Ο Γιάννης Δαλιανίδης έχει καθιερωθεί στη συνείδηση του κοινού σαν ένας από τους πιο εμπορικούς σκηνοθέτες, τόσο του παλιού ελληνικού κινηματογράφου όσο και της τηλεόρασης στο ξεκίνημά της.
Αποκαλείται «πατέρας του μιούζικαλ», καθώς έγραψε και σκηνοθέτησε μια σειρά «μουσικών» ταινιών, που προβάλλονται με επιτυχία ακόμα και σήμερα.

Ο Γιάννης Δαλιανίδης όμως, ήταν και ένας «κοινωνικός» και ιδιαίτερα τολμηρός σκηνοθέτης.
Εκτός από τα διασκεδαστικά μιούζικαλ για όλη την οικογένεια, δημιούργησε και κοινωνικά δράματα στα οποία έθιγε θέματα ταμπού για τη δεκαετία του ’60, όπως ο τεντιμποϊσμός, οι σεξουαλικές σχέσεις των εφήβων, ο πληρωμένος έρωτας, τα αναμορφωτήρια και οι αμβλώσεις.
Ο Δαλιανίδης τόλμησε επίσης να «γδύσει» τους πρωταγωνιστές του, πράγμα όχι μόνο ασυνήθιστο για την εποχή, αλλά σχεδόν απαγορευμένο.

Ο ίδιος ωστόσο, όπως έχει αναφέρει σε συνέντευξή του στο διαδίκτυο, ένιωθε αμήχανα στα γυρίσματα:
«Στην πραγματικότητα, όταν επρόκειτο να βγάλω ρούχο ηθοποιού, πάθαινα τρομερό τρακ, βρισκόμουν σε φοβερή αμηχανία. Δεν ήξερα πού να στήσω την κάμερα. Με αποτέλεσμα να μη μου βγαίνουν καθόλου χυδαίες. Γιατί ακριβώς δεν κοιτούσα να ερεθίσω τον θεατή με το γυμνό».

Laskari - Katiforos
Ο «Κατήφορος» σπάει τα ταμεία και η Ζωή Λάσκαρη στο ντεμπούτο της αναστατώνει με την τολμηρή της εμφάνιση. Η ερμηνεία της δικαιώνει τον Δαλιανίδη για την επιλογή του να τη «ρίξει στα βαθιά»

«Ποιος ευθύνεται για τη διαφθορά των νέων»

Το πρώτο από τα κοινωνικά δράματα με την υπογραφή του Γιάννη Δαλιανίδη είναι ο «Κατήφορος».
Η ταινία, που αποτελεί το ντεμπούτο της Ζωής Λάσκαρη στον κινηματογράφο, αναφέρεται στις ερωτικές περιπέτειες μιας παρέας νέων και θέτει στο θεατή το ερώτημα «ποιος ευθύνεται για τη διαφθορά των νέων».
Η πιο χαρακτηριστική σκηνή της ταινίας είναι όταν ο Κώστας (Νίκος Κούρκουλος) θέλει να τιμωρήσει τη Ρέα (Ζωή Λάσκαρη) επειδή τον είχε εγκαταλείψει και είχε κάνει σχέση με κάποιον άλλο από την παρέα, τον Πέτρο (Βαγγέλη Βουλγαρίδη).
Ο Κούρκουλος οδήγησε τη Λάσκαρη σε μια ερημική τοποθεσία, όπου αφού την έγδυσε, της άρπαξε τα ρούχα και την εγκατέλειψε γυμνή, με αποτέλεσμα να τη βρουν αστυνομικοί και να τη συλλάβουν.
Η ταινία έκοψε πάνω από 161.000 εισιτήρια στους κινηματογράφους Α’ προβολής Αθήνας και Πειραιά και ήρθε πρώτη το 1961, που ήταν η χρονιά προβολής της.
Με αυτή την επιτυχία ο Δαλιανίδης σφράγισε τη συνεργασία του με τον Φίνο και εκτόξευσε εκτός από τη δική του καριέρα και τη δημοτικότητα των πρωταγωνιστών του.

Nomos 4000Τα γιαουρτώματα, οι τεντιμπόϊδες και η διαπόμπευση

Ένα χρόνο μετά την επιτυχία του «Κατήφορου», ο Γιάννης Δαλιανίδης επανέρχεται στο κοινωνικό δράμα με τον «Νόμο 4000».
Αυτή τη φορά θίγει την εύθραυστη σχέση των ατίθασων νέων με τους αυστηρούς καθηγητές και γονείς τους και αναφέρεται στο Νόμο 4000 του 1958 περί τεντιμποϊσμού.
Παράλληλα με το κεντρικό θέμα, γίνεται αναφορά και στην πορνεία και την προκατάληψη που βίωναν οι ιερόδουλες της εποχής, αλλά και στο πώς αντιμετωπίζονταν μια ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη τη δεκαετία του ’60.
Ο Δαλιανίδης μέσα σε 93 λεπτά, που διαρκεί η ταινία, σοκάρει, προκαλεί, προβληματίζει και παραδειγματίζει νέους, αλλά και μεγαλύτερους για θέματα που δεν τολμούσαν καν να συζητήσουν ελεύθερα μεταξύ τους.
Από την ταινία ξεχωρίζει η σκηνή της διαπόμπευσης ενός νέου (Θανάσης Παπαδόπουλος) που τιμωρήθηκε βάσει του Νόμου 4000 επειδή γιαούρτωσε τον καθηγητή του.
Ο νεαρός κουρεύτηκε δημόσια και διαπομπεύτηκε στους δρόμους της πόλης, όπως ακριβώς συνέβαινε και στην πραγματικότητα.

Ο Νόμος περί τεντιμποισμού προέβλεπε κούρεμα και δημόσια διαπόμπευση
Ο Νόμος περί τεντιμποϊσμού είχε σκληρές ποινές για τους ανηλίκους , αλλά δεν προέβλεπε κούρεμα και δημόσια διαπόμπευση. Οι αστυνομικοί της εποχής όμως εφάρμοζαν τον δικό τους νόμο: την κουρευτική μηχανή

Ο σκηνοθέτης έμεινε πιστός στο καστ των ηθοποιών του, καθώς τους πρωταγωνιστικούς ρόλους είχαν η Ζωή Λάσκαρη, ο Βαγγέλης Βουλγαρίδης και ο Κώστας Βουτσάς, ενώ στο ρόλο το αυστηρού πατέρα και καθηγητή, ήταν ο Βασίλης Διαμαντόπουλος. Η ταινία βγήκε στις αίθουσες τον Οκτώβριο του 1962 και γνώρισε μεγάλη εισπρακτική επιτυχία.

Η Ζωή Λάσκαρη με τον Αλέκο Αλεξανδράκη στον Ίλιγγο.1963
Η Ζωή Λάσκαρη με τον Αλέκο Αλεξανδράκη στον Ίλιγγο.1963

Την ίδια χρονιά ο Δαλιανίδης έγραψε και σκηνοθέτησε τη μουσική κωμωδία «Μερικοί το προτιμούν κρύο», με τη Ρένα Βλαχοπούλου και τον Ντίνο Ηλιόπουλο, αποδεικνύοντας πως μπορεί να είναι εξίσου καλός και στα δύο είδη κινηματογράφου.

«Ίλιγγος» με τη διαφθορά και τους απαγορευμένους έρωτες

Ο «Ίλιγγος» είναι από τις λιγότερο εμπορικές κοινωνικές ταινίες του Γιάννη Δαλιανίδη, ωστόσο ο σκηνοθέτης έδωσε το «παρών» στο δράμα και το 1963.

Το σενάριο πραγματεύεται τις ερωτικές περιπέτειες μιας κοπέλας (Ζωή Λάσκαρη) που ερωτεύεται τον εραστή της μητέρας της (Αλέκο Αλεξανδράκη) και καταλήγει να τον σκοτώσει για να εξιλεωθεί και να οδηγηθεί στη φυλακή.
Στην ταινία γίνεται επίσης αναφορά στην πορνεία, τη χαρτοπαιξία, αλλά και στη διεφθαρμένη οικογενειακή ζωή, που πολλοί βίωναν και στην πραγματικότητα, αλλά κανείς δεν τολμούσε να το ομολογήσει.

Η «Στεφανία» και οι κοπέλλες των  αναμορφωτηρίων

Τρία χρόνια μετά το τελευταίο του δράμα ο Δαλιανίδης επιστρέφει δυναμικά με τη «Στεφανία», που κυκλοφόρησε στις αίθουσες το 1966.
Μένει πιστός στην πρωταγωνίστριά του, Ζωή Λάσκαρη και παρουσιάζει τη ζωή των κοριτσιών που κλείνονταν για σωφρονισμό στο αναμορφωτήριο.
Η ταινία, που βασίστηκε στο μυθιστόρημα της Νέλης Θεοδώρου «η Στεφανία στο αναμορφωτήριο» είχε πολύ μεγάλη επιτυχία, καθώς έβαζε το θεατή στο μικρόκοσμο του σωφρονιστικού ιδρύματος και παρουσίαζε τη ζωή των κοριτσιών που όλοι φαντάζονταν, αλλά κανείς δεν γνώριζε πραγματικά.
Οι κριτικοί έγραψαν ότι «ο Δαλιανίδης έδωσε με ρεαλισμό και δραματική ένταση τον χώρο του ιδρύματος, με κορύφωση την εξέγερση των παραστρατημένων κοριτσιών», ενώ η Ζωή Λάσκαρη έλαβε πολύ καλές κριτικές για την ερμηνεία της.

Ο Γιάννης Δαλιανίδης κατάφερε να φτιάξει μια ρεαλιστική ταινία, παρόλο που, όπως είπε σε συνέντευξή του στη «Μηχανή του Χρόνου», δεν του επετράπη η είσοδος στο αναμορφωτήριο θηλέων της Αττικής.
Τα γυρίσματα έγιναν σε στούντιο, αλλά η εμπειρία του Δαλιανίδη ακόμα και έξω από τα κάγκελα του ιδρύματος, τον σόκαρε.

Δείτε στο βίντεο της «Μηχανής του Χρόνου» τον σκηνοθέτη να περιγράφει όσα είδε και άκουσε έξω από το Αναμορφωτήριο, αλλά και γιατί η ταινία του είχε δύο διαφορετικά φινάλε. Στο ένα η Λάσκαρη πέθαινε και στο άλλο επιβίωνε.
Η ελληνική οθόνη προτίμησε την αισιόδοξη εκδοχή.

Έφυγε από τη ζωή στις 16 Οκτωβρίου του 2010 σε ηλικία 87 ετών.

Διαβάστε ακόμη στη «ΜτΧ»: Η δηκτική κριτική του Μάριου Πλωρίτη για την ταινία «Νόμος 4000». «Ανεπαρκείς η Λάσκαρη και ο Βουλγαρίδης, ελαφρύς ο Δαλιανίδης, ταλαντούχος ο Βουτσάς»

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here