Αρκετοί καλλιτέχνες αναγνωρίστηκαν μετά θάνατον.
Η καλλιτεχνική διαδρομή του ποιητή Αχιλλέα Παράσχου αποτελεί μια αντίστροφη περίπτωση. Από εξαιρετικά δημοφιλής στον καιρό του, κατέληξε να μνημονεύεται ελάχιστα σήμερα.


Τα πρώτα χρόνια του ποιητή και η αντιβασιλική του δράση

Η ζωή του ποιητή ξεκίνησε από το Ναύπλιο το 1838, όπου είχε καταφύγει ο πατέρας του μετά την καταστροφή της Χίου. Αργότερα, εγκαταστάθηκαν οικογενειακώς στην Αθήνα και ο Αχιλλέας Παράσχος, ως φοιτητής, εντάχθηκε στον κύκλο της αποκαλούμενης «Χρυσής Νεολαίας», δηλαδή στους σπουδαστές και διανοούμενους που εργάζονταν για την απομάκρυνση του Όθωνα από την Ελλάδα.

Για τη δράση του φυλακίστηκε στις φυλακές του Μεντρεσέ της Πλάκας, απέναντι από τους Αέρηδες. Μέσα στο κελί εμπνεύστηκε το επαναστατικό ποίημα του «Εις τον πλάτανον του Μεντρεσέ», το οποίο έγινε πανελληνίως γνωστό.
Ήταν ο πλάτανος που οι Οθωμανοί, κρέμαγαν τους θανατοποινίτες. Στη φυλακή αρρώστησε και αφέθηκε ελεύθερος, επιστρέφοντας αμέσως στην αντι – βασιλική δράση του. Το βράδυ της κατάλυσης της βασιλικής εξουσίας, το 1862, ο Αχιλλέας Παράσχος ήταν ένας από τους πολίτες πού πήγαν στο στρατώνα του πυροβολικού για να ενωθούν με τον ξεσηκωμένο στρατό.

Ωστόσο, μετά το θάνατο του τέως βασιλιά 6 χρόνια αργότερα, έγραψε το «Ελεγείον εις τον Όθωνα». Ένα, ποίημα που φανέρωνε μεταμέλεια για την προηγούμενη δράση του και τον κατέστησε ακόμη πιο αγαπητό. Η στροφή προς την υποστήριξη στο πρόσωπο του Όθωνα αποτελεί απόδειξη της απογοήτευσής του από την πολιτική εκείνων που είχαν εκδιώξει το βασιλιά, αλλά δεν τήρησαν τις υποσχέσεις τους.

Ο Παράσχος στάθηκε ο πιο δημοφιλής ποιητής της Α΄ Αθηναϊκής Σχολής και ο τελευταίος εκπρόσωπος της αθηναϊκής ρομαντικής ποίησης την περίοδο που έγερνε προς την παρακμή της. Ήταν ο πρώτος ποιητής που μπορούσε να βιοπορίζεται από την πένα του.
Όπως συνηθίζεται με τους ρομαντικούς, τα ποιήματά του είναι πολύστιχα, πολυσέλιδα, φορτωμένα επαναλήψεις και με τεχνικά ελαττώματα. Παρόλα αυτά, το ταλέντο του είναι κυρίαρχο. Η γλώσσα άλλοτε είναι καθαρεύουσα και άλλοτε έχει παραχωρήσεις προς τη δημοτική. Το 1881 τυπώθηκαν για πρώτη φορά σε τρεις τόμους τα ήδη πασίγνωστα ποιήματα του. Ο λαός είχε απομνημονεύσει πολλούς από τους στίχους του. Ήταν τόση η δημοφιλία του που η έκδοση αυτή χαιρετίστηκε ως εθνικό γεγονός.

Απεβίωσε το 1895 και ενταφιάστηκε στο Α΄ Κοιμητήριο των Αθηνών. Wikipedia

Μια πάνδημη κηδεία

Απεβίωσε το 1895 και ενταφιάστηκε στο Α΄ Κοιμητήριο των Αθηνών. Η κηδεία του ήταν πάνδημη, με είκοσι επικήδειους και με την παρουσία του βασιλιά Γεωργίου Α.
Με το θάνατό του ξεκίνησε η αναμέτρηση του καλλιτέχνη με το χρόνο. Η ποίησή του γρήγορα ξεπεράστηκε, οι λεκτικές του και άλλες υπερβολές, ανεκτές στην εποχή του, άρχισαν να φαντάζουν κωμικές, κι έτσι τα ποιήματά του έγιναν αντικείμενο παρωδίας και διακωμώδησης. Οι καιροί είχαν αλλάξει και σχολίαζαν το έργο του με τα κριτήρια άλλων εποχών και όχι της δικής του.
Αυτά είναι μερικά χαρακτηριστικά παραδείγματα., με την πρώτη στροφή, από ποιήματά του που στην εποχή τους θαυμάστηκαν αλλά αργότερα αντιμετωπίστηκαν με λοιδορία.

Ρεμβασμοί.
Εἰς τοῦ Φαλήρου κάθομαι μονάχος τ’ ἀκρογιάλι,
τὴν ἄπιστη τὴ θάλασσα κυττάζω πέρα πέρα,
κι’ ἀμέσως τὸ καπέλο μου πετῶ ἀπ’ τὸ κεφάλι,
γιὰ ν’ ἀναπνεύσω καθαρὸ τῆς θάλασσας ἀέρα.
Τί πέλαγος καὶ τί δροσιά!… μόνον ἐδῶ ἡ σκόνη
τὰ μάτια δὲν στραβώνει.

Η μάνα
Ἄς ὀνομάσουνε σκληρὰ τὰ λόγια μου καὶ πλάνα
καὶ τὴν ἀλήθεια βλάσφημη ψευτιὰ κι’ ἀγνωμοσύνη·
ὁ μεγαλείτερος ἐχθρὸς τ’ ἀνθρώπου εἶν’ ἡ Μάνα!
Γιατὶ ἐκείνη μᾶς γεννᾷ, αὐτὴ ζωὴ μᾶς δίνει.

Το επόμενο ποίημα ειναι ύμνος προς τον ευεργέτη Ανδρέα Συγγρού. Η πρώτη στροφή είναι η εξής:

Ἐπὶ τῇ ἑορτῇ του.

Α’
Παρῆλθον τὰ μεσάνυκτα καὶ τῆς αὐγῆς ἡ πρώτη
σημαίνει· δὲν ἀκούεται φωνή· τὸ πᾶν ὑπνώττει.
Εἶνε ἡ ὥρα ἡ αὐτὴ καθ’ ἣ εἰς ἔτη ἄλλα
ὁ Στάϊκος ἀνήρχετο μὲ βήματα μεγάλα
τὸ Παλαμήδι ἐν σιγῇ, μ’ ὀλίγους ἄνδρας μόνον,
γλαυκὴν εἰς τὰς ἐπάλξεις του σημαίαν ἀνύψονων.
Τοῦ Πρωτοκλήτου ἡ σεπτὴ ἐπέρχεται πρωΐα,
ἀλλὰ εἰσέτι εἶνε νὺξ καὶ ἡ σιγὴ βαθεῖα.

τέλος διαβάστε ολόκληρο το ποίημα που έγραψε για την μεγάλη ιδέα με τίτλο Ἔ, καὶ νὰ ἤμην βασιλεύς

Ἔ, καὶ νὰ ἤμην βασιλεύς· πλὴν τῶν Ἑλλήνων μόνον·
πρώτην φορὰν ἀντήλλαζα τὴν δάφνην μὲ τὸν θρόνον.
Ἔφιππος θὰ διέτρεχα μὲ ξίφος εἰς τὴν χεῖρα,
ἔχων ἡνία τὸν Βορρᾶν, τὸ θάρρος πτερνιστῆρα.
…………………………………………………………………..

Ἔ, καὶ νὰ ἤμην βασιλεύς· ἡ γῆ τῶν Μακεδόνων,
αὐτὴν τὴν ὥραν, πρὸ πολλοῦ Ἑλλὰς θ’ ἀπεκαλεῖτο·
τσαρούχια θὰ ἐμύρονεν ὁ θύμος της Εὐζώνων
καὶ κάτωθεν τοῦ ξίφους μου ὁ Βούλγαρος θὰ ἦτο.
Πυρῖτις θὰ κατέκλυζε τὴν χώραν τῆς Ἠπείρου,
θ’ ἀνέζῃ ὁ Ἀλέξανδρος καὶ τὸ σπαθὶ τοῦ Πύρρου!

Ἔ, καὶ νὰ ἤμην βασιλεύς· θὰ εἶχον εἴπῃ ἤδη,
ὄχι πολλά· λακωνικῶς· «Ἐμπρός!» Αὐτὸ καὶ μόνον·
καὶ ἡ Εὐρώπη ἤθελεν ἐκπεπληγμένη ἴδῃ
νὰ μεταφέρω πτερωτὸν εἰς Βόσπορον τὸν θρόνον!
Τὸ ξίφος μου θὰ ἔκοπτε τὸν Γόρδιον… κ’ ἡ Δύσις
«Τετελεσμένον» ἤθελεν ἀναφωνῆ ἐπίσης…

Ἔ, καὶ νὰ ἤμην βασιλεύς ἀντὶ τοῦ Βασιλέως·
τὴν θύελλαν θὰ ἵππευον, τὰ νέφη τοῦ βορέως·
τὰ πέταλα τοῦ ἵππου μου θὰ ἦσαν φῶς Ἑλλήνων,
καὶ θὰ μ’ ἐκάλουν, ἢ νεκρὸν ἢ ζῶντα… Κωνσταντίνον!
Ἐπὶ τοῦ ἵππου, Βασιλεῦ, μετάφερε τὸν θρόνον·
εἰς μία ἱππασίαν σου τὸ μέλλον εἶναι μόνον!

Γιατί δεν θυμόμαστε τον Αχιλλέα Παράσχο;

Με την περίπτωσή του ασχολείται ο καθηγητής και φιλόσοφος Δημήτρης Λιαντίνης σε ένα κεφάλαιο του βιβλίου του «Τα ελληνικά», επιχειρώντας να απαντήσει στο ερώτημα, τι καθιστά έναν ποιητή διαχρονικό:

«Υπήρχε τον 19ο αιώνα ένας ποιητής στην Αθήνα που από καιρό σε καιρό τον καλούσαν να διαβάσει ποιήματά του στο βήμα του Παρνασσού. Ωσάν τελείωνε η απαγγελία και κατέβαινε να φύγει, ο κόσμος χύνουνταν στο δρόμο και πέφτανε στη γής να φιλήσουν το χώμα, όπου επάτησε. Ντελίριο τους είχε όλους κυριέψει, και ιερό τρεμέντο. Ήταν ο ποιητής Αχιλλέας Παράσχος. […] Σήμερα ποιός τον ξέρει πια, και ποιος τον θυμάται τον Αχιλλέα Παράσχο, και την προτομή του στον Κήπο. Πολύ περισσότερο ποιος ανοίγει να τον διαβάσει. Και ακόμη χειρότερα, κανείς σαν κοιτάξει μία σελίδα του δεν αντέχει να προχωρήσει στη δεύτερη» .

Για τον Λιαντίνη, ο Αχιλλέας Παράσχος ανήκει, μαζί με άλλα γνωστά ονόματα, σε μια κατηγορία ποιητών αρχείου. Στην ίδια λίστα δεν τοποθετεί μόνο ποιητές, όπως ο Λειβαδίτης και ο Σινόπουλος, αλλά και στοχαστές και συγγραφείς, όπως ο Παπανούτσος και ο Λουντέμης. Τα έργα τους, υποστηρίζει, είναι καταδικασμένα στην εφήμερη δόξα.

«Και αυτό συμβαίνει γιατί τα κείμενά τους, η γραπτή μαρτυρία που κατέθεσαν στην Τράπεζα χρόνου, είναι ένα είδος ανώτερης δημοσιογραφίας. Πολύ υψηλής ή πρώτης ποιότητας, αν θέλεις. Δεν είναι όμως ούτε γνήσια τέχνη, ούτε επιστήμη άκρων. Δεν είναι, δηλαδή, εκείνο το μυστήριο της ανθρώπινης ενέργειας που ξεκίνησε από το άπειρο και κατευθύνεται στο άπειρο. Ένα φωτόνιο συνείδησης, φυσικά αληθινό, που τρέχει μέσα στο διάστημα της ιστορίας του ανθρώπου, όπως μια ακτίνα τρέχει μέσα στο σύμπαν εκατοντάδες και εκατομμύρια χρόνια και γράφει την ιστορία του άστρου της».

Έτσι εξηγεί ο Λιαντίνης το γεγονός ότι ενώ τα ποιήματα του Αχιλλέα Παράσχου ήταν ανάρπαστα την εποχή που γράφτηκαν, πλέον δεν διαβάζονται παρά από ελάχιστους. Μάλιστα, επιχειρεί να μετασχηματίσει την άποψή του αυτή σε γενικό κανόνα:

«Ο γνήσιος δημιουργός ανατέλλει κάποτε στη μνήμη των ανθρώπων, αφού προηγουμένως έχει πεθάνει στη γνώση τους. Αυτός είναι ο κανόνας. Και εξαίρεση το ανάποδο».

Θα έρθ’ η ώρα, Πλάτανε, αλλόθρησκη Βαστίλλη,
που ξυλοκόπους η οργή του έθνους θα σου στείλει.
Και πέλεκυς στη ρίζα σου ελεύθερος θ’ αστράψει·
δεν θα σε φαν γεράματα· φωτιά θενά σε κάψει.
Και γύρω θα χορέψομε στη σκόνη σου την κρύα,
όταν ανοίξει το χορό Πατρίς κι Ελευθερία.

Στροφή από το ποίημα «Εις τον πλάτανον του Μεντρεσέ», όπου πολλοί χριστιανοί εκτελέστηκαν δι΄απαγχονισμού.

Αρχική φωτογραφία: Wikipedia

Διαβάστε στη «ΜτΧ»: Η εξαφάνιση του καθηγητή Λιαντίνη το 1998. «Φεύγω αυτοθέλητα. Αφανίζομαι όρθιος, στιβαρός και περήφανος». Βρέθηκε νεκρός επτά χρόνια αργότερα στον Ταΰγετο

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here