Τα μεσάνυχτα είχαν ήδη περάσει όταν ο Μ. Κ. ξεκίνησε για την επιστροφή στο σπιτικό του από το καφενείο της πλατείας του μικρού χωριού Ρίζια της Παιανίας.

Μεθυσμένος μπήκε στο μοναδικό δωμάτιο της κατοικίας του, μέσα στο οποίο κοιμόντουσαν τα τρία ανήλικα παιδιά και η γυναίκα του, Σ. Κ.
Το ένα από τα παιδιά, ο 11χρονος Β. ξύπνησε από τις φωνές καθώς ο πατέρας του έβριζε ξανά την μητέρα του και χειρονομούσε προς το μέρος της.
Λίγο αργότερα, το ζευγάρι αποφάσισε να κατευθυνθεί προς τον αχυρώνα.
Όταν πήγε εκεί το πρωί το αγόρι, αντίκρισε τη θέα του πεθαμένου πατέρα του. ‘Το πρωί είδα τον πατέρα μου πεθαμένο, με τρεις μεγάλες πληγές στο κεφάλι του», είπε κλαίγοντας.
Η Σ. Κ. είχε δολοφονήσει τον άνδρα της με σκεπάρνι.
Γιατί όμως να θέλει να προβεί σε τέτοια αποτρόπαια ενέργεια;
Ενδεικτικά αναφέρονται η ζήλια του θύματος, ο εριστικός χαρακτήρας της Σ. και η περίεργη τάση του θύματος να διαδίδει σε συγχωριανούς πως η γυναίκα του τον απατούσε.
Όταν η συζυγοκτόνος παρουσιάστηκε στις αστυνομικές αρχές, αρχικά, ήταν κυνική και κατηγορούσε για την δολοφονία του συζύγου της τον Μ. Α., κάποιον με τον οποίο ο σύζυγός της είχε »παλιούς λογαριασμούς». Τελικά, έπειτα από πολλές ανακρίσεις και διαρκή πίεση ομολόγησε την τερατώδη πράξη της.

 

Η ομολογία της συζυγοκτόνου


Η Σ. τη νύχτα εκείνη ακολούθησε τον σύζυγό της στον αχυρώνα με κακό προαίσθημα, όπως η ίδια ανέφερε στην αστυνομία.
Εκείνος την διέταξε να καθίσει πάνω σε κουβέρτα και άρχισε, σε έξαλλη κατάσταση, να περιγράφει καταστάσεις του παρελθόντος.
Η γυναίκα υποστήριξε ότι έκανε υπομονή για να μην τον εξαγριώσει περισσότερο, αλλά μάταια. Στη συνέχεια, ο Μ. τρικλίζοντας άρπαξε στα χέρια του το περίστροφο, με το οποίο την απειλούσε κάθε φορά που μάλωναν.
Η στιγμή αυτή ήταν καθοριστική για την εξέλιξη των γεγονότων. Η Σ. είπε ότι βρέθηκε εκτός ελέγχου, άρπαξε ένα σκεπάρνι και το κάρφωσε τρεις φορές στο κεφάλι του συζύγου της, κυριευμένη από τρόμο για τη ζωή της.
Όταν εκείνος εξέπνευσε, τον τύλιξε μέσα σε κουβέρτα και τον μετέφερε σε ένα στενό, λίγο πιο πέρα από το σπίτι τους.

Φονικό όπλο:ένα σκεπάρνι


Διχογνωμία παρουσιάστηκε μεταξύ των αστυνομικών αρχών και της ιατροδικαστικής εξέτασης για το εάν το θύμα δέχτηκε τα χτυπήματα ξύπνιο ή ενόσω κοιμόταν.
Ειδικότερα, η αστυνομία αναφέρει ότι ο άνδρας πάλεψε για να αποφύγει τα θανατηφόρα χτυπήματα, λαμβάνοντας υπόψη τα ίχνη πάλης που εντοπίστηκαν στον αχυρώνα και την ομολογία της Σ., ενώ ο γιατρός που εξέτασε το θύμα υποστηρίζει το αντίθετο.
Και αυτό διότι, δεν εντόπισε κάποια μώλωπα ή αμυχή
στη δράστη, ούτε η σωματική της διάπλαση θα την καθιστούσε ικανή να αντιμετωπίσει έναν άνδρα, όπως ο σύζυγός της.

Τα πραγματικά θύματα της ιστορίας


Εν τέλει, τα τρία ανήλικα παιδιά της οικογένειας  είναι τα »πραγματικά» θύματα της ιστορίας. Ο 13χρονος Γ.,ο 11χρονος Β. και 7χρονη Δ. έμειναν ορφανά, με τον πατέρα τους δολοφονημένο και τη μητέρα τους να έχει κατηγορηθεί για ανθρωποκτονία εκ προθέσεως .

Διονυσία Μποζίκη, Κέντρο Μελέτης του Εγκλήματος 

Το ρεπορτάζ βασίστηκε στο δημοσίευμα της εφημερίδας »ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ»

Διαβάστε στη «ΜτΧ»: Συζυγοκτόνοι. Απιστίες, ζήλια, πάθη, καυγάδες και βία. Οι πιο διάσημες δολοφονίες μεταξύ συζύγων στην Ελλάδα και οι δικαιολογίες στα δικαστήρια. Μόνο μια γυναίκα εκτελέστηκε από τη δικαιοσύνη

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here