«Χαιρέτα μου τον πλάτανο!» Πώς βγήκε η φράση για ένα από τα πιο μισητά μέρη της Αθήνας; Από το ίδιο σημείο βγήκε και η ευχή «καλή κοινωνία» για τους αποφυλακισμένους

«Χαιρέτα μου τον πλάτανο!» Πώς βγήκε η φράση για ένα από τα πιο μισητά μέρη της Αθήνας; Από το ίδιο σημείο βγήκε και η ευχή «καλή κοινωνία» για τους αποφυλακισμένους

Το 1721 κάτω από την Ακρόπολη, στους «Αέρηδες» της Πλάκας, οι Τούρκοι έχτισαν Μεντρεσέ, που στα τουρκικά σημαίνει ιεροσπουδαστήριο. Στην ιστορική φωτογραφία από την δεκαετία 1880 βλέπουμε ότι ακόμα έστεκε όρθιος.

Μάλιστα η παρακείμενη Ρωμαϊκή Αγορά είχε ακόμα πολλά σπίτια από την οθωμανική εποχή. Εκεί φοιτούσαν οι νεαροί μουσουλμάνοι για να γίνουν ιμάμηδες. Η λέξη μεντρεσές προέρχεται από το αραβικό madrasahMadratis (ίδρυμα θεοκρατικό η άλλο) ή το αραβικό ders=μάθημα.

Ο μισογκρεμισμένος Μεντρεσές το 1931. Η πλάτανος δεν υπήρχε τότε. Φωτο: René Bénézech (οριενταλιστής ζωγράφος που ταξίδεψε στην Ελλάδα την περίοδο εκείνη). Την εντόπισε η συλλέκτρια Λίζα Κουτσαπλή.

Στις αρχές του 18ου αιώνα όμως, οι Τούρκοι εγκατέλειψαν την πόλη, που παραδόθηκε στου Έλληνες.

Η σχολή με τα δωμάτια για τους σπουδαστές και την εσωτερική αυλή μετατράπηκε σε φυλακή, η οποία λειτούργησε από τον Όθωνα έως την περίοδο του Γεωργίου Α΄. Ήταν μια σκληρή φυλακή.

Μπροστά από την πύλη υπήρχε ένας μεγάλος πλάτανος.

Στα κλαδιά του κρεμούσαν τους καταδικασμένους σε θάνατο, κυρίως ποινικούς, αλλά και πολιτικούς κρατούμενους.

Το δέντρο είχε γίνει σύμβολο θανάτου  αλλά και αδικίας, καθώς προφανώς αυτοί που κρέμονταν από τα κλαδιά του ήταν οι φτωχοί και μη προνομιούχοι. Φυσικά αντιπροσώπευε και την εξουσία των Βαυαρών, που καταπίεζαν το λαό και καταλήστευαν τα δημόσια ταμεία.

Το εσωτερικό της απάνθρωπης φυλακής

Το εσωτερικό της απάνθρωπης φυλακής. Εδώ φυλακίστηκε ο ποιητής Αχιλλέας Παράσχος επί Οθωνα και έγραψε το περίφημο ποίημά του για τον πλάτανο που βρισκόταν στην αυλή της φυλακής

Έτσι, όταν για κάποιους έφθανε η ώρα της αποφυλάκισης, βγαίνοντας από την πύλη της φυλακής κοίταζαν πίσω προς τα κελιά των πρώην συγκρατούμενών τους και τους φώναζαν: «χαιρέτα μου τον πλάτανο».

Τους εύχονταν να βγουν και εκείνοι από τη φυλακή και να μην ξαναδούν ποτέ τον πλάτανο του θανάτου. Η φράση έμεινε από τότε και τη χρησιμοποιούμε για να περιγράψουμε μια κατάσταση που είναι χαμένη εκ των προτέρων, γιατί συνήθως κάποιος τη χειρίστηκε με λάθος τρόπο.

Από τον Μεντρεσέ βγήκε και η φράση «καλή κοινωνία» που χρησιμοποιούν οι φυλακισμένοι.

Η σωζόμενη πόρτα του Μεντρεσέ. Φωτογραφία Μηχανή του Χρόνου

Οι φυλακές κατεδαφίστηκαν το 1898 από τους ίδιους του πολίτες! Λίγα χρόνια αργότερα, το 1915, ο πλάτανος είχε την ίδια τύχη μετά από ένα χτύπημα κεραυνού!

Για περίπου έναν αιώνα το αιωνόβιο δέντρο είχε γίνει η καρμανιόλα κάτω από τον Ιερό Βράχο, όπως μαρτυρά και το ποίημα του Αχιλλέα Παράσχου που ουσιαστικά ασκεί κριτική στην βασιλική εξουσία (1861):

«Ω Πλάτανε του Μενδρεσέ, στοιχειό καταραμένο

της τυραννίας τρόπαιο, σε φυλακή υψωμένο…Θα έρθη η ώρα πλάτανε, της χώρας μας Βαστίλη,

που ξυλοκόπους, η οργή του Έθνους θα σου στείλη,

και πέλεκυς στη ρίζα σου ελεύθερα θ’ αστράψη.

Δεν θα σε φαν γεράματα, φωτιά δεν θα σε κάψη,

και γύρω θα χορέψωμε στη στάχτη σου τη κρύα

εμείς, που θάφτει σήμερα εδώ η τυρρανία».

Η επιγραφή στην κορυφή της εισόδου σε αραβική γραφή.

Η επιγραφή στην κορυφή της εισόδου σε αραβική γραφή.

Τα «μουρμούρικα» ρεμπέτικα   

Από τα μέσα της δεκαετίας του 1830, αρχίζουν να ακούγονται μέσα στα κελιά τα «μουρμούρικα», τα οποία πήραν αυτό το όνομα γιατί οι κρατούμενοι τραγουδούσαν ψιθυριστά ώστε να μην τους ακούσουν οι δεσμοφύλακες.

Κουτσαβάκης στην Πλάκα το 1880

Κουτσαβάκης στην Πλάκα το 1880

Έβγαζαν δίστιχα και τα συνόδευαν με μουσική από πρόχειρα έγχορδα όργανα, με βασικό στοιχείο τον αυτοσχεδιασμό, τόσο στη μουσική όσο και στον στίχο.

Ωστόσο, ο ήχος πέρασε από τους τείχους των κελιών και έφτασε μέχρι την πλατεία του Ψυρρή, όπου τα τραγούδια εξελίχθηκαν και στις αρχές του 20ου αιώνα, τα «μουρμούρικα» ρεμπέτικα  ακούγονταν σε πολλές λαϊκές συνοικίες.

Τα ρεμπέτικα των κατάδικων δεν είχαν πάντα τους ίδιους στίχους και ο μόνος τρόπος για να υποθέσει κανείς πώς μπορεί να “πήγαινε” ένα τραγούδι, είναι μέσα από τη μεταγενέστερη δισκογραφία. Χαρακτηριστικό είναι το τραγούδι, «όλη μέρα παίζεις ζάρια» που ηχογράφησε ο Γιώργος Κατσαρός το 1930.

Αρχική φωτογραφία: Ο Μεντρεσές την δεκαετία 1880. “Η νέα Αθήνα, πρωτεύουσα του νέου Ελληνισμού”, του Κώστα Μπίρη (εκδόσεις ΕΙΜ)

Διαβάστε επίσης στη “ΜτΧ”: Πώς βγήκε η φράση «Τα ίδια Παντελάκη μου, τα ίδια Παντελή μου;» Τι σχέση έχει με την Ενετοκρατία στην Κρήτη…

Ακολουθήστε τη mixanitouxronou.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Διαβάστε τις σημαντικότερες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στη mixanitouxronou.gr

ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ

Παρακαλούμε σχολιάζετε κόσμια. Υβριστικά σχόλια δεν θα γίνονται αποδεκτά

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

close menu