Το κόλπο ονομάζεται “πυραμίδα”.

Ο οργανωτής, ή “φαραώ”, κάθεται στην κορυφή μιας πυραμίδας επενδυτών, οι οποίοι του πληρώνουν μια προμήθεια ή τέλος συμμετοχής στην οργάνωση και αγοράζουν τα αγαθά ή τις υπηρεσίες που πουλάει αλλά σε θεωρητική βάση
Με τη σειρά τους, αυτοί στρατολογούν περισσότερους επενδυτές για να αυξήσουν τα δικά τους κέρδη, οι οποίοι επίσης πληρώνουν κάποιο ποσό.
Όσο αυξάνεται το πλήθος των επενδυτών, τόσο περισσότερο μοιάζει το σχήμα της οργάνωσης με πυραμίδα.
Θεωρητικά, κάθε επενδυτής υποτίθεται ότι θα πάρει ένα μέρος από τις πληρωμές και τα κέρδη, αλλά στην πράξη μόνο αυτοί που βρίσκονται στην κορυφή βγάζουν κέρδος.
Όταν στο τέλος η οργάνωση αναπόφευκτα καταρρέει εξαιτίας της έλλειψης νέων επενδυτών, οι εξαπατημένοι μένουν άφραγκοι έχοντας στην κατοχή τους αγαθά ή υπηρεσίες που δεν υπάρχουν και δεν μπορούν να πουλήσουν.
Το “σχέδιο Πόνζι” είναι ένα είδος οργάνωσης πυραμίδας, αν και εδώ το μεγαλύτερο μέρος των κερδών πηγαίνει στις τσέπες του απατεώνα.

Τσαρλς Πόνζι

Τσαρλς Πόνζι
Τσαρλς Πόνζι

Ο Τσαρλς Πόνζι γεννήθηκε το 1882 στη μικρή πόλη Λούγκο του ιταλικού βορρά.
Αποβιβάστηκε στη Βοστώνη το 1903 με 2,5 δολάρια στις τσέπες του, έχοντας χάσει τις οικονομίες του στα χαρτιά.
Τα επόμενα χρόνια, περιπλανιόταν από πόλη σε πόλη, κυνηγώντας την τύχη του και αρνούμενος να κάνει με συνέπεια μια κανονική δουλειά.
Το 1907 πήρε το πρώτο του μάθημα στην απάτη, όταν άρχισε να εργάζεται στην τράπεζα Ζαρόσι στον Καναδά.
Ο Πόνζι συνειδητοποίησε ότι η τράπεζα χρηματοδοτούσε τα υψηλά επιτόκια του 6% που προσέφερε, όχι από επενδύσεις σε ακίνητα, αλλά χρησιμοποιώντας κεφάλαια από τους νέους λογαριασμούς.
Δυστυχώς, η τράπεζα χρεοκόπησε και ο Πόνζι έμεινε πάλι χωρίς δουλειά και χωρίς χρήματα.

Επέστρεψε στις ΗΠΑ το 1911, έχοντας εκτίσει 3ετη ποινή στον Καναδά για πλαστογραφία.
Φτάνοντας, μπλέχτηκε σε άλλη μία κομπίνα εισόδου λαθρομεταναστών και πέρασε άλλα δύο χρόνια στη φυλακή, όπου γνώρισε τον Σικελό γκάνγκσερ Ιγνάτσιο Σαγιέτα και τον χρηματιστή της Γουόλ Στριτ, Τσάρλς Μορς.

“Η επιταγή έρχεται με το ταχυδρομείο”

Εγκαταστάθηκε στη Βοστόνη, όπου δοκίμασε να κάνει την τύχη του, δημιουργώντας έναν κατάλογο επιχειρήσεων.
Αν και η ιδέα του καταλόγου δεν πήγε μακριά, δέχθηκε μια επιστολή από μια ευρωπαϊκή εταιρεία, συνοδευόμενη από ένα διεθνές απαντητικό κουπόνι.
Ο παραλήπτης στις ΗΠΑ μπορούσε να εξαργυρώσει το κουπόνι για να καλύψει το κόστος της απάντησης σε γραμματόσημα των ΗΠΑ.
Μετά από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, τα ταχυδρομικά τέλη μεταξύ Ιταλίας και ΗΠΑ είχαν αυξηθεί σημαντικά.
Ο Πόνζι κατάλαβε ότι μπορούσε να αγοράζει κουπόνια IRC στην Ιταλία και να τα εξαργυρώνει σε υψηλότερη τιμή σε αμερικάνικα γραμματόσημα.

Ένα συνώνυμο αυτού του τύπου οικονομικής συναλλαγής είναι το “αρμπιτράζ”, όπου οι έμποροι εκμεταλλεύονται τις διαφορές τιμής μεταξύ δύο αγορών.
Το άρμπιτράζ ασκείται συνήθως σε ασφάλειες, ομόλογα, παράγωγα και αγαθά.
Εκεί που τα λάσπωσε ο Πόνζι, ήταν ο συνολικός αριθμός των κουπονιών σε κυκλοφορία και ο χρόνος και τα έξοδα που απαιτούνταν για την εξαργύρωση κάθε κουπονιού.
Με άλλα λόγια, ήταν αδύνατον να γίνει πλούσιος με αυτό τον τρόπο.

Απτόητος, ο Πόνζι προχώρησε στο σχέδιό του.
Ξεκίνησε πείθοντας φίλους να επενδύσουν, με την υπόσχεση να διπλασιάσει την επένδυσή τους σε τρεις μήνες.
Τήρησε τις υποσχέσεις του και σύντομα κατάφερε να προσελκύσει νέους επενδυτές. Οι νέοι επενδυτές πλήρωναν τους παλιούς.
Το 1919, ίδρυσε την Εταιρεία Αγοραπωλησίας Χρεωγράφων και μέχρι το καλοκαίρι του 1920, είχε συγκεντρώσει περιουσία πολλών εκατομμυρίων δολαρίων, αρκετών για να αποκτήσει ηγετικό ποσοστό μετοχών στην τράπεζα Χάνοβερ Τραστ.
Αγόρασε ένα αρχοντικό και ζούσε τη ζωή του επιτυχημένου επιχειρηματία που τόσα χρόνια επιθυμούσε.

Αυτό που συνέβαινε πραγματικά ήταν ο συνδυασμός μιας οικονομικής φούσκας.
Η παραπλανητική διαφήμιση του σχεδίου, έκανε τους ανθρώπους απρόσεκτους και υπεραισιόδοξους.
Δανείζονταν πολλά χρήματα και υποθήκευσαν τα σπίτια τους για να βρουν χρήματα να επενδύσουν, σε ένα σχέδιο που υπόσχονταν εκπληκτικά κέρδη της τάξης του 50% σε 45 μέρες.
Αυτό όμως στο οποίο επένδυαν ήταν το παραπλανητικό σχέδιο του Πόνζι, επειδή η εταιρεία δεν είχε νόμιμα κέρδη από το αρμπιτράζ κουπονιών IRC, αλλά απλώς πλήρωνε τους παλαιούς επενδυτές με χρήματα που έπαιρνε από τους νέους.

Η επιβίωση της κομπίνας εξαρτιόταν από τη διάθεση των ανθρώπων να επανεπενδύουν τα κέρδη τους, πράγμα που έκαναν με περισσή προθυμία.
Όμως ήταν απλώς θέμα χρόνου μέχρι οι αρχές να καταλάβουν τι έτρεχε.
Στον Τύπο άρχισαν να εμφανίζονται άρθρα που αμφισβητούσαν τη συνολική βάση του σχεδίου και η εταιρεία αντιμετώπισε διάφορες μαζικές αναλήψεις, που ο Πόνζι κατάφερε να καλύψει μετά από σκληρή προσπάθεια.
Τέλος, τον Αύγουστο του 1920, ένας διαχειριστικός έλεγχος αποκάλυψε, ότι το σχέδιο ήταν χρεωμένο κατά 7 εκατομμύρια δολάρια και οι αρχές προχώρησαν στο κλείσιμο της εταιρείας και της τράπεζας Χανόβερ Τραστ.
Ο Πόνζι δήλωσε ένοχος και καταδικάστηκε σε πέντε χρόνια φυλάκιση.

Ο Πόνζι στο υπουργείο οικονομικών του Μουσολίνι

Ο Πόνζι καταδικάστηκε και σε άλλες ποινές στη Μασαχουσέτη, αλλά άσκησε έφεση και κατάφερε να μείνει ελεύθερος, ώστε να ξεκινήσει μια κομπίνα με ακίνητα στη Φλόριντα.
Το 1925 καταδικάστηκε σε φυλάκιση ενός χρόνου.
Μετά την αποφυλάκιση προσπάθησε να εγκαταλείψει τη χώρα, αλλά τον συνέλαβαν και τον ξαναέστειλαν για επτά χρόνια φυλακή.
Το 1934 απελάθηκε στην Ιταλία ως παράνομος μετανάστης και πέρασε μερικά χρόνια στην Ιταλία, όπου δούλεψε στο υπουργείο οικονομικών, του δικτάτορα Μπενίτο Μουσολίνι.
Καθώς αποδείχτηκε ανίκανος και ανέντιμος, αναγκάστηκε να φύγει στη Νότια Αμερική.
Πέθανε αδέκαρος και μόνος σε ένα ίδρυμα απόρων, στο Ρίο ντε Τζανέιρο της Βραζιλίας.
Ήταν τυφλός και μισοπαράλυτος, όταν αναπαύθηκε σε ηλικία 67 ετών.

ΠΗΓΗ: Οι Μεγαλύτερες Απάτες της Ιστορίας, Eric Chaline, Εκδόσεις Κλειδάριθμος

Acropolis_Katoxi1Διαβάστε στη «ΜτΧ»:  Η απάτη των Γερμανών με τα πλαστά χαρτονομίσματα στην Κατοχή. Έδιναν πλαστά μάρκα και έπαιρναν ρέστα σε αληθινές δραχμές. Πώς έκλεβαν την ελληνική οικονομία (βίντεο).

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here