ η καρίνα του ήταν πολύ λεπτή για να έχει το πλοίο μεγάλες ικανότητες ελιγμών.

Οι Έλληνες καπεταναίοι το προτιμούσαν από τα τρικάταρτα, γιατί το σκαρί του γινόταν ελαφρότερο, καθώς απαλλασσόταν από το βάρος του ενός ιστού. Για τον ίδιο δε λόγο και οι δύο ιστοί του πάρωνα ήταν μονοκόμματοι (μονοφυείς). Δεν αποτελούνταν δηλαδή από τρία κομμάτια, αλλά από ένα και κάποιες φορές από δύο, δηλαδή ιστό και επιστήλιο, και μάλιστα χωρίς θωράκια (κόφες). Σε ορισμένα μόνο από τα μπρίκια του Αγώνα υπήρχαν θωράκια.

Τα ιστία
Τα ιστία αναπτύσσονταν στα πανύψηλα κατάρτια

Τα πανύψηλα αυτά κατάρτια τους έδιναν τη δυνατότητα να φέρουν και τα πιο ψηλά πανιά, δηλαδή το σίπαρο, ακόμα δε και τον υπερσίπαρο. Στα δύο αυτά κατάρτια και στον πρόβολο ιστό, είχε τρία έως τέσσερα σταυρωτά πανιά στο πλωριό και τέσσερα έως πέντε στο πρυμνιό, όπου είχε και μια μπούμα με ράντα και πίκι.

Δύο έως τρεις φλόκους στο μπαστούνι και προΐστια ανάμεσα στα κατάρτια που αύξαναν την ιστιοφορία του. Η ιστιοφορία αυτή και κυρίως τα πολύ ψηλά πανιά του έδιναν πολύ μεγάλη ταχύτητα και μάλιστα με ελάχιστο άνεμο.

Ήταν, λοιπόν, τα ελληνικά μπρίκια έτσι κατασκευασμένα, ώστε να μπορούν να ταξιδεύουν και με την παραμικρή πνοή του ανέμου, με τρομερή ταχύτητα και ευελιξία. Έτσι, μπορούσαν εύκολα να ξεφεύγουν από τους πειρατές και τα πλοία των Άγγλων, όταν έσπαγαν τον αποκλεισμό τους και τροφοδοτούσαν τα γαλλικά λιμάνια με τρόφιμα και άλλα εφόδια.

Μόνο οι Έλληνες ναυτικοί μπορούσαν να χειριστούν αυτά τα γρήγορα σκαριά, μιας και το υπερβολικό ύψος των ιστών τα έκανε να γέρνουν τόσο ώστε πολλές φορές να κινδυνεύουν να τουμπάρουν. Οι Ευρωπαίοι ναυτικοί, όταν συλλάμβαναν ελληνικό μπρίκι, του χαμήλωναν τα κατάρτια, αφαιρώντας του τα πολύ ψηλά πανιά για να μπορούν να το κουμαντάρουν.

Ο οπλισμός
Ο οπλισμός αποτελούνταν από πυροβόλα διαφόρων μεγεθών

Ο ΟΠΛΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΣΚΑΡΙΟΥ

Τον οπλισμό του αποτελούσαν 18 έως 20, και κάποιες φορές περισσότερα, πυροβόλα των 12- 18 λίτρων, όλα επάνω στο κατάστρωμα. Είχε πλήρωμα 50 έως 80 ανδρών (υπάρχουν και περιγραφές που αναφέρουν πλήρωμα 150 ατόμων).

Οι διαστάσεις του κυμαίνονταν από 30- 35 μέτρα μήκος στην καρίνα, 8- 9 μέτρα πλάτος και βύθισμα 5 περίπου μέτρα. Με μέσο όρο εκτοπίσματος τους 350 τόνους (τα ελληνικά μπρίκια ήταν από 200 το μικρότερο έως 500 το μεγαλύτερο τόνους).

ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΣΚΑΡΙΑ ΤΟΥ ΑΓΩΝΑ ΤΗΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑΣ ΤΟΥ 1821

Από τα πιο ονομαστά μπρίκια του Αγώνα, εκτός από τη ναυαρχίδα του Σαχτούρη «ΑΘΗΝΑ», ήταν το «ΛΕΩΝΙΔΑΣ» των Μανώλη και Γιακουμή Τομπάζη. Έφερε 18 πυροβόλα των 9 λίτρων, είχε μάκρος στην καρίνα 35.5 ναυπηγικούς πήχεις. Ναυπηγήθηκε το 1811 από ξύλο πεύκου και στοίχισε 23.000 δίστηλα ή 138.000 χρυσά φράγκα.

Το ιστορικό μπρίκι «ΑΡΗΣ» του Τσαμαδού. Ιστορικό, από την ηρωική έξοδο του από τον κόλπο του Ναβαρίνου στις 25 Απριλίου του 1825. Ναυπηγήθηκε στη Βενετία το 1818 από ξύλο δρυ. Είχε μήκος στην καρίνα 31.5 μέτρα, πλάτος 8.85 μέτρα και βύθισμα 4.90 μέτρα. Το εκτόπισμα του ήταν 350 τόνοι. Διέθετε 18 πυροβόλα των 12 λίτρων και αργότερα 2 πυροβόλα των 12 και 10 κορωνάδες των 18 λίτρων. Στοίχισε 167.340 γρόσια και εκτιμήθηκε το 1831 στη συγκρότηση του εθνικού στόλου 71.691 χρυσές δραχμές (φοίνικες).

Ελαιογραφία «Η έξοδος του Άρη» του Κωνσταντίνου Βολανάκη. Ο στρατηγός Ιωάννης Μακρυγιάννης, που παρακολουθούσε τη ναυμαχία από το φρούριο του Νεοκάστρου, γράφει σχετικά στα απομνημονεύματά του: Σώθηκαν με μεγάλο κίνδυνο κι απερίγραπτη γενναιότητα αυτείνοι οι άνθρωποι του καραβιού. Άλλο είναι να το [β]λέπει άνθρωπος και άλλο να το λέγει. Σώθηκαν με τη βοήθεια του Θεού, δίνοντάς τους [ο Θεός] ανδρεία πολλή.
Το μπρίκι «ΑΧΙΛΛΕΥΣ» του Δ. Βούλγαρη, ένα ωραίο σκαρί που ναυπηγήθηκε το 1812 στη Ύδρα από ξύλο πεύκου. Είχε μάκρος στην καρίνα 34.78 μέτρα και στοίχισε 37.400 δίστηλα ή 196.000 γρόσια. Στα κατάρτια του έφερε θωράκια.

Το μπρίκι «ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ» της μεγάλης κυράς του Αγώνα, της καπετάνισσας Λασκαρίνας Μπουμπουλίνας, της «Ναυάρχου», τιμητικό τίτλο που της απένειμαν οι Ρώσοι μετά το θάνατο της. Έναν τίτλο με παγκόσμια μέχρι σήμερα μοναδικότητα για γυναικεία μορφή. Ο «ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ» ένα μεγάλο δίστηλο μπρίκι με εξοπλισμό κορβέτας, μήκους 48 πήχεων, οπλισμένος με 18 μεγάλου βεληνεκούς κανόνια, ναυπηγείται το 1820 στις Σπέτσες και γίνεται η ναυαρχίδα της στο ναυτικό αγώνα.

Είναι πολλά τα τιμημένα μπρίκια του Αγώνα που έμειναν στην αφάνεια. Πολλοί και οι ήρωες αγωνιστές καπεταναίοι τους. Ήρωες που δε διδάχτηκαν τα Ελληνόπουλα στην ιστορία τους. Δεν τους ξεχνά όμως ο τόπος που τους γέννησε, και τους τίμησε όπως αρμόζει στους ήρωες αυτού του Αγώνα. Δεν τους ξέχασε τελικά και η ιστορία, που μετά από μελέτες και συγγραφές ανέδειξε την πολύ σημαντική προσφορά τους στην πατρίδα.

Κλασικό παράδειγμα, ο Αινίτης καπετάνιος-εφοπλιστής Χατζη- Αντώνιος Βισβίζης. Μία ηρωική μορφή, ένας αγωνιστής που έδωσε όλο του το βιός μα και την ίδια του τη ζωή στην υπόθεση της πατρίδας και η σύζυγος του η αρχόντισσα της Θράκης Δόμνα Βισβίζη, την οποία ο θάνατος του άντρα της όχι μόνο δεν κατέβαλε, αλλά την όπλισε με θάρρος και δύναμη να συνεχίσει με το εξοπλισμένο μπρίκι τους, την όμορφη «ΚΑΛΟΜΟΙΡΑ», τον αγώνα της ανεξαρτησίας σαν καπετάνισσα του πλοίου.

Η ιστορία την κατέταξε ανάμεσα στις ιστορικές γυναικείες μορφές του αγώνα της ανεξαρτησίας, όπως τη Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα, τη Μαντώ Μαυρογέννους και την Ευανθία Καΐρη. Ας κλείσουμε το κεφάλαιο αυτό με την περιγραφή της ίδιας για το μπρίκι που διαφέντεψε μετά το θάνατο του συζύγου της, όταν αυτό πρωτομπήκε στο λιμάνι της Αίνου.

«Όλοι οι Νίτες μπήκανε στις βάρκες και κύκλωσαν την «ΚΑΛΟΜΟΙΡΑ» να την δουν από κοντά. Την κόρη που στόλιζε την πλώρη, τα πλουμίδια στην πρύμη. Με το δάχτυλο δείχναν τις μπουκαπόρτες, μετρούσαν και θαύμαζαν: « Για δες δεκαοχτώ κανόνια.». Μα ο θαυμασμός μεγάλωσε όταν ανέβηκαν απάνω. Κατακαίνουργια τα ξύλα μοσχοβολούσαν. Στη σάλα βελούδα, καθρέφτες, πίνακες, και ασημένιες κούπες για τον καπετάνιο και τους καλεσμένους του. Και η κάμαρη… ξύλο πεύκου ολόγυρα αγκάλιαζε το γραφείο του, κομό με καθρέφτη, ασημένια θήκη για τα τζοβαϊρικά, σκαλισμένες κασέλες για τον ρουχισμό μας, το κασελάκι για τις οικονομίες μας, το κρεβάτι… με δαντελένιο κάλυμμα και κέντημα στις μαξιλάρες… «Φρόνιμο ήταν που το όνομα του καραβιού μας το είπες «ΚΑΛΟΜΟΙΡΑ». Το καλύτερο όνομα.» Εκείνος αποκρίθηκε: « Το πιο χρειαζούμενο, Δόμνα. Και για το μπρίκι μας και για το έθνος ολάκαιρο.» »

Άννα Γκέρτσου- Σαρρή, Μ’ ενάντιους ανέμους- Εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 2000

Η ηρωίδα Δόμνα Βισβίζη άφησε το πηδάλιο της «ΚΑΛΟΜΟΙΡΑΣ» μόνο όταν το πλοίο εκπλήρωσε την πολεμική του αποστολή, την οποία είχε αναλάβει ο νεκρός σύζυγος της, και αφού η «ΚΑΛΟΜΟΙΡΑ» μετά τους ηρωικούς άθλους της στις ναυμαχίες, πολιορκίες και καταδρομές της, κατά τις οποίες δέχτηκε βαριά πλήγματα, έπαψε να είναι αξιόμαχο για πολεμικές επιχειρήσεις πλοίο.

Τότε, εδωρήθηκε από την ίδια την καπετάνισσα, στο ελληνικό κράτος για να χρησιμοποιηθεί ως πυρπολικό. Ήταν το πυρπολικό με το οποίο ο Πιπίνος ανατίναξε κοντά στον Τσεσμέ την τουρκική φρεγάτα «ΧΑΣΝΕ ΓΚΕΜΣΙ» , το θησαυροφυλάκιο του τουρκικού στόλου.

Διαβάστε ακόμα: Η ηρωική έξοδος του «Άρη» από το Ναβαρίνο μετά την επίθεση του Ιμπραήμ. Πώς διέσπασε τον κλοιό στη Σφακτηρία…

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here