Τρέλα και πάθος. Βασικά χαρακτηριστικά κάθε «ξένοιαστου καβαλάρη». Ο Παναγιώτης Μαριολόπουλος τα διαθέτει στον υπερθετικό βαθμό κι έτσι έφτιαξε το πρώτο Μουσείο Μοτοσικλέτας με σπάνια και εν λειτουργία «διαμάντια» σε δύο ρόδες. 

Σε ένα ειδικά διαμορφωμένο χώρο στο Μετς, 100 σπάνιες μοτοσυκλέτες περιμένουν τους λάτρεις της δίτροχης κίνησης. Η πιο παλιά είναι του 1916. Μηχανές του στρατού, ή μηχανάκια που φτιάχτηκαν στην Ελλάδα.
Δίτροχες μηχανές που κατασκευάστηκαν σε ελάχιστα κομμάτια και που ο κ. Μαριολόπουλος έδωσε «μάχη» για να αποκτήσει μια από αυτές.
«Οι μηχανές είναι τέχνη» μας είπε. Και έχουν τη δική τους ιστορία. Έτσι γεννήθηκε αυτό το μουσείο.
Από την ανάγκη του να μοιραστεί την αγάπη, την τρέλα, το πάθος και τις ιστορίες που «διηγούνται» οι μηχανές.

«Η μηχανή που μου έβγαλε την ψυχή»

Η γερμανική BMW R12 του 1935 είναι «η μηχανή που μου έβγαλε την ψυχή», αφηγείται ο συλλέκτης. Στην Ελλάδα χρησιμοποιήθηκε για να μεταφέρει μπουκάλες υγραερίου, οι οποίες ήταν συνεχώς φορτωμένες στο καλάθι της. Γι’ αυτό και είναι μία κουρασμένη μηχανή.

Ο κ. Μαριολόπουλος την αγόρασε πριν 30 χρόνια και για να την επισκευάσει πέρασε από 40 κύματα. Ο μηχανικός του έκλεψε τα φτερά της μηχανής και το «ξεπέταξε», όπως αφηγείται ο συλλέκτης με αποτέλεσμα όταν πήγε να τη χρησιμοποιήσει η μηχανή αμέσως κόλλησε.

«Αν μου έλεγαν να κρατήσω μία μηχανή, θα επέλεγα αυτή τη BmW

Η αποκατάστασή της τον δυσκόλεψε καθώς στην Ελλάδα δεν υπήρχε άλλη στην κυκλοφορία. Είναι μια δύσκολη μηχανή, έχει ταχύτητες στο χέρι και φρένο στη φτέρνα!
«Την έχω αγαπήσει πολύ. Όταν καβαλάω αυτή τη μηχανή ξανανιώνω. Αν μου έλεγαν να κρατήσω μία, αυτή θα κράταγα. Έχω γυρίσει όλη την Ελλάδα με αυτή και όχι μόνο μία φορά. Έφτασα μέχρι τη Θεσσαλονίκη με σταθερά 100χλμ, χρειάστηκε να σταματήσω μόνο για βενζίνη».
Με την αγαπημένη του μηχανή έχει ταξιδέψει και στην Ελβετία.

Τα παζάρια για τα σπάνια ανταλλακτικά

Όταν τις απέκτησε, κάποιες από αυτές ήταν σκουριασμένες, δεν υπήρχαν ανταλλακτικά και μερικές ήταν αποσυναρμολογημένες. «Αυτές οι άφτιαχτες δεν λογίζονται ως μηχανές», εξηγεί. Απέκτησαν μια θέση στον κόσμο των μηχανών όταν επισκευάστηκαν. Οι περισσότερες αποκαταστάθηκαν στην Ελλάδα, ενώ πολλές από αυτές πέρασαν και από τα δικά του χέρια.
Αυτές είναι που τις αγάπησε λίγο παραπάνω. «Η μηχανή είναι ένα παζλ, ένας οργανισμός που του λείπουν  κομμάτια που πρέπει να βρεις και να συναρμολογήσεις». Και για αυτό αν χρειαστεί θα κάνει τα πάντα, όπως και έκανε για μία Harley που της έλειπε το καβούκι του φαναριού.

Αρχικά έψαξε το ανταλλακτικό στο e-bay χωρίς όμως επιτυχία. Έτσι ταξίδεψε μέχρι την Αμερική. Σε μια βόλτα του στο παζάρι της Αϊόβα συνάντησε μια ηλικιωμένη κυρία που κρατούσε το ανταλλακτικό που λαχταρούσε. Όταν είδε ότι το πουλούσε 100 δολάρια, ενώ στο διαδίκτυο έβρισκε αντίστοιχα με 400, τρελάθηκε.
«Η καρδιά μου είχε πάει στην κούλουρη. Στήθηκα έξω από το σπίτι της ιδιοκτήτριας για να μην το αγγίξει κανείς. Χρειάστηκε να περιμένω μισή ώρα τον άντρα της για να μου το πουλήσει». Εκείνος δεν εμφανίστηκε ποτέ. Ο συλλέκτης όμως δεν μπορούσε να το χάσει και ξεκίνησε τα παζάρια.
«Να σου δώσω 70 και να το πάρω», τη ρώτησε. Τελικά το πήρε με 75 και γύρισε με ένα χαμόγελο μέχρι τα αυτιά, ενώ συμπληρώνει ότι «πρέπει να έχεις την υπομονή να έρθει το κούμπωμα του χρόνου για να πάρεις το σωστό ανταλλακτικό στη σωστή τιμή».

Με τη μηχανή όλες οι αισθήσεις «παίρνουν μπρος»

Η πορεία αποκατάστασης μιας μηχανής είναι μια διαδικασία ιδιαίτερα συναισθηματική. «Ειδικά όταν φτάσεις να ακούσεις την πρώτη μανιβελιά. Είναι συγκινητικό», περιγράφει. Μετά ακολουθεί η πρώτη βόλτα. Υπέροχο συναίσθημα…
«Σου μιλάει, την ακούς, ο ήχος που κάνει σου δίνει νοήματα. Από τον ήχο καταλαβαίνεις αν δουλεύει σωστά, διαμαρτύρεται όταν πας να της γκαζώσεις πολύ. Μετά είναι η αίσθηση που σου δίνει όταν φύγεις από την πόλη και πας μία βόλτα. Βλέπεις εικόνες, μυρίζεις μυρωδιές. Αν βρέχει θα βραχείς είναι και αυτό μέσα στο παιχνίδι. Την αγγίζεις. Υπάρχει επαφή, είναι μοναδικό το συναίσθημα. Η πρώτη βόλτα, ο πρώτος ήχος, η πρώτη μυρωδιά ό,τι πρώτο είναι συγκλονιστικό».
Μετά την αποκατάσταση οι μηχανές είναι έτοιμες για γκάζια. Ο συλλέκτης τους μάλιστα οργανώνει και ένα πάρτι για μηχανόβιους, όπου κάθε μία είναι τυλιγμένη με σημαία από τη χώρα παραγωγής της.

Η συλλογή του Παναγιώτη Μαριολόπουλου είναι η μεγαλύτερη ιδιωτική που υπάρχει στην Ελλάδα και εκτίθεται στο κοινό.
Ο συλλέκτης μηχανών ξεκίνησε να παθιάζεται με τους δύο τροχούς όταν ήταν φοιτητής τη δεκαετία του ’80.
«Η καρδιά μου φτερούγισε» όταν είδα μία Horex Regina 400″. Έτσι αποφάσισε να αγοράσει το πρώτο κομμάτι. Αργότερα σε ένα βενζινάδικο του πρότειναν μία Matchless G80S του 1957.
Η μία έφερνε την άλλη.

μουσείο μοτοσικλέτας
H πρώτη μηχανή της συλλογής, μία Horex Regina

Μέσα από αγγελίες, δημοπρασίες, δωρεές και πληροφορίες που συνήθως έφταναν στα αυτιά του πιο γρήγορα από ότι στο ευρύτερο κοινό κατάφερε να συλλέξει σχεδόν 100 μοναδικά κομμάτια. Στην αρχή, έπαιρνε κυρίως μοτοσικλέτες που του έκαναν κλικ, με το πέρασμα των χρόνων όμως, αφού μελέτησε και πλήρωσε για να μάθει, αποφάσισε να προσθέτει στη συλλογή του μηχανές, που έχουν γράψει ιστορία στην τεχνολογία, στον πόλεμο και έχουν συμβάλλει στην εξέλιξη του μοτοσικλετισμού.

Οι μηχανές ξετυλίγουν την ιστορία τους

Η ξενάγηση στο μουσείο ξεκινά από το υπόγειο του κτιρίου, που δεν είναι επισκέψιμος χώρος στο ευρύ κοινό αλλά ο κ. Μαριολόπουλος το άνοιξε για τη Μηχανή του Χρόνου.

Το πιο παλιό κομμάτι της συλλογής είναι μια Indian Powerplus του 1916.

μουσείο μοτοσικλέτας
Indian Powerplus

«Είναι χάρμα οφθαλμών», περιγράφει ο συλλέκτης. Προς το παρόν τα κομμάτια της βρίσκονται σε τεχνικό για την αποκατάσταση. Ακόμη και για τον μηχανικό αποτελεί πρόκληση, γιατί πρέπει να διαβάσει και να λειτουργήσει με βάση το σκεπτικό των παλαιών μαστόρων.

Η μηχανή του Μουσολίνι

μουσείο μοτοσικλέτας
Moto Guzzi Trialce του 1939.

Ένα από τα μοναδικά κομμάτια της συλλογής είναι η Moto Guzzi Triacle. Όπως λέει και το όνομα της, είναι μια μηχανή τρίροδη με καρότσα, στην οποία αν βγουν 4 βίδες και αλλαχθεί το υποπλαίσιο, γίνεται δίτροχη.
Το μοντέλο κατασκευάστηκε στην Ιταλία σε 1.700 κομμάτια. Σήμερα σώζονται λιγότερες από 10 και μία από αυτές ανήκει στο ελληνικό μουσείο μοτοσικλέτας. Είναι μια πολεμική μηχανή που ήρθε στην Ελλάδα με τον στρατό κατοχής.
Στην καρότσα της υπήρχε ένα αντιαεροπορικό πολυβόλο. Όταν οι Ιταλοί συνθηκολόγησαν και υποχώρησαν, παράτησαν στη χώρα οχήματα και στρατιωτικό υλικό.
Έτσι η μηχανή, εγκαταλελειμμένη από τους Ιταλούς, βρέθηκε στην Θήβα.
Πάνω της μάλιστα έχει ακόμη το σήμα των μηχανών του Μουσολίνι, που πιστοποιεί τη πολεμική χρήση της.
Η εικόνα της εγκατάλειψης ήταν εμφανής. Σκουριασμένη και χωρίς καρότσα, χρειάστηκε αποκατάσταση από την αρχή
για να εκτεθεί στο μουσείο. Στην Ελλάδα δεν υπήρχαν ανταλλακτικά ούτε και η τεχνογνωσία και έτσι η επισκευή της έγινε στην Ιταλία.

Η ελληνική μοτοσυκλέτα

Η ελληνικής κατασκευής μοτοσικλέτα Mego 50

Ο Παναγιώτης Μαριολόπουλος όπως δηλώνει μέσα από το μουσείο του, θέλει να σώσει την ελληνική ιστορία των μηχανών. Η Mego 50 είναι μια ελληνική μοτοσικλέτα, που κατασκευάστηκε από τους αδερφούς Γκοργκόλη στα Τρίκαλα. Οι κατασκευαστές ξεκίνησαν την εταιρεία ΜΕΓΚΟ με τρίκυκλα ποδήλατα, ενώ τα επόμενα χρόνια συνέχισαν την παραγωγή και με μηχανές. Η συγκεκριμένη βρέθηκε με 60χλμ, καινούργια δηλαδή σχεδόν αδούλευτη. Στην Ελλάδα δεν παράγονταν μοτέρ, οπότε οι κατασκευαστές έφτιαχναν το σκελετό και το μόνο «ξένο» που τοποθετούσαν ήταν το μοτέρ από την Ιταλία. Η εταιρεία είναι ακόμη ζωντανή, φτιάχνει «παπιά» στο εξωτερικό, στα οποία δίνει ελληνικά ονόματα.

«Έκανε μπραφ και έφυγε»

 μουσείο μοτοσικλέτας
Brough Superior SS80

Η μηχανή παράχθηκε σε 400 κομμάτια από την Brough Superior, μια εταιρεία που δημιουργήθηκε από την κόντρα πατέρα και γιου. Ο πατέρας έφτιαχνε τις μοτοσικλέτες της Brough. Οι σχέσεις με τον γιο του δεν ήταν καλές και έτσι ο νεαρός για να τον κοντράρει έφτιαξε μια νέα εταιρεία, τη  Brough Superior, που είχε και μεγαλύτερη επιτυχία. Οι Brough Superior χρησιμοποιήθηκαν και από αστυνομίες πόλεων.
Ήταν μια εταιρεία που δεν ήρθε ποτέ στην Ελλάδα και αυτός είναι ένας λόγος που το συγκεκριμένο κομμάτι είναι συλλεκτικό.
Η αγγλική μάρκα ήταν η αγαπημένη του Λόρενς της Αραβίας, του οποίου το πραγματικό όνομα ήταν Τόμας Έντουαρντ Λόρενς.
Ο θρυλικός αξιωματικός υπήρξε και προσωπικός φίλος του πατέρα Brough.
Έτσι καβαλούσε πρώτος κάθε καινούργια μηχανή που κυκλοφορούσε ο φίλος του. Από τα χέρια του είχαν περάσει 7 μηχανές. Μία από αυτές ήταν η Brough Superior, πάνω στην οποία σκοτώθηκε, σε ένα χωματόδρομο του Ντόρσετ στην Νότια Αγγλία.
Ένας κακός ελιγμός όταν αιφνιδιαστικά είδε δύο νεαρούς μοτοσυκλετιστές στο αντίθετο ρεύμα, ήταν αρκετός για να κόψει το νήμα, στα 46 του χρόνια.»Είναι πανέμορφη, είχε αριστοκρατικό προφίλ,σου αποπνέει σιγουριά», λέει ο κ. Μαριολόπουλος, ο οποίος τη χρησιμοποιεί σε επίσημες εκδηλώσεις.

Η μηχανή που πήρε μπρος με την πρώτη

μουσείο μοτοσικλέτας
WLA- Aμερικάνικη. Πάνω της έχει τον κωδικό της δημοπρασίας

H πολεμική μηχανή του 1945 WLA έχει και αυτή ελληνική ιστορία. Ο συλλέκτης της επέλεξε να μην την βάψει για να τη διατηρήσει στην αρχική της κατάσταση, όπως  την διεκδίκησε από τη δημοπρασία του στρατού.
Η στρατιωτική μηχανή είχε θήκη με όπλο, είχε φώτα συσκότισης, τα οποία επειδή ήταν τόσο χαμηλά μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν το βράδυ χωρίς να γίνεται αντιληπτή από τα βομβαρδιστικά.
Οι ταχύτητες της είναι στο αριστερό χέρι, όπως και το φρένο, που συνήθως είναι στο δεξί.
Έτσι καθώς ήταν μοτοσυκλέτα παρελάσεων, οι στρατιώτες μπορούσαν να αφήνουν το δεξί χέρι και να το σηκώνουν για να χαιρετούν τους επισήμους. Υπάρχει και η πλευρά που υποστηρίζει ότι, καθώς όλα ήταν στο αριστερό, μπορούσαν να κρατούν με το δεξί το όπλο και να οδηγούν. Είναι μια ολοκληρωμένη στρατιωτική μηχανή που διαθέτει θήκη για όπλο και για σφαίρες, ενώ πάνω της έχει και γκασμά, ώστε αν η μηχανή κολλήσει σε κάποιο χωματόδρομο ο οδηγός να έχει το εργαλείο που θα τον διευκολύνει.
Πάνω της ήταν χαραγμένη η ελληνική σημαία, η οποία έλειπε όταν την παρέλαβε ο ιδιόκτητης της.
Για να έχει την ίδια ακριβώς εικόνα βρήκε ένα φίλο του ζωγράφο και την αποκατέστησε.
Η μηχανή αυτή επισκευάστηκε και φτιάχτηκε από την αρχή και ήταν μία από αυτές συγκλόνισαν στον κ. Μαριολόπουλο.

«Τη μεγαλύτερη συγκίνηση την ένιωσα με αυτή τη στρατιωτική που πήρε μπρος με την πρώτη μανιβελιά, Είχε έρθει ο μηχανικός, είχε φτιάξει το μοτέρ και με το που την ακούμε πεταχτήκαμε. Ανατριχιάζω και που το λέω τώρα».

Η μηχανή του Όττο Σίμιτσεκ

μουσείο μοτοσικλέτας
Terrot RSSE

Η γαλλική Terrot ανήκε στον ομοσπονδιακό προπονητή στίβου Όττο Σίμιτσεκ. Στην Ελλάδα δεν είναι γνωστό πως βρέθηκε, υπάρχουν φήμες όμως ότι η μηχανή των Γάλλων χρησιμοποιήθηκε από τους Γερμανούς στην Κατοχή. Το μόνο σίγουρο είναι ότι επιτάχθηκε από τη Βέρμαχτ, γεγονός που πιστοποιείται και από τα έγγραφα της επίταξης που φυλάσσονται στο μουσείο. Την περίοδο της κατάληψης της Άγγλων στην Αθήνα και συγκεκριμένα στην Συγγρού και στη Μεσογείων υπήρχαν φυλάκια, που σταματούσαν τους οδηγούς και έλεγχαν αν πέρναγαν παράνομα τρόφιμα στην πόλη. Έτσι τους φορολογούσαν.
Μέσα στη μηχανή βρέθηκαν πολλές κλήσεις απλήρωτες, που δείχνουν ότι ο Σίμιτσεκ ήταν μεσογειακός τύπος.
Βρέθηκε εγκαταλελειμμένη στα αποδυτήρια του Καλλιμάρμαρου το 1989 και αγοράστηκε από τον κ. Βερναδάκη. Χρόνια αργότερα έγινε και αυτή ένα κομμάτι της συλλογής του μουσείου.

«Δείξε μου τη μηχανή σου να δω ποιος είσαι»

Η ιδέα του μουσείου όπως ήταν λογικό αγαπήθηκε από τους μηχανόβιους, που όχι μόνο παθιάζονται με τους δύο τροχούς αλλά είχαν την ανάγκη να γνωρίσουν την κουλτούρα του δίκυκλου.
«Μοτοσικλετιστής γίνεσαι όταν αρχίζεις να συνειδητοποιείς ότι αυτό που καβαλάς είναι επικίνδυνο να σκοτωθείς, άρα πρέπει να οδηγείς προσεκτικά, αμυντικά στην πόλη και επιθετικά στην πίστα», μας εξηγεί. Ο ίδιος συνειδητοποίησε ότι έγινε μοτοσυκλετιστής αφού πέρασε 5-6 χρόνια πάνω σε μικρές μηχανές. «Θέλει χρόνια να εξοικειωθείς, να μάθεις να προφυλάσσεσαι από τα αμάξια και να αποκτήσεις εμπειρία».
Έτσι διακρίνει τους μηχανόβιους στις εξής κατηγορίες:

Οι «παπάκηδες»: είναι συνήθως νέα παιδιά που θα ήθελαν σίγουρα να οδηγήσουν κάτι μεγαλύτερο αλλά δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα να το πάρουν.
Οι «χαρλεάδες»: που ξεχωρίζουν πάντα πάνω στις μηχανές τους
Οι «Bmwακηδες»: είναι οι τύποι με τις πιο σύγχρονες μηχανές. Είναι συνήθως καλοντυμένοι με όλα τα μοτοσικλετιστικά αξεσουάρ, με φόρμες, με όλα κράνη και κυκλοφορούν με ό,τι πιο ακριβό υπάρχει στην αγορά. Είναι οι προσεγμένοι, οι κυριλέ.
Οι «κάγκουρες»: που τους αναγνωρίζεις γιατί πάνε στη μία ρόδα
Οι «γιαπονεζόφιλοι»: που πολλές φορές δεν ξεχωρίζουν γιατί δεν έχουν κάποιο κοινό χαρακτηριστικό και δεν είναι τόσο προσεγμένοι όσο αυτοί που οδηγούν τις BMW. Ξεχωρίζει όμως η μηχανή τους.
Οι «σκουτεράδες»: Για εκείνον δεν είναι μοτοσυκλετιστές. Είναι κίνδυνος θάνατος για να σε πατήσουν. Κυκλοφορούν με φραπέ και κινητό στο χέρι, ενώ αν προσπαθήσεις να τους προσπεράσεις μπορούν να σε στείλουν αδιάβαστο.
Τελευταία κατηγορία, είναι όσοι δεν φορούν κράνος. Δεν έχει σημασία η μηχανή που έχουν αλλά η νοοτροπία τους.

Της Μαριάννας Χιονά

Info:
Ελληνικό Μουσείο Μοτοσικλέτας
Ραζηκότζηκα 7, Μετς
Τηλέφωνο: 2109248646
e-mail: [email protected]

Επισκέψεις μόνο με ραντεβού

Διαβάστε επίσης στη «ΜτΧ»: Τα θρυλικά παπάκια των 80s. Τα πειραγμένα 72αρια, οι κομμένες ποδιές και οι «λασπωτήρες». Το μηχανάκι που σημάδεψε μια δεκαετία 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here