Το τραγούδι «Του Κυριάκου το γαϊδούρι» γράφτηκε από τον Δημήτρη Γκόγκο (Μπαγιαντέρα) και τον Στέλιο Χρυσίνη στα χρόνια της Κατοχής. Πρόκειται για ένα αληθινό περιστατικό που συνέβη τις μέρες της μεγάλης πείνας στην Αθήνα. 

Ο Κυριάκος υπήρξε ένας από τους κλασικούς μανάβηδες της προπολεμικής Αθήνας, που με το συμπαθέστατο γαϊδουράκι του τριγυρνούσε στις γειτονιές πουλώντας το εμπόρευμα του. Το γαϊδούρι του ήταν στολισμένο με διάφορα κουδούνια και χαϊμαλιά. Ήταν φορτωμένο καλάθια με κάθε λογής φρούτα και λαχανικά. Ο Κυριάκος το φρόντιζε και το αγαπούσε. Το είχε όπως λέει και το τραγούδι σαν μικρό παιδάκι και το καμάρωνε. Όταν ήρθε ο πόλεμος και στη συνέχεια η Κατοχή, ο Κυριάκος δεν σταμάτησε τη δουλειά του. Το εμπόρευμα όμως πια ήταν κυρίως λαχανίδες.

Ο συνθέτης Στέλιος Χρυσίνης στο κέντρο της φωτογραφίας με γυαλιά

Στην Κατοχή η πείνα θέριζε, τα τρόφιμα ήταν δυσεύρετα ακόμη και στη μαύρη αγορά, τη μάστιγα της εποχής. Έτσι οι άνθρωποι για να επιβιώσουν έτρωγαν γάτες, σκύλους, άλογα, γαϊδούρια και ότι άλλο μπορούσε να φαγωθεί. Ένα βράδυ με τη μεγάλη πείνα του 1942, κάποιοι έκλεψαν μέσα από τον στάβλο το γαϊδούρι του Κυριάκου για να το φάνε. Ο Κυριάκος ξύπνησε την άλλη μέρα το πρωί για να ξεκινήσει, όπως συνήθιζε, μαζί με το γαϊδουράκι του τη γύρα στις γειτονιές. Όταν άνοιξε το στάβλο κατάπληκτος είδε ότι το γαϊδουράκι του είχε εξαφανιστεί. Του ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι, δεν μπορούσε να το πιστέψει.

Έβαλε τις φωνές, βγήκε στο δρόμο κι άρχισε να ρωτάει τους γείτονες αν είχε δει κανείς το γαϊδούρι του, αλλά μάταια. Περίλυπος και απαρηγόρητος ο Κυριάκος έψαξε ολόκληρη την Αθήνα για να το βρει, όμως χωρίς αποτέλεσμα. Για καιρό τον θυμόντουσαν στις γειτονιές να γυρνάει με τα καλάθια του στον ώμο, φωνάζοντας και αναζητώντας το γαϊδούρι του. Η ιστορία του Κυριάκου και του καημένου γαϊδουράκι του έγινε τραγούδι εκείνη την εποχή της Κατοχής, αλλά γραμμοφωνήθηκε αργότερα, το 1946.

Στίχοι

Του Κυριάκου το γαϊδούρι
το `χαν όλοι τους για γούρι,
σαν γυρνούσε στο παζάρι
το `χαν για κρυφό καμάρι.

Με κουδούνια στολισμένο,
λαχανίδα φορτωμένο,
μες στις γειτονιές γυρνούσε,
ταλαράκια οικονομούσε.

Το είχε σαν μικρό παιδάκι
και γι’ αυτό το `χει μεράκι.

Του το σφάξαν ένα βράδυ
για μοσχάρι στο σκοτάδι.
του το σφάξαν ένα βράδυ
με την πείνα τη μεγάλη.

Τώρα μοναχός στους δρόμους
τα καλάθια του στους ώμους
διαρκώς παντού κοιτάζει,
το γαΐδούρι του φωνάζει.

Πηγή: μια ιστορία… ένα τραγούδι, του Ηρακλή Ευστρατιάδη, εκδόσεις, Toubi’s

Διαβάστε ακόμη στη «ΜτΧ»: Ποιος ήταν ο Μπαρμπα-Γιάννης ο κανατάς που έγινε τραγούδι και ταινία. Τις Κυριακές έβγαζε τα κουρέλια και ντυνόταν με κουστούμι και γοήτευε τις Αθηναίες. Γιατί εξαφανίστηκε μυστηριωδώς και είπαν ότι μπορεί να ήταν κατάσκοπος

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here