Το 1998, όταν κυκλοφόρησε το «Wild Things» στους αμερικάνικους κινηματογράφους, η επιτυχία ήταν σίγουρη.
Περιείχε μυστήριο, ερωτικά σκάνδαλα, πολλές γυμνές σκηνές με καλλίγραμμες ηθοποιούς και ένα ερωτικό τρίο.

Ήταν η εποχή που το «Βασικό Ένστικτο» είχε σπάσει τα ταμεία και όλοι οι Χολιγουντιανοί παραγωγοί έψαχναν μανιωδώς ερωτικά θρίλερ για να κεντρίσουν το ενδιαφέρον του κοινού.

Το σενάριο ήταν γεμάτο μυστικά και ανατροπές.
Η ταινία ξεκινά με δύο μαθήτριες ενός λυκείου στη Φλόριντα, που κατηγορούν το σχολικό σύμβουλο ότι τις βίασε. Τον ρόλο είχε ο Ματ Ντίλον.
Στη συνέχεια αποκαλύπτεται πως οι κατηγορίες ήταν εντελώς αβάσιμες και αποτέλεσμα μιας περίπλοκης συνωμοσίας μεταξύ των κοριτσιών και του «συμβούλου Λομπάρντο».
Η διαφήμιση της ταινίας βασίστηκε κυρίως στη Νιβ Κάμπελ, η οποία ήταν μία από τις δημοφιλέστερες νέες ηθοποιούς μετά την επιτυχία του «Scream».
Τόνιζαν μάλιστα τη μεταστροφή της Κάμπελ, καθώς μετά από χρόνια που υποδυόταν «καλά κορίτσια», θα εμφανιζόταν στο «Wild Things» σε έναν πιο ερωτικό και ενήλικο ρόλο.
Η μεγάλη έκπληξη της ταινίας όμως, ήταν η σχετικά άσημη τότε, Ντενίς Ρίτσαρντς, η οποία αναδείκνυε τα κάλλη της καθ’ όλη τη διάρκεια της ταινίας, πότε φορώντας αποκαλυπτικά μαγιό και πότε βρεγμένα, ημιδιάφανα μπλουζάκια.

Όπως ήταν αναμενόμενο, δεν επιλέχτηκε τυχαία για τον ρόλο.
Οι παραγωγοί αποκάλυψαν αργότερα ότι στην πρώτη οντισιόν της, οι υποκριτικές ικανότητες της Ρίτσαρντς δεν εντυπωσίασαν κανένα.
Στη δεύτερη οντισιόν επέστρεψε καλύτερα προετοιμασμένη, έχοντας μελετήσει το σενάριο και τελικά κέρδισε τον ρόλο.
Παρ’ όλα αυτά, παραδέχτηκαν ότι ο βασικός λόγος που την επέλεξαν ήταν η αψεγάδιαστη εξωτερική της εμφάνιση.
Η Ρίτσαρντς είχε κάνει πλαστική επέμβαση στο στήθος στα 19, αλλά χωρίς να γνωρίζει πολλά για τη διαδικασία.
Τελικά ο χειρουργός αύξησε το στήθος της περισσότερο από ότι είχε ζητήσει, με αποτέλεσμα να πρέπει να κάνει και δεύτερη, συμπληρωματική επέμβαση λίγο πριν τα γυρίσματα του Wild Things.
Ούτε τη δεύτερη φορά έμεινε ικανοποιημένη, αλλά όπως δήλωσε, με τα γυρίσματα, δεν είχε χρόνο για μηνύσεις και δικαστήρια.
Ωστόσο, το πλούσιο μπούστο της αξιοποιήθηκε στην ταινία, καθώς εμφανίζεται συχνά ημίγυμνη, σε αντίθεση με τη Νιβ Κάμπελ, που αρνήθηκε κατηγορηματικά να ακολουθήσει το παράδειγμα της Ρίτσαρντς.

Δεν δίστασε όμως να συμμετάσχει σε πολλές ερωτικές σκηνές λεσβιακού χαρακτήρα με τη συμπρωταγωνίστριάς της, οι οποίες προκάλεσαν πάταγο τη δεκαετία του ’90.
Για πολλούς, ήταν η πιο προκλητικά σεξουαλική ταινία του «mainstream» χολιγουντιανού κινηματογράφου.
Ακόμα και οι ηθοποιοί δυσκολεύτηκαν να γυρίσουν ορισμένες από τις ερωτικές σκηνές.
Όπως δήλωσε η Κάμπελ, για να χαλαρώσουν με την Ρίτσαρντς και τον Ντίλον πριν τραβήξουν οι κάμερες, είχαν αρχίσει να πίνουν σφηνάκια τεκίλα.

Πριν να γυρίσουν την ερωτική σκηνή, οι τρεις ηθοποιοί μέθυσαν με σφηνάκια τεκίλας.

Αντιθέτως, ο άλλος συμπρωταγωνιστής τους, Κέβιν Μπέικον, ο οποίος επίσης εμφανίστηκε γυμνός σε μια σκηνή που βγαίνει απ’ το μπάνιο, ήταν πολύ άνετος.
Κανονικά η περιοχή των γεννητικών οργάνων θα καλυπτόταν από την πετσέτα που θα του πετούσε ο χαρακτήρας του Ντίλον, όπως και έγινε σε όλες τις λήψεις, εκτός από μία, που του ξέφυγε λίγο η πετσέτα.
Ο σκηνοθέτης αποφάσισε να χρησιμοποιήσει τη συγκεκριμένη λήψη και όταν τηλεφώνησε στον Μπέικον για να ζητήσει την άδειά του, ο ηθοποιός είχε μόνο μία απορία: «Φαίνομαι ωραίος;»
Του απάντησαν καταφατικά και ο Μπέικον έδωσε αμέσως το πράσινο φως.
Δεν περίμενε ότι θα γινόταν μεγάλο θέμα στα media, αλλά τελικά σχολιάστηκε περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη σκηνή στην ταινία.
Ο Μπέικον δεν ενοχλήθηκε καθόλου, καθώς ήταν ένας απ’ τους παραγωγούς της ταινίας και γνώριζε ότι όσο πιο πολύ προκαλούσαν τόσο περισσότερα εισιτήρια θα έκοβαν.

Η πιο φεμινιστική ταινία όλων των εποχών;

Αν και η ταινία πέτυχε εμπορικά, οι κριτικές δεν ήταν πολύ θετικές.
Οι περισσότεροι την αντιμετώπισαν ως μία ταινία «καλτ», που βασίστηκε αποκλειστικά και μόνο στον ερωτισμό και τα εντυπωσιακά κάλλη των πρωταγωνιστών.
Ο σκηνοθέτης Τζον Μακνότον έχει επανειλημμένα δηλώσει ότι η ατμόσφαιρα της ταινίας ήταν επιτηδευμένα προκλητική για να τονίσει τη διαφθορά και ξεπεσμό των χαρακτήρων.
Ορισμένοι υποστηρικτές της όμως, την έχουν χαρακτηρίσει «άκρως φεμινιστική», καθώς παρουσιάζει γυναικείους χαρακτήρες με πυγμή και ανεξαρτησία, ενώ ταυτόχρονα εμφανίζει και το γυμνό αντρικό σώμα ως αντικείμενο πόθου, αντί να περιορίζεται μόνο στο γυναικείο.
Απόψεις…

Διαβάστε ακόμα: «Ο φόνος του Scream». Το έγκλημα που έκαναν δύο 16χρονοι που είδαν την ταινία. Γιατί οι ηθοποιοί φόρεσαν φανέλες με τη φράση: «Επιβίωσα από τη σκηνή 118».

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here