9 Οκτωβρίου 1944. Ώρα 06.00 το πρωί. Μέλη της αντιστασιακής οργάνωσης Ε.Π.Ο.Ν ρίχνουν ένα πετραδάκι στο παράθυρο ενός δωδεκάχρονου αγοριού που ζούσε με τους γονείς του σε ένα μικρό σπίτι στου Φιλοπάππου. Ο μικρός Σοφοκλής κατάλαβε το συνθηματικό και έφυγε κρυφά από το σπίτι.

Του έδωσαν ένα σακί με παξιμάδια. Έπρεπε να το μεταφέρει σε ένα νταμάρι για να το πάρουν αργότερα οι αντάρτες που θα κατέβαιναν από την Πάρνηθα. Ξαφνικά, καθώς κατευθυνόταν προς το συμφωνημένο σημείο, άκουσε έναν γερμανό στρατιώτη να του φωνάζει «Άλτ!» Ο Σοφοκλής τρομοκρατημένος άρχισε να τρέχει. Για λίγο κατάφερε να ξεφύγει από τα μάτια του και μπήκε στην αυλή του σπιτιού του. Κρύφτηκε για να μην τον βρει.

Ο Σοφοκλής Χρήστου σε ηλικία 5 ετών

Ο Γερμανός έβγαλε μια χειροβομβίδα από την τσέπη του και την πέταξε μέσα στην αυλή.
Η χειροβομβίδα έσκασε μπροστά στον Σοφοκλή. Η μητέρα του τον βρήκε αιμόφυρτο. Τον μετέφερε στα επείγοντα του Ευαγγελισμού όπου δέχτηκε τις πρώτες βοήθειες. Ο Σοφοκλής επιβίωσε, αλλά από την έκρηξη έχασε τα δυο χέρια του και το ένα μάτι, ενώ τα πόδια του είχαν γεμίσει πληγές. Τρεις μέρες αργότερα, τα γερμανικά στρατεύματα έφυγαν από την Αθήνα. Ο πόλεμος είχε τελειώσει.

Οι μνήμες του πολέμου έμειναν για πάντα χαραγμένες στο μυαλό του Σοφοκλή Χρήστου, αλλά δεν τον εμπόδισαν από το να γίνει ένας μεγάλος ζωγράφος που η φήμη του έφτασε μέχρι τον Λευκό Οίκο και τον Τζον Κένεντι.

Τα δύσκολα χρόνια της κατοχής

Το έργο του η Εκκλησία της Παναγίας Καπνικαρέας. Αντικατέστησε τα μαγαζιά της Ερμού με δέντρα

Στην κατεχόμενη και χιονισμένη Αθήνα, οι πολίτες υπέφεραν από υποσιτισμό. Έψαχναν καθημερινά στα σκουπίδια ένα υπόλειμμα τροφής. Τα γερμανικά και ιταλικά στρατεύματα λεηλατούσαν τις αποθήκες αποθεμάτων και έκαναν κατασχέσεις τροφίμων. Πολλές από τις προμήθειες στέλνονταν κατευθείαν στα κατοχικά στρατεύματα, ενώ άλλες διοχετεύονταν στη μαύρη αγορά σε εξωφρενικές τιμές.
Οι κάτοικοι για να επιβιώσουν, έψαχναν φαγητό στα σκουπίδια. Πολλοί πέθαιναν στους δρόμους.
Αυτή την κατάσταση διηγήθηκε στη «Μηχανή του Χρόνου» και ο ζωγράφος Σοφοκλής Χρήστου:

«Υπήρχε μεγάλη πείνα. Τα πάντα στέλνονταν στη Γερμανία. Και ό,τι σάπια είχαν, τα πέταγαν. Αυτά τα έπαιρναν διάφοροι επιτήδειοι και τα πουλούσαν. Συνήθως, είχαν λεμόνια και τα βάζανε σε κάτι καροτσάκια. Εμείς τα παίρναμε, βγάζαμε τα σάπια και τρώγαμε την φλούδα. Έτσι, την περνάγαμε.»
Τα συσσίτια ήταν ένα καθημερινό φαινόμενο. Ο κόσμος περίμενε ώρες για μια κουταλιά φαγητό: «Πηγαίναμε στο συσσίτιο. Ανακατεύανε με την κουτάλα το ζωμό και έβρισκαν μέσα ένα μόνο ρεβύθι ή ένα κούκι. Ήταν δραματική η κατάσταση».

Όμως, ακόμη και κάτω από αυτές τις συνθήκες, για ένα παιδί περίπου 10 χρόνων, το παιχνίδι δεν σταματούσε. Ο Σοφοκλής Χρήστου θυμάται ότι έπαιζε στους δρόμους της Αθήνας, πάντα με τον κίνδυνο της ζωής του. Η μητέρα του και οι γυναίκες της γειτονιάς του έλεγαν ότι κάθε φορά που έβλεπε Γερμανό στον δρόμο να γυρνά την πλάτη του και να κοιτά προς τον τοίχο των σπιτιών. Μια μέρα είχε ανέβει με την σφεντόνα του στου Φιλοπάππου, θέτοντας τη ζωή του σε κίνδυνο. «Περνάγανε οι σφαίρες γύρω μας. Σκάγανε στα πόδια μας. Αλλά που να δώσουμε σημασία εμείς; Ήμασταν παιδιά», διηγείται.

Η απελευθέρωση και τα Δεκεμβριανά

Δρόμος της Πλάκας, όταν οι κάτοικοι κοιμόντουσαν σε κρεβάτια στο δρόμο. Έργο του Σοφοκλή Χρήστου

Ο Σοφοκλής Χρήστου έμεινε στο νοσοκομείο πέντε μήνες. Εκεί ανάμεσα σε δεκάδες άλλους τραυματίες έζησε την απελευθέρωση που περίμενε με ανυπομονησία. «Βγαίναμε κάθε μέρα από το σπίτι και κοιτούσαμε αν έχει κατέβει η σημαία των Γερμανών από την Ακρόπολη».

Κατά τη διάρκεια των ενόπλων συγκρούσεων στα Δεκεμβριανά, βρισκόταν ακόμη στον Ευαγγελισμό. Έζησε τα γεγονότα ως παρατηρητής: «Οι Βρετανοί είχαν ανέβει πάνω στην ταράτσα του νοσοκομείου και χτυπούσαν τους αντάρτες που περνούσαν με τα πολυβόλα. Ακούγαμε τους πυροβολισμούς. Φέρνανε τους νεκρούς και τους τραυματίες με ανατρεπόμενο όχημα, αυτό που χρησιμοποιούσαν για τα χαλίκια».
Οι τραυματίες ήταν δεκάδες. Δεν υπήρχαν κρεβάτια για όλους. Τον Σοφοκλή Χρήστου τον μετέφεραν σε ένα παγκάκι στα εξωτερικά ιατρεία. Η κατάσταση ήταν δραματική. Ιδίως για ένα παιδί δώδεκα ετών.

Η ζωή μετά

Οι δυσκολίες στη ζωή του Σοφοκλή Χρήστου δεν σταμάτησαν εκεί. Τα δημόσια σχολεία δεν τον δέχονταν. Όλοι του έλεγαν «Εσύ δεν μπορείς να γράψεις. Δεν μπορείς να παρακολουθήσεις. Δεν μπορούμε να σε πάρουμε».
Μετά από πολλές αποτυχημένες προσπάθειες, έμαθε για το Near East Foundation, ένα Αμερικάνικο κοινωφελές ίδρυμα. Επίτιμη πρόεδρος του Ιδρύματος ήταν η βασίλισσα Φρειδερίκη. Εκεί συνέχισε τα μαθήματα.

Όταν η βασίλισσα Φρειδερίκη είδε τα έργα του, δάκρυσε. Είχε αγοράσει συνολικά 14 πίνακες από τον μικρό Σοφοκλή που τον αγαπούσε πολύ.

Στην ίδια τάξη ήταν παιδιά διαφορετικών ηλικιών. Όση ώρα η καθηγήτρια δίδασκε τους υπόλοιπους μαθητές, ο Χρήστου ζωγράφιζε. Οι καθηγητές είδαν τα σχέδια του και εντυπωσιάστηκαν. Κάποια στιγμή, το ιδιαίτερο ταλέντο του έφτασε στα αυτιά της Βασίλισσας Φρειδερίκης. Έτσι, επισκέφτηκε το ίδρυμα για να γνωρίσει από κοντά το παιδί που είχε προκαλέσει τα θετικά σχόλια των καθηγητών. Η Φρειδερίκη τον κάλεσε στο γραφείο της και του ζήτησε να της δείξει πώς γράφει. Ο μικρός τότε Σοφοκλής από το άγχος του έγραψε «Κυρία Φρειδερίκη». Η βασίλισσα γέλασε και του είπε πως για ό,τι χρειάζεται, μπορεί να απευθύνεται σε εκείνη. Από τότε η βασίλισσα έγινε «η δεύτερη μητέρα του», όπως χαρακτηριστικά διηγείται.

Δημοσίευμα της «Βραδυνής» του 1954 αφιερωμένο στον Σοφοκλή Χρήστου

Στη Σχολή Καλών Τεχνών

Μπήκε στην Εμπορική Σχολή Εμποροϋπαλλήλων, αλλά ο Σοφοκλής Χρήστου είχε βρει αυτό που ήθελε να κάνει στη ζωή του. Ήθελε να γίνει ζωγράφος και έτσι έδωσε εξετάσεις για να μπει στη σχολή Καλών Τεχνών. Ωστόσο, δεν ήταν κάτι που σκεφτόταν από μικρός, αλλά προέκυψε λόγω συνθηκών. «Δεν ξέρω αν θα γινόμουν ζωγράφος, αν δεν είχε γίνει το ατύχημα» ανέφερε στη «Μηχανή του Χρόνου».

Στις πρώτες εξετάσεις που έδωσε για τη σχολή Καλών Τεχνών, κάποιος κατέστρεψε το έργο του και έτσι δεν πέρασε. Απογοητεύτηκε, αλλά η βασίλισσα Φρειδερίκη τον παρακίνησε να συνεχίσει να προσπαθεί. Τελικά, έγινε δεκτός. Κατά τη διάρκεια των σπουδών του μαθήτευσε κοντά σε μεγάλους ζωγράφους της εποχής. Ένας από αυτούς ήταν ο Κωνσταντίνος Παρθένης.

Οι γιατροί του έλεγαν ότι δεν θα μπορέσει να δώσει προοπτική στα έργα του γιατί δεν μπορούσε να δει από το ένα μάτι. Όμως, ο Σοφοκλής Χρήστου τα κατάφερε. Όχι μόνο έδωσε προοπτική, άλλα έκανε έργα που θαυμάστηκαν από όλον τον κόσμο. Τα σχέδια του είναι ασπρόμαυρα και αναδεικνύουν τις ομορφιές της Ελλάδας. Έκανε εκθέσεις στην Ελβετία, στη Μ. Βρετανία, στη Γερμανία, στη Ρωσία και Γαλλία.

Ο Σοφοκλής Χρήστου εν ώρα εργασίας

Το 1963 δέχτηκε μια επιστολή από τον Λευκό Οίκο 

Ο πρόεδρος των Η.Π.Α. Τζον Κένεντι τον κάλεσε να κάνει μια σειρά εκθέσεων διάρκειας έξι μηνών με όλα τα έξοδα πληρωμένα. Ο Σοφοκλής Χρήστου πήγε, αλλά δεν γνώρισε ποτέ τον Κένεντι από κοντά. Την ημέρα που θα έκανε την έκθεσή του στην Ουάσινγκτον, ο Κένεντι δολοφονήθηκε στο Τέξας. Η είδηση προκάλεσε αναταραχή στις ΗΠΑ. «Όλοι φωνάζανε στους δρόμους και κλαίγανε», θυμάται.

Ο Σοφοκλής Χρήστου επέστρεψε στην Ελλάδα, αλλά οι διακρίσεις δεν σταμάτησαν εκεί. Το 2007 ανακηρύχθηκε πρεσβευτής ελληνισμού από τη Νομαρχία Αθηνών για την πολύτιμη προσφορά του στην προβολή της χώρας.
Παρόλο που σήμερα έχει περάσει τα 85 χρόνια ζωής, συνεχίζει να ζωγραφίζει καθημερινά, ενώ παράλληλα με φιλανθρωπικές ενέργειες βρίσκεται κοντά σε παιδιά με αναπηρίες. Ο άνθρωπος που κάποτε συναντούσε κλειστές πόρτες λόγω του τραυματισμού του, τα κατάφερε και απέδειξε ότι «κάθε εμπόδιο είναι για καλό».

Της Αργυρώς Σαμιώτη

Διαβάστε επίσης στην ΜτΧ: Η γυναίκα που εργάστηκε για 50 χρόνια ως γυμνό μοντέλο στη σχολή Καλών Τεχνών. Η Μαίρη Σαμαρά πόζαρε για τους μεγαλύτερους Έλληνες καλλιτέχνες και διηγείται τις μοναδικές εμπειρίες της στη «Μηχανή του Χρόνου»

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here