Το περίφημο τραγούδι «Φτωχό κομπολογάκι μου «, ο Γιώργος Μητσάκης το έγραψε στα χρόνια της Κατοχής.
Η ιστορία του έχει ως εξής: ο Γιώργος Μητσάκης, από τις αρχές του 1939, σε ηλικία 18 χρόνων, κατέβηκε από τον Βόλο στον Πειραιά όπου δούλεψε με το μπουζούκι του σε διάφορα ταβερνάκια.

Εκεί γνωρίστηκε με Πειραιώτες μουσικούς, ενώ λίγο καιρό αργότερα κατέβηκε στην Αθήνα. Συχνά για φαγητό πήγαινε στο μαγαζί «Καρέ του άσσου» του Γρηγόρη Καρλή.
Το χειμώνα του 1941 μπήκαν οι Γερμανοί στην Αθήνα. Κατοχή και πείνα. Ένα μεσημέρι ο φτωχός Μητσάκης, φορώντας ένα παλτό μεταχειρισμένο το οποίο είχε αγοράσει από το Μοναστηράκι, σταμάτησε στα Χαυτεία μπροστά σε ένα περίπτερο, που ο ιδιοκτήτης του ονόμαζε, Μινιόν. Ο Μητσάκης, τουρτουρίζοντας από το κρύο, χάζευε τα κομπολόγια που ήταν κρεμασμένα και του άρεσαν. Τελικά έπειτα από παζάρια με τον περιπτερά, αγόρασε ένα χρώματος μαύρου.

Ο Μητσάκης στη συνέχεια, χαρούμενος με το καινούργιο του απόκτημα, κατηφόρισε την Αγίου Κωνσταντίνου, φτάνοντας στο Μεταξουργείο. Κάθισε σε κάτι παγκάκια ξύλινα, έβαλε το χέρι στην τσέπη για να βγάλει το κομπολόι μα εκείνο δεν ήταν πουθενά. Έψαξε σε όλες του τις τσέπες, άφαντο το κομπολόι. Τότε διαπίστωσε ότι οι τσέπες του μεταχειρισμένου παλτού ήταν τρύπιες και δεν το είχε προσέξει όταν το αγόραζε.

Ο Μητσάκης στεναχωρημένος, έψαξε τριγύρω να το βρει αλλά μάταια. Εκείνη την ώρα του ήρθε έμπνευση. ‘Έβγαλε το πακέτο με τα τσιγάρα και έγραψε «φτωχό κομπολογάκι μου εσύ ήσουν το μεράκι μου, τι θα γίνω τώρα». Στη συνέχεια τράβηξε κατά το ταβερνάκι του Καρλή για φαγητό. Στο μαγαζί του Καρλή, επειδή γειτόνευε με αρκετά θέατρα, σύχναζαν πολλοί ηθοποιοί και γενικότερα άνθρωποι του καλλιτεχνικού χώρου. Ο Καρλής, για να τους προσελκύει, είχε βάλει ορχήστρα και μάλιστα τον Μάρκο Βαμβακάρη, τον Λαβίδα στο λαούτο και τον Καρίπη στην κιθάρα. Σε κάποια τραπέζια κάθονταν παρέες ηθοποιών και έτρωγαν. Ο Μητσάκης μπήκε μέσα και έκατσε. Δίπλα στον τοίχο ήταν κρεμασμένο ένα μπουζούκι.

Το ξεκρέμασε, έβγαλε το πακέτο με τα τσιγάρα που είχε σημειωμένους τους στίχους και άρχισε να σιγοπαίζει και να σιγοψιθυρίζει το «Φτωχό κομπολογάκι μου». Διόρθωσε και συμπλήρωσε τους στίχους, ενώ παράλληλα έψαχνε με το μπουζούκι τη μελωδική γραμμή. Βλέποντας τον Καρλή, ο οποίος ήταν μαγαζάτορας, μάγειρας και σερβιτόρος, του έκανε νόημα και του είπε να παίξει κάτι για τον κόσμο, ενώ του υποσχέθηκε ένα πιάτο φασολάδα.

Ο Μητσάκης έπαιξε μερικά τραγούδια και οι θαμώνες ενθουσιάστηκαν με το όμορφο παίξιμο του. Ύστερα από λίγο ο Καρλής, που αντιλήφθηκε ότι ο μικρός «τραβάει», του έφερε ζεστή φασολάδα, ενώ συγχρόνως του πρότεινε επειδή ο Βαμβακάρης ήταν άρρωστος, να πάει αυτός στη θέση του. Η αμοιβή του ήταν ένα πιάτο φασολάδα, μεσημέρι-βράδυ και ένας στουκάς, ένα μικρό ψωμάκι. Ο Μητσάκης δέχτηκε και από την επόμενη ξεκίνησε, ενώ είχε ολοκληρώσει στο μεταξύ στην κάμαρά του και το τραγούδι «Φτωχό κομπολογάκι μου».

Στο μικρό πάλκο του μαγαζιού ανέβηκε με τους Λαβίδα και Καρίπη, οι οποίοι τον ρώτησαν τι ξέρει να παίζει. Τότε ο Μητσάκης, μεταξύ άλλων, τους είπε και για το «Κομπολογάκι». Εκείνη τη στιγμή τους είπε τις νότες και βέβαια, έμπειροι μουσικοί, ο Λαβίδας κι ο Καριπής, το έπαιξαν αμέσως. Τότε έγινε χαλασμός στο μαγαζί. Όλοι το ζητούσαν ξανά και ξανά. Το είπαν και έξι φορές εκείνο το βράδυ. Από το τότε το τραγούδι αγαπήθηκε και διαδόθηκε από στόμα σε στόμα σε ολόκληρη την Αθήνα. Το «Φτωχό κομπολογάκι» τελικά φωνογραφήθηκε μετά το 1946, αφού άνοιξαν και πάλι τα εργοστάσια δίσκων που παρέμειναν κλειστά στα χρόνια της Κατοχής.

Πηγή: μία Ιστορία… ένα τραγούδι, του Ηρακλή Ευστρατιάδη, εκδόσεις Toubi’s

Διαβάστε ακόμη στη «ΜτΧ»: «Δεν είμαι εγώ ο Γιώργος σου που του λεγες τον πόνο σου;» Το παράπονο του Μητσάκη στην κοπέλα του που έγινε τραγούδι. Η κρυφή σχέση και ο χωρισμός

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here