Το χωριό που οι Ναζί έσβησαν από τον χάρτη γιατί μπέρδεψαν τον δρόμο. Η άγνωστη σφαγή την επομένη του Διστόμου. Μαρτυρίες

Το χωριό που οι Ναζί έσβησαν από τον χάρτη γιατί μπέρδεψαν τον δρόμο. Η άγνωστη σφαγή την επομένη του Διστόμου. Μαρτυρίες

Το Σάββατο 10 Ιουνίου 1944, οι Ναζί του 7ου Συνάγματος SS αιματοκύλισαν το Δίστομο, σκοτώνοντας 228 κατοίκους του χωριού, ανάμεσά τους βρέφη και παιδιά.

Η είδηση της σφαγής έγινε γνωστή αργότερα μέσω του BBC και του περιοδικού LIFE και προκάλεσε διεθνή κατακραυγή. Το επόμενο έγκλημα των Γερμανών όμως έμεινε στην αφάνεια και λησμονήθηκε, ακόμα και από τους Έλληνες.

Ακριβώς ένα 24ωρο μετά τη σφαγή του Διστόμου, οι Γερμανοί κινήθηκαν προς Λειβαδιά και αιματοκύλισαν ένα μικρό αγροτικό οικισμό, το Καλάμι Βοιωτίας.

Το μικρό αυτό χωριό είναι πλέον “σβησμένο” από τον χάρτη, γιατί μετά την επίθεση δεν ξανακατοικήθηκε. Μπήκε, όμως, στον χάρτη με τα “μαρτυρικά χωριά” της Ελλάδας. Μόνο τα ερείπια θυμίζουν σήμερα ότι κάποτε υπήρξε.

Η Σφαγή στο Καλάμι Βοιωτίας, ένα ακόμη ατιμώρητο έγκλημα των SS. Διεπράχθη στις 11 Ιουνίου 1944, μία ημέρα μετά από τη Σφαγή του Διστόμου. Σκηνή αναπαράστασης από την © Μηχανή του Χρόνου

Το ιστορικό της σφαγής

Τέλη Μαΐου του ’44, ένα φορτηγό των Γερμανών, κάθε μέρα, ξεκινούσε από την Αλίαρτο με προορισμό την ακροποταμιά της Πότζας. Οι Γερμανοί ήθελαν να μαζέψουν πέτρες και άλλα υλικά για ένα έργο που εκτελούσαν και είχαν υποχρεώσει έξι Έλληνες να κάνουν τους χαμάληδες.

Το δρομολόγιο ήταν καθημερινό και απαράλλαχτο. Είχε κινήσει το ενδιαφέρον των ανταρτών που έβλεπαν την ευκαιρία να αρπάξουν το φορτηγό. Οι στρατιώτες που συνόδευαν τους εργάτες κάθονταν κάτω από έναν ίσκιο στις όχθες του ποταμού, όσο οι Έλληνες φόρτωναν πέτρες στο φορτηγό.

Το πρωί της 11ης Ιουνίου, οκτώ αντάρτες έστησαν ενέδρα στον νερόμυλο του Νάκου και με έφοδο επιχείρησαν να αφοπλίσουν τους Γερμανούς.

Στην προσπάθειά τους τραυμάτισαν δυο Γερμανούς στρατιώτες. Απελευθέρωσαν τους εργάτες, πήραν το φορτηγό και εξαφανίστηκαν. Οι εργάτες έμειναν στο σημείο, περιέθαλψαν τους τραυματίες και τους μετέφεραν στις Αλαλκομενές.

Το γεγονός της επίθεσης εξόργισε τον Διοικητή της Αλιάρτου, Ορτς Μάγιερς. Ο Μάγιερς κάλεσε τον ταγματάρχη Ρίκερτ, τον σφαγέα του Διστόμου, να επιβάλει τα πιο αυστηρά αντίποινα για την εκτέλεση δυο Γερμανών στρατιωτών. Όσο οι τραυματίες ανάρρωναν, τα SS κινούνταν για να εκδικηθούν το θάνατό τους…

Η αντίστροφη μέτρηση για το Καλάμι είχε μόλις αρχίσει. “Δεν τους τραυμάτισαν βαριά, αλλά αυτό αποτέλεσε το συναγερμό, την πρώτη σπίθα για όσα θα ακολουθούσαν”, ανέφερε στη “Μηχανή του Χρόνου” η φαρμακοποιός Γιάννα Περγαντά, που η οικογένειά της θρήνησε θύματα στο Καλάμι.

Το λάθος των Γερμανών

Οι Γερμανοί εκτελούσαν όποιον έβρισκαν στο δρόμο. Έτσι έπεσαν νεκροί ο Αθανάσιος Κατής από τον Άγιο Γεώργιο και ο έμπορος από την Κοκκινιά, Γιάννης Παυλιδάκης.

Στη συνέχεια, αιχμαλώτισαν τρεις άνδρες που δούλευαν στα κτήματα. Στον Πριόλιθο, πέντε χιλιόμετρα έξω από τη Λιβαδειά, συνέλαβαν τον Λουκά Σκουρολιάκο από το Λαφύστιο μαζί με τον εργάτη του Νικόλαο Ιωάννου Χατζηδημητρίου. Στην τοποθεσία Κρεββάτες, συνάντησαν το Χαράλαμπο Μάρκου και πήραν κι εκείνον μαζί τους.

Επόμενος σταθμός των Γερμανών ήταν ο νερόμυλος του Σπύρου Νάκου. Στην περιοχή, όμως, υπήρχαν δύο νερόμυλοι με το ίδιο ακριβώς όνομα.

Ο ένας μύλος βρισκόταν στο Καλάμι Βοιωτίας, κοντά στο χωριό του Αγίου Γεωργίου. Ο δεύτερος, όπου έγινε η επίθεση των ανταρτών, βρισκόταν μερικά χιλιόμετρα πιο μακριά, σε ένα ποτάμι που οι ντόπιοι αποκαλούσαν Πότζα.

Σκόπευαν να πάνε στο μύλο της Πότζας, αλλά επειδή υπήρχε μύλος στο Καλάμι, μπερδεύτηκαν και σταμάτησαν εδώ“, είπε στη “Μηχανή του Χρόνου” ο Γιάννης Κυρίτσης, απόγονος επιζώντων της σφαγής στο Καλάμι.

Ο νερόμυλος του Νάκου στο Καλάμι Βοιωτίας, όπου οι Γερμανοί διέπραξαν τη σφαγή της 11ης Ιουνίου 1944.  Μπέρδεψαν τα τοπωνύμια και βρέθηκαν σε λάθος μύλο και περιοχή. Πηγή εικόνας: © Μηχανή του Χρόνου

“Επειδή τα μωρά κλαίγανε, τα λόγχισαν”

Οι Γερμανοί χώρισαν τα γυναικόπαιδα από τους άντρες και τους εκτέλεσαν στην μάντρα του νερόμυλου. 17 γυναικόπαιδα οδηγήθηκαν στο απόσπασμα στο περιβόλι της Βασιλικής Κυρίτση, το τελευταίο του χωριού πριν τη Λειβαδιά.

Οι γυναίκες προσπαθούσαν εν μέσω πανικού, μέσα σε μία κατάσταση αλλοφροσύνης, να μαζέψουν τα παιδιά τους μήπως και σωθούν. Ήταν και μωρά παιδιά που κλαίγανε. Τα πήγαν παραδίπλα και τα σκότωσαν. Όποιος αντιδρούσε, έκλαιγε ή φώναζε, τον εκτελούσαν“, αναφέρει η κ. Περγαντά.

Επειδή τα μωρά κλαίγανε και ενοχλούνταν οι Γερμανοί από το κλάμα και τη φασαρία, τα λογχίσανε“, συμπληρώνει ο κ. Κυρίτσης. Τα δύο μωρά που κρατούσε στην αγκαλιά της η Ευαγγελία Σλατινοπούλου δέχτηκαν τις λόγχες των Γερμανών.

Η μάνα ούρλιαξε και ένας στρατιώτης την πυροβόλησε στο κεφάλι. Το μένος των Γερμανών δεν είχε σταματημό. Μία ανάπηρη κοπέλα παρακαλούσε να της χαρίσουν τη ζωή, αλλά οι στρατιώτες την έσυραν και αυτή στο εκτελεστικό απόσπασμα.

Αυτά τα πράγματα ήταν η αποκορύφωση της απανθρωπιάς, ο ονειδισμός του ανθρώπινου γένους“, ανέφερε χαρακτηριστικά ο Δρόσος Κωνσταντέλλος, κάτοικος του Αγίου Γεωργίου Βοιωτίας.

Χαροκαμένοι χωριανοί που επέζησαν της σφαγής, όπως του συνάντησε ο Ντμίτρι Κέσελ και τους φωτογράφησε τον Νοέμβριο του 1944 για λογαριασμό του περιοδικού Life.

 Παναγιώτης Νάκος. Το αγοράκι που επέζησε

Ο 11χρονος Παναγιώτης Νάκος ήταν ο μοναδικός που επέζησε της Σφαγής στο Καλάμι. Eπέζησε χάρη στην αυτοθυσία της μητέρας του, όπως περιέγραψε η Γιάννα Περγαντά στη “Μηχανή του Χρόνου”:

Για να τον σώσει η μάνα του, έπεσε από πάνω του. Εκείνη εκτελέστηκε, αλλά το παιδί της το προστάτευσε. Ο Νάκος υποδύθηκε τον νεκρό κάτω από το πτώμα της. Κάποια στιγμή, σηκώθηκε και έφυγε, ενώ ήταν πυροβολημένος στο χέρι και στο πόδι. Ήταν ο μόνος αυτόπτης μάρτυρας και, έτσι, μάθαμε τα γεγονότα“.

Η καύση των πτωμάτων και η επιζήσασα Ελένη Τοπολιάτη

Μετά τις εκτελέσεις, οι Γερμανοί συγκέντρωσαν τις περισσότερες σωρούς στο μύλο του Νάκου και τους έβαλαν φωτιά. Η 15χρονη τότε Ελένη Τοπολιάτη έχασε τον πατέρα της, Αθανάσιο Κατή, ο οποίος δολοφονήθηκε την ώρα που επέστρεφε στο χωριό από την Αθήνα.

Η ίδια αναφέρει ότι υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας της ενέδρας των ανταρτών και όταν κατάλαβε τον κίνδυνο για αντίποινα έτρεξε προς τα κεντρικά της γερμανικής διοίκησης για να παρακαλέσει να μην επιτεθούν στο χωριό, διότι δεν υπήρξε κανένας νεκρός Γερμανός στρατιώτης.

Όποιους έβρισκα, τους έλεγα: “Φεύγατε, έρχονται οι Γερμανοί! Πόσο κόσμο έδιωξα τότε από τους δρόμους. Τότε οι γεωργοί δουλεύανε συνέχεια, δεν είχαν ούτε Κυριακή. 

Είχαν μαζευτεί από το χωριό, κάτι σαν επιτροπή, και μου είπαν “Τράβα, παιδί μου, να σώσουμε το χωριό και εμείς θα τον πάρουμε τον πατέρα σου”. Πήγα να ειδοποιήσω να μην κάψουν το χωριό και να μη σκοτώσουν άλλους και σκότωσαν τον πατέρα μου“, είπε με συγκίνηση η 90χρονη Ελένη Τοπολιάτη.

topoliath_mtx

H Ελένη Τοπολιάτη, υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας στην ενέδρα των ανταρτών. Δηλώνει ότι δεν υπήρξαν νεκροί Γερμανοί στρατιώτες και ότι μύλος όπου υποδείχθηκε ως τόπος του συμβάντος ήταν αλλού.

Ο ζωντανός νεκρός. Το τραγικό τέλος του Νίκου Σλατινόπουλου

Λίγους μήνες μετά τη σφαγή, έφτασε στο Καλάμι ο φωτογράφος Ντμίτρι Κέσελ, ως απεσταλμένος του αμερικανικού περιοδικού Life. Ανάμεσα στις φωτογραφίες που δημοσιεύτηκαν ήταν κι αυτή του 32χρονου, Νίκου Σλατινόπουλου, που κατόρθωσε να σωθεί επειδή ανέβηκε στα βουνά.

Ο Σλατινόπουλος στεκόταν πάνω από τα μνήματα των αδικοχαμένων γονιών του, των παιδιών του και της γυναίκας του. Έμεινε μόνος του και, σύμφωνα με την κ. Περγαντά, αισθανόταν υπεύθυνος για τον θάνατό τους  “επειδή άφησε μια νέα γυναίκα με δύο παιδιά κάτω στο χωριό“.

Η συγκλονιστική φωτογραφία του Νίκου Στασινόπουλου, όπως την απαθανάτισε ο απεσταλμένος του περιοδικού Life, Ντμίτρι Κέσελ

Το τέλος του Στασινόπουλου ήταν εξίσου τραγικό με αυτό της οικογένειάς του, όπως περιέγραψε στη “Μηχανή του Χρόνου” η κ. Περγαντά:

Όταν έγινε η απελευθέρωση και είχαμε την αποχώρηση των Γερμανών με τα καμιόνια, τον Σεπτέμβρη του ’44, θέλησε να εκδικηθεί. Πήρε το όπλο του και όρμησε εναντίον τους πυροβολώντας. Ακολούθησε ανταλλαγή πυρών και τον σκοτώσανε”.

“Ο Σλατινόπουλος ετάφη στον ίδιο τάφο μαζί με τη γυναίκα και τα παιδιά του. Πήγε μαζί τους, γιατί έτσι ήθελε. Ήταν ένας ζωντανός νεκρός”.

Μπαμπά, γιατί κλαις;. Οι μνήμες που δεν έσβησαν ποτέ

Συνολικά, τα θύματα στο Καλάμι Βοιωτίας ήταν 26. Ανάμεσα σε αυτά και δύο αβάπτιστα μωρά, 8 και 9 μηνών. Η κ. Τοπολιάτη κλαίει κάθε φορά που επισκέπτεται το μνημείο και βλέπει ξανά και ξανά το όνομα του πατέρα της στην κορυφή:

Πώς να αισθάνεσαι όταν βλέπεις τον πατέρα σου γραμμένο; Παίρνω το λιβανάκι, πάω λαμπάδες και κλαίω“.

Η κ. Περγαντά περιγράφει, επίσης, το πόσο βαθιά χαραγμένα έμειναν τα γεγονότα εκείνων των ημερών στη μνήμη του πατέρα της:

“Όταν γεννήθηκα, είχαν ήδη περάσει 10 χρόνια από αυτό το γεγονός. Θυμάμαι και τον πατέρα μου και τις αδερφές του και τη γιαγιά μου βεβαίως, στα μαύρα εννοείται. Ξαφνικά, χωρίς λόγο, έβλεπα τον πατέρα μου να κάθεται στο τραπέζι και να κλαίει.

Το μνημείο με τα ονόματα των 26 εκτελεσθέντων στο Καλάμι. ©Μηχανή του Χρόνου

Τον ρωτούσα, παιδάκι πέντε χρονών: “Μπαμπά, γιατί κλαις;”. Εκείνος μου απαντούσε ότι δεν έκλαιγε, αλλά εγώ ήξερα πολύ καλά ότι έκλαιγε για αυτό το γεγονός, το τραύμα του πολέμου”.

Η σφαγή στο Καλάμι Βοιωτίας είναι μία από τις άγνωστες ιστορίες της Κατοχής που δεν έτυχε αναγνώρισης. Επισκιάστηκε από τη μεγάλη σφαγή του Διστόμου και  αποτελεί ένα ακόμη ατιμώρητο έγκλημα των SS.

Τη σφαγή στο Καλάμι ερεύνησε στο COSMOTE HISTORY η τηλεοπτική εκπομπή “Μηχανή του Χρόνου” και σε μια τριλογία Δίστομο – Κλεισούρα – Υπάτη παρουσίασε την φονική διαδρομή του 7ου Συντάγματος SS από την Καστοριά έως την Ρούμελη. Στα τρία επεισόδια φώτισε τα έργα και τις ημέρες του Συνταγματάρχη Κάρλ Σύμερς και των ατιμώρητων εγκλημάτων των ανδρών του στην Ελλάδα. Οι εκπομπές διατίθενται μέσω της COSMOTE TV και περιλαμβάνονται σημαντικά ντοκουμέντα.

Ακολουθήστε τη mixanitouxronou.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Διαβάστε τις σημαντικότερες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στη mixanitouxronou.gr

ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ

Παρακαλούμε σχολιάζετε κόσμια. Υβριστικά σχόλια δεν θα γίνονται αποδεκτά

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

mixanitouxronou.gr
close menu