H αντεπίθεση του ρώσικου στρατού ενάντια στη Γερμανία ξεκίνησε τον Νοέμβριο του 1945 με αποκορύφωμα τη Μάχη του Βερολίνου, που σήμανε και το τέλος του πολέμου.

Ο Χίτλερ σε μια ύστατη προσπάθεια, συγκέντρωσε όλους τους άντρες που του απέμειναν και τους κάλεσε να εκτελέσουν τα τελευταία τους καθήκοντα.
Ο Κόκκινος Στρατός πλησίαζε επικίνδυνα τη γερμανική πρωτεύουσα, αποτελούμενος από 2.500.000 άντρες και χιλιάδες άρματα μάχης και πυροβόλα.
Οι Γερμανοί με αντιαεροπορικά και με οχυρώσεις προσπάθησαν να καθυστερήσουν τους Σοβιετικούς, οι οποίοι μετά από σκληρές μάχες, κατάφεραν να σπάσουν τη γερμανική αντίσταση και να περικυκλώσουν την πόλη.

Η σημαία της Πολωνίας κυματίζει στη Στήλη της Νίκης στις 2 Μαΐου 1945. Wikimedia Commons

Η αιματηρή μάχη μέσα στο Βερολίνο, μεταξύ του σοβιετικού στρατού και των υπερασπιστών της πόλης, ισοπέδωσε τη πρωτεύουσα της Γερμανίας. Κάθε δρόμος και σπίτι του Βερολίνου ήταν πεδίο μάχης για τους στρατιώτες.

Η επίθεση των Σοβιετικών ξεκίνησε τέλη Απρίλη και σκόπευαν να καταλάβουν το Βερολίνο έως την πρωτομαγιά, που ήταν εθνική εορτή για τη Ρωσία.
Στις όχθες του ποταμού Όντερ, του τελευταίου φυσικού εμποδίου πριν από το Βερολίνο, παρατάχθηκαν τελικά 140 σοβιετικές μεραρχίες, κατανεμημένες σε 20 στρατιές, οι οποίες αριθμούσαν 1.593.800 άνδρες, 6.300 άρματα μάχης και 25.000 πυροβόλα διαφόρων διαμετρημάτων.

Η τεράστια αυτή δύναμη κρούσης υποστηριζόταν από 8.400 αεροσκάφη. Εναντίον του Βερολίνου επρόκειτο να επιτεθούν τρία σοβιετικά μέτωπα: το 1ο Μέτωπο της Λευκορωσίας υπό τον στρατάρχη Ζούκωφ, το 1ο Μέτωπο της Ουκρανίας υπό τον στρατάρχη Ιβάν Κόνιεφ και το 2ο Μέτωπο της Λευκορωσίας υπό τον στρατάρχη Κονσταντίν Ροκοσόφσκυ. Το πυροβολικό υπό τις διαταγές του Στρατάρχη Βορονώφ.

Η πλειοψηφία των Γερμανών στρατιωτών και πολιτών πολέμησε απελπισμένα, προσπαθώντας να διασώσει το Βερολίνο από τις «ορδές των Μογγόλων κατακτητών» όπως έλεγε η προπαγάνδα των Ναζί. Πολλοί γνώριζαν εκ των προτέρων ότι ήταν καταδικασμένοι, εν τούτοις αγωνίστηκαν υπέρ βωμών και εστιών. Οι ξένοι εθελοντές, κυρίως Σουηδοί, Νορβηγοί, Γάλλοι και Ισπανοί, πολέμησαν με γενναιότητα, υπερασπιζόμενοι την ιδεολογία τους, ως νέοι σταυροφόροι κατά του μπολσεβικισμού. Πολλοί πάλι μάχονταν με την ελπίδα ότι θα επενέβαιναν οι Βρετανοί και οι Αμερικανοί, καταλαμβάνοντας πρώτοι το Βερολίνο. Δεν ήξεραν όμως, ότι οι αποφάσεις για τη διανομή των εδαφών της Γερμανίας είχαν ήδη ληφθεί από τους Συμμάχους στη Διάσκεψη της Γιάλτας τον Φεβρουάριο του 1945.

Στις 2 Μαΐου, ύστερα από την ολοκληρωτική επικράτησή τους, το Βερολίνο παραδόθηκε και οι μάχες σταμάτησαν.

Η αιματηρή μάχη μέσα στο Βερολίνο, μεταξύ του σοβιετικού στρατού και των υπερασπιστών της πόλης, ισοπέδωσε τη πρωτεύουσα της Γερμανίας. Κάθε δρόμος και σπίτι του Βερολίνου ήταν πεδίο μάχης για τους στρατιώτες/ Wikimedia Commons

Η επίσημη συνθηκολόγηση μεταξύ Γερμανών και συμμαχικών δυνάμεων υπογράφτηκε στις 8 Μαΐου του 1945, η οποία ανακηρύχτηκε Ημέρα Νίκης για την Ευρώπη. Χιλιάδες άνθρωποι ξεχύθηκαν στους δρόμους για να γιορτάσουν τη λήξη του πολέμου. Η επόμενη μέρα βρήκε το Βερολίνο, όπως και την υπόλοιπη Ευρώπη γεμάτο ερείπια και αποκαΐδια.

Το βράδυ της 30ης Απριλίου γύρω στις 22:50 μια μικρή ομάδα Σοβιετικών λοχιών με επικεφαλής τους Εγκόρωφ και Κανταρίγια εισέδυσαν στο Ράιχσταγκ, ανέβηκαν στην ταράτσα του κτιρίου και ύψωσαν τη Σοβιετική σημαία, με τον άνδρα που τοποθέτησε τη σημαία σε ένα από τα εκεί ευρισκόμενα αγάλματα να είναι ο λοχίας Μιχαήλ Μίνιν. Η σκηνή επαναλήφθηκε την επόμενη μέρα, 1η Μαΐου, για να εκδοθεί σε φωτογραφία με άλλους πρωταγωνιστές.

Το μεγαλύτερο μέρος τη πόλης είχε βομβαρδιστεί από τις αεροπορικές επιδρομές και εκατοντάδες κτίρια και δρόμοι καταστράφηκαν ολοσχερώς.
Άρματα μάχης κυκλοφορούσαν στους δρόμους και το Βερολίνο δεν θύμιζε σε καμία περίπτωση τη σημερινή πολυπολιτισμική πρωτεύουσα της Γερμανίας.

Πηγή χαρακτηριστικής εικόνας: Wikimedia Commons

Διαβάστε στη «ΜτΧ»: «Οι κομμουνιστές θα δηλητηρίαζαν τον νερό, θα σκότωναν επισήμους και θα απήγαγαν παιδιά». Οι εξωφρενικοί ισχυρισμοί του Γκαίρινγκ μετά τη φωτιά στο Ράιχσταγκ για να καταλύσει τη Δημοκρατία 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here