Πανδημία, απαγορευμένος έρωτας και καταπιεσμένη ομοφυλοφιλία. Ο «Θάνατος στη Βενετία», το σπουδαιότερο έργο του γερμανού λογοτέχνη Τόμας Μαν, είναι ένα μυθιστόρημα βαθιά αυτοβιογραφικό.

Το 1911, η Βενετία ήταν το επίκεντρο ενός μεγάλου κύματος χολέρας που είχε πλήξει πολλά μέρη της Ευρώπης. Ο Τόμας Μαν, με τη γυναίκα του Κάτια, έτυχε να ταξιδέψουν στην ιταλική πόλη και να βιώσουν από κοντά τον πανικό της αρρώστιας και της καραντίνας.
Οι ίδιοι δεν πανικοβλήθηκαν, ούτε βιάστηκαν να φύγουν. Άλλωστε, το πολυτελές ξενοδοχείο όπου διέμεναν ήταν σχετικά απομακρυσμένο από την πόλη. Ο 45χρονος συγγραφέας θεώρησε ότι οι συνθήκες ήταν ιδανικές για να ξεκινήσει να γράφει το νέο του μυθιστόρημα.

«Θάνατος στη Βενετία»

Ο Τόμας Μαν γεννήθηκε στις 6 Ιουνίου του 1875 στη Γερμανία. Wikipedia

Πρωταγωνιστής είναι ένας μεσήλικας καλλιτέχνης ονόματι Άσενμπαχ, ο οποίος παραθερίζει σε ξενοδοχείο της Βενετίας, κατά την περίοδο της μεγάλης πανδημίας. Τις πρώτες μέρες της διαμονής του εκεί, το ενδιαφέρον του κεντρίζει ένας άλλος θαμώνας του καταλύματος. Πρόκειται για τον 14χρονο Τάτζιο, ένα αγόρι από την Πολωνία που κάνει διακοπές με την οικογένειά του στο ίδιο μέρος.
Η έλξη που αισθάνεται ο πρωταγωνιστής για το παιδί είναι πρωτόγνωρη και πολύ γρήγορα εξελίσσεται σε εμμονική. Ο Άσενμπαχ ακολουθεί τον μικρό παντού μέσα στην πόλη, επιδιώκει να βρίσκεται κοντά του και αναπτύσσει σεξουαλικές φαντασιώσεις.
Παρά τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει, αρνείται να φύγει από την Βενετία.
Έτσι, όσο η πανδημία εξαπλώνεται πλήττοντας αναπόφευκτα και τον ίδιο, η εμμονή του για τον Τάτζιο γίνεται όλο και εντονότερη.

Το προσωπείο του Άσενμπαχ

Ο «Θάνατος στη Βενετία» εκδόθηκε το 1912. Είναι εμφανές ότι το ταξίδι του Τόμας Μαν στη Βενετία το 1911 ήταν αυτό που τον ενέπνευσε να γράψει τη διάσημη νουβέλα. Αν και ο ίδιος δεν το παραδέχθηκε ποτέ, αποτελεί επίσης κοινό μυστικό το γεγονός ότι το μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας είναι βασισμένο στη ζωή του.
Παρότι παντρεμένος και έχοντας αποκτήσει έξι παιδιά, οι ομοφυλοφιλικές τάσεις του Μαν ήταν δύσκολο να κρυφτούν στους κοντινούς του ανθρώπους, ιδιαίτερα όσο μεγάλωνε.

Η γυναίκα του, Κάτια, ήταν εκείνη που μερικά χρόνια μετά το θάνατό του άντρα της, παραδέχθηκε ότι ο χαρακτήρας του Τάτζιο βασιζόταν σε ένα αγόρι από την Πολωνία που πράγματι γνώρισαν στις διακοπές τους στη Βενετία. Θυμάται ότι μόλις ο σύζυγός της είδε τον μικρό, δεν μπορούσε να σταματήσει να μιλά για εκείνον. Δεν τον ακολουθούσε μέσα στην πόλη, όπως έκανε ο πρωταγωνιστής του βιβλίου, όμως τον παρατηρούσε με τις ώρες όσο βρισκόταν στους χώρους του ξενοδοχείου.

Ο 10χρονος Władysław Moes (αριστερά στη μέση), στον οποίο είναι βασισμένος ο χαρακτήρας του Τάτζιο. Wikipedia

Η ιστορία αυτή επιβεβαιώθηκε και από τον μεταφραστή του Μαν, ο οποίος μάλιστα αποκάλυψε την ταυτότητα του παιδιού. Ο πραγματικός Τάτζιο δεν ήταν 14, αλλά 10 και μέχρι ο «Θάνατος στη Βενετία» να γίνει ταινία τη δεκαετία του ’70, ο μικρός δεν είχε ιδέα για το ότι είχε αποτελέσει την έμπνευση του Γερμανού συγγραφέα.

Εκτός από τα προσωπικά του βιώματα, ο Τόμας Μαν είχε αντλήσει έμπνευση από την αρχαιοελληνική κουλτούρα. Ο λόγος που ο νεαρός Πολωνός του είχε τραβήξει τόσο την προσοχή ήταν διότι πίστευε ότι αποτελούσε ένα τέλειο παράδειγμα του ελληνικού κλασικού ιδεώδους της ανδρικής ομορφιάς. Ο πρωταγωνιστής της νουβέλας τον περιέγραφε σαν ένα «αρχαιοελληνικό άγαλμα».
Ακόμη και τα αισθήματά του τα ερμήνευε βάσει των αρχαίων γραπτών. Βασισμένος στο Συμπόσιο του Πλάτωνα, υποστήριζε ότι δεν υπάρχει «καλή» και «κακή» αγάπη. Η αγάπη είναι μία και είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη νεότητα και την ομορφιά.
Βέβαια, όσο το μυθιστόρημα εξελίσσεται, ο πρωταγωνιστής συνειδητοποιεί ότι η αγάπη που αισθάνεται δεν είναι απλώς πλατωνική. Από τις φιλοσοφικές αναζητήσεις του Πλάτωνα, περνά σε εικόνες εμπνευσμένες από διονυσιακές τελετές οργίων, στις οποίες φαντασιώνεται ως συμμετέχοντα τον ίδιο αλλά και τον μικρό Τάτζιο.

Καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του, ο Τόμας Μαν πάλεψε σκληρά προκειμένου να καταπιέσει τις ομοφυλοφιλικές του τάσεις. Υπάρχουν επιστολές του, που ήρθαν στο φως πολύ αργότερα, στις οποίες παραδεχόταν ανοιχτά την έλξη που ένιωθε για νεαρούς άντρες.
Ωστόσο, η βαθιά συντηρητική εποχή,οι διώξεις κατά των ομοφυλόφιλων και τα κοινωνικά στερεότυπα δεν του επέτρεψαν ποτέ να αποκαλύψει τη διαφορετικότητά του. Η μόνη διέξοδος ήταν η συγγραφική του δεινότητα και η εκφραστική του δύναμη, που διοχέτευε στα έργα του.
Με τα κείμενά του πολέμησε το ναζισμό και όταν ο Χίτλερ ανέβηκε στην εξουσία εγκατέλειψε τη Γερμανία, εξαιτίας των σκληρών κειμένων του κατά του εθνικοσοσιαλισμού. Στην Αμερική δίδαξε στον Πρίνστον και συνέχισε το συγγραφικό έργο που τον ανέδειξε σε έναν από τους κορυφαίους συγγραφείς του 20ου αιώνα.

Ο Νομπελίστας, άφησε την τελευταία του πνοή το 1955 σε ηλικία 80 ετών. Μέχρι το τέλος της ζωής του, παρέμεινε παντρεμένος με τη γυναίκα του Κάτια.

Πηγή χαρακτηριστικής εικόνας: Wikimedia Commons

Διαβάστε στη «ΜτΧ»: Πώς η κυβέρνηση Τρικούπη χρησιμοποίησε «άεργους και λωποδύτες» για να σώσουν την Αθήνα από τη χολέρα, λίγο πριν από το «δυστυχώς επτωχεύσαμεν»

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here