του Νάσου Κατσώχη

Μεγάλος μπαλαδόρος. Καταιγιστικός σκόρερ. Μοναδικός αριστεροπόδαρος. Ο καλύτερος πριν από τον Μαραντόνα, ο «καλπάζων συνταγματάρχης», όπως έμεινε γνωστός στην ποδοσφαιρική γλώσσα ο Φέρεντς Πούσκας.

Αγωνιζόμενος αρχικά στην Ουίπεστ και μετά στη Χόβεντ της Ουγγαρίας ηγήθηκε μιας μοναδικής Εθνικής Ομάδας στα μεταπολεμικά χρόνια.

Η αήττητη Εθνική της Ουγγαρίας και η ταπείνωση της Αγγλίας

Η Ουγγαρία, στις αρχές της δεκαετίας του ΄50, δεν ήταν απλώς η καλύτερη στον κόσμο. Ήταν μια ανίκητη Εθνική. Για 49 μήνες και 42 συνεχή ματς υπήρξε αήττητη. Και στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Ελσίνκι, το 1952, κατέκτησε το χρυσό μετάλλιο. Με τον Πούσκας στην πρωτοκαθεδρία, φυσικά. Δείγμα των φιλοδοξιών του.
Το αήττητό της θα συνεχιζόταν.
Ένα από τα επόμενα θύματα, η υπεροπτική Εθνική της Αγγλίας. Δύο φορές ταπεινώθηκε σε φιλικές συναντήσεις, οι οποίες τότε όμως, είχαν την αξία και την αίγλη επίσημων αγώνων. Φιλικά που είχαν ζητήσει οι ίδιοι οι Άγγλοι, προκειμένου να πιστοποιήσουν την αξία της αγγλικής «πατρότητας» του ποδοσφαίρου, απέναντι στην πλέον ισχυρή Εθνική της εποχής, προαναγγέλλοντας το πρώτο, μάλιστα, ως το «ματς του αιώνα». Θα συντριβούν.
Και στο Γουέμπλεϊ, τον «ναό του ποδοσφαίρου», με 6-3, τον Νοέμβριο του μακρινού 1953, αλλά και στον επαναληπτικό της Βουδαπέστης, λίγους μήνες μετά, με 7-1.
Μάλιστα, το μαγικό τακουνάκι του Πούσκας σε ένα από τα γκολ του Γουέμπλεϊ περιλαμβάνεται στη μυθολογία των μεγάλων στιγμών του ποδοσφαίρου.
Σε ένα ματς που άλλαξε τους διεθνείς ποδοσφαιρικούς συσχετισμούς και ακύρωσε την αγγλική ποδοσφαιρική αλαζονεία περί μονοκρατίας στο παγκόσμιο ποδόσφαιρο.

Η Ουγγαρία στις αρχές της δεκαετίας του ΄50 ήταν μια ανίκητη Εθνική. Για 49 μήνες και 42 συνεχή ματς υπήρξε αήττητη

Παγκόσμιο Κύπελλο 1954 και ο τραυματισμός του Πούσκας

Μετά από αυτό, πλέον, οι προβολείς του παγκοσμίου ποδοσφαίρου στράφηκαν στους «μάγους Μαγυάρους».
Στο Παγκόσμιο Κύπελλο που πραγματοποιήθηκε στα γήπεδα της Ελβετίας το 1954, η Ουγγαρία αποτέλεσε το αδιαφιλονίκητο φαβορί.
Πάνω από δυο πολύ ισχυρές εθνικές ομάδες.
Την Ουρουγουάη, η οποία καλούνταν να υπερασπιστεί τον τίτλο της, και τη μεγάλη Βραζιλία, που διψούσε να πιει για πρώτη φορά νερό από τη βαρύτιμη κούπα του Ζυλ Ριμέ.
Στην πρώτη φάση οι Μαγυάροι ήταν καταιγιστικοί: 9-0 τη Βόρεια Κορέα, με δύο γκολ του Πούσκας, και 8-3 τη Δυτική Γερμανία, με ένα γκολ του ίδιου.
Συνολικά, 17 γκολ υπέρ και τρία κατά.
Ο Πούσκας, όμως, είχε τραυματιστεί εναντίον της Δυτικής Γερμανίας από κλωτσιά που είχε δεχτεί από τον Βέρνερ Λίμπριχ, και έχασε τα επόμενα δύο κρίσιμα παιχνίδια.
Οι συμπαίχτες του φρόντισαν, φυσικά, να επιβεβαιώσουν την κυριαρχία των Ούγγρων, τόσο στον άγριο προημιτελικό, τη «Μάχη της Βέρνης», εναντίον της Βραζιλίας, όσο και στον ημιτελικό εναντίον της πανίσχυρης Παγκόσμιας Πρωταθλήτριας Ουρουγουάης, που κρίθηκε στην παράταση.
Έτσι, η Ουγγαρία, αγωνίστηκε, με κουρασμένους βέβαια πολλούς παίχτες της, στον μεγάλο τελικό.

«Το θαύμα της Βέρνης»

Κυριακή, 4 Ιουλίου. Απέναντί της, και πάλι, η Δυτική Γερμανία. Ο Πούσκας, αν και δεν είχε αποκατασταθεί πλήρως από τον τραυματισμό του στην πρώτη φάση, πεισματάρης, πολεμιστής και φιλόδοξος, επέμεινε να αγωνιστεί. Δεν ήθελε να αφήσει το βαρύτιμο τρόπαιο να του ξεφύγει. Φόρεσε το περιβραχιόνιο του αρχηγού.
Κανείς ασφαλώς, ούτε ο προπονητής του, δεν μπόρεσε να του επιβάλει κάτι διαφορετικό στην πιο μεγάλη μέρα του ουγγρικού ποδοσφαίρου. Στην ισχυρή «περσόνα» του υποτάσσονταν όλοι.
Λίγα λεπτά μετά την έναρξη του αγώνα, στο κατάμεστο γήπεδο της Βέρνης, στο πρώτο παιχνίδι που μεταδόθηκε τηλεοπτικά σε αρκετές χώρες συγκλονίζοντας τα εκατομμύρια των τηλεθεατών, η Ουγγαρία βιάστηκε να αποδείξει την ανωτερότητά της. Ο αρχηγός των Μαγυάρων πέτυχε το πρώτο γκολ της Ουγγαρίας. Δύο λεπτά μετά, ο συμπατριώτης του, Τσίμπορ, το δεύτερο.
Σκορ 2-0, ήδη από το 8ο λεπτό.
Ωστόσο, πολύ γρήγορα, μέσα σε 12 λεπτά, οι Γερμανοί ισοφάρισαν. Για πρώτη φορά στη διεθνή ποδοσφαιρική ιστορία, έδωσαν το στίγμα της απαράμιλλης μαχητικότητας τους, και μάλιστα σε μια Εθνική, που τουλάχιστον με τεχνικούς όρους ήταν καλύτερη.

Οι Γερμανοί μετά από μια ανατροπή κέρδισαν το τρόπαιο και την τρομερή Εθνική της Ουγγαρίας

Στη συνέχεια, οι Ούγγροι έχασαν πολλές ευκαιρίες. Είχε συμβεί, όμως, και μια κλιματολογική αλλαγή που κάθε άλλο παρά αθώα αποδείχτηκε.
Η βροχή είχε αρχίσει να «λούζει» με ορμή τον αγωνιστικό χώρο, δυσκολεύοντας το ταχύ και θεαματικό παιχνίδι των Ούγγρων.
Αντίθετα, ευνοούσε στις στατικές φάσεις τους σκληροτράχηλους Γερμανούς. Η πλάστιγγα άρχιζε να γέρνει. Και, λίγα λεπτά πριν από τη λήξη, ο δυτικογερμανός άσος Χέλμουτ Ραν με πλασέ έστειλε την μπάλα στα δίχτυα των Ούγγρων. Η Γερμανία είχε κάνει την ανατροπή. Από 0-2 σε 3-2. Και έμενε ελάχιστος χρόνος πλέον.

Ο Πούσκας, έστω και καταπονημένος, θέλοντας να αποτρέψει το μοιραίο, πείσμωσε. Πέτυχε γκολ προς το τέλος της συνάντησης. 3-3; Ο διαιτητής έδειξε τη σέντρα. Ο επόπτης, όμως, είχε άλλη άποψη και καταλόγισε τον μεγάλο Ούγγρο, μάλλον άδικα, σε θέση οφ-σάιντ.

Το «θαύμα της Βέρνης», όπως είναι ευρύτατα γνωστό, είχε συντελεσθεί. Η λήξη του μεγάλου αγώνα βρήκε τους Ούγγρους διαμαρτυρόμενους.
Και τους Γερμανούς, λίγο μετά, να παραλαμβάνουν το τρόπαιο μέσα στη βροχή, πανηγυρίζοντας. Ο ποδοσφαιρικός κόσμος βίωσε μια μεγάλη έκπληξη.
Μετά από 42 συνεχή παιχνίδια χωρίς ήττα, η μεγάλη ομάδα της Ουγγαρίας έχασε. Έχασε όμως στον πιο κρίσιμο, στον υπέρ πάντων, αγώνα.
Από τους Γερμανούς που διέθεταν βέβαια μια πολύ καλή Εθνική, όμως οι φήμες περί χρήσης ουσιών, κυρίως με όρους αντοχής, κυκλοφορούν μέχρι σήμερα.
Φημολογείται ότι στο ημίχρονο το τεχνικό επιτελείο τους έκανε ενέσεις βιταμίνης C.

Ο «ποδοσφαιρικός» Πούσκας

Σε κάθε περίπτωση, το θρυλικό ματς στοιχειώνει δια βίου τους ούγγρους ποδοσφαιριστές και βέβαια τον μεγάλο αρχηγό, τον Φέρεντς.
Ο οποίος, περνώντας από το γήπεδο, 17 χρόνια μετά, ως προπονητής του Παναθηναϊκού πλέον, έκανε μια χαρακτηριστική χειρονομία απαξίωσής του.
Η ποδοσφαιρική ζωή του, όμως συνεχίστηκε και ο Πούσκας αναζήτησε τη συνέχεια της καριέρας του σε συλλόγους του εξωτερικού δύο χρόνια μετά το Μουντιάλ της Ελβετίας, όταν και πραγματοποιήθηκε η εισβολή των Σοβιετικών στην Ουγγαρία.
Πήρε μεταγραφή στη μεγάλη Ρεάλ Μαδρίτης, όπου μεγαλούργησε μαζί με τον Ντι Στέφανο και Ραιμόν Κόπα.
Κατέκτησε το Κύπελλο Πρωταθλητριών το 1960 στη μεγάλη «παράταση» της Ρεάλ απέναντι στην Άιντραχτ Φρανκφούρτης με 7-3, όπου πέτυχε και τέσσερα γκολ.
Έφτασε άλλες δύο φορές στον τελικό του τότε Κυπέλλου Πρωταθλητριών.
Απέκτησε την ισπανική υπηκοότητα και αγωνίστηκε στο δεύτερο και τελευταίο Μουντιάλ της καριέρας του, στη Χιλή το 1962, αυτή τη φορά όμως με τα χρώματα της Ισπανίας.
Σε τρεις αγώνες εναντίον της Βραζιλίας, της Τσεχοσλοβακίας και του Μεξικού, δεν έβαλε κανένα γκολ και η Ισπανία αποκλείστηκε.

Ο παραγωγικότερος σε επίπεδο εθνικών ομάδων, με 83 γκολ σε 84 αγώνες, ο Φέρεντς Πούσκας, ηγήθηκε της πολύ μεγάλης «σχολής των Μαγυάρων» στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ΄50

Ο «Καλπάζων Συνταγματάρχης»

Ο Πούσκας υπήρξε απαράμιλλος σκόρερ με την Εθνική της Ουγγαρίας. Ο παραγωγικότερος σε επίπεδο εθνικών ομάδων, με 83 γκολ σε 84 αγώνες. Ηγήθηκε της πολύ μεγάλης «σχολής των Μαγυάρων» στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ΄50. Όσο όμως το όνομά του έχει συνδεθεί με τα επιτεύγματα και τον μύθο εκείνης της μεγάλης ομάδας, τόσο θα ανακαλεί και την ήττα της στον μεγάλο εκείνο Τελικό της Βέρνης.
«Ο Θεός μάς έμαθε ότι όλοι πρέπει να είμαστε ταπεινοί», είχε δηλώσει χαρακτηριστικά ο ούγγρος άσος για την εν λόγω ήττα.
Στη συλλογική μνήμη και συνείδηση, πάντως, εκείνη η Ουγγαρία έχει τη δική της εξέχουσα θέση, και ο ποδοσφαιρικός κόσμος πάντα θα τιμά τους φιναλίστ.
Και πάνω από όλους, τον Πούσκα. Που, φυσικά, θα είχε θεοποιηθεί σε περίπτωση που ύψωνε το τρόπαιο του Ζυλ Ριμέ.
Ως ηγέτης μιας Εθνικής, η οποία, και δικαίως τότε, θα θεωρούνταν , σε συνδυασμό τίτλων και ρεκόρ, ως η πιο ανίκητη όλων των εποχών.

Ο Φέρεντς Πούσκας, στη χώρα του, την Ουγγαρία, θα λατρεύεται πάντα ως ποδοσφαιρικό «τοτέμ» και θα αποτελεί το «πλατωνικό» ιδεώδες. Το «φάντασμα» που στοιχειώνει κάθε Ούγγρο αστέρα του ποδοσφαίρου.

Απόσπασμα από: Μύθοι παράλληλοι, ζεύγη ιστοριών με πρωταγωνιστές των Μουντιάλ, του Νάσου Κατσώχη, Εκδόσεις ΔΙΑΥΛΟΣ

Διαβάστε στη «ΜτΧ»: Κλωτσιές, μπουνιές, βρισιές και φτυσίματα. Ο πιο βίαιος αγώνας στην ιστορία του ποδοσφαίρου ήταν ανάμεσα σε Χιλή και Ιταλία στο Μουντιάλ του ’62. Όλα ξεκίνησαν όταν οι Ιταλοί προσέβαλαν τις γυναίκες του Σαντιάγκο (βίντεο)… 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here